Του Αντώνη Ρουπακιώτη

Εγκλημα σε βάρος των ασφαλισμένων, που υποχρεώθηκαν σε περίοδο κρίσης να αγοράζουν υπερτιμολογημένα φάρμακα, αλλά και των δημοσιονομικών της χώρας.
Έγκλημα σε βάρος της ανάγκης της κοινωνίας μας να κινείται σε αξιακές σταθερές, να δυναμώνει η σχέση εμπιστοσύνης της προς τα θεσμικά όργανα. Έγκλημα και σε βάρος του ασταμάτητου αγώνα κατά της διαφθοράς, που φέρνει την πατρίδα μας μεταξύ των χωρών με τον υψηλότερο δείκτη. Έγκλημα, όπως το οριοθετεί ο ποινικός νόμος.
Η υπόθεση διαφθοράς της Novartis προέκυψε από τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στην αρμόδια Εισαγγελία Διαφθοράς, κατά την αξιολόγηση τους δε οι αρμόδιοι εισαγγελείς διέκριναν ενδεχόμενες πράξεις ή παραλείψεις υπουργών για την προώθηση κατά προτίμηση φαρμάκων της Novartis έναντι άλλων φαρμακοβιομηχανιών, που ωφελούσαν αυτήν, ζημίωναν όμως τους ασφαλισμένους και το ασφαλιστικό σύστημα.
Για τους λόγους αυτούς, με βάση το άρθρο 86 Σ., δεν είχαν τη δυνατότητα οι εισαγγελείς να προχωρήσουν σε περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, γι’ αυτό και απέστειλαν το φάκελο «αμελλητί», όπως ορίζει το άρθρο αυτό, να διερευνηθεί στη Βουλή, με την επισήμανση ή ερώτημα τη διάπραξη ή μη του αδικήματος της δωροληψίας από τα αναφερόμενα πολιτικά πρόσωπα.
Η Βουλή εξέλεξε ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία όμως, αφού διενέργησε προκαταρκτική εξέταση, αποδέχτηκε την ερμηνευτική άποψη ότι η ενδεχόμενη διάπραξη του εγκλήματος αυτού από πρώην υπουργούς δεν περιλαμβάνεται στο πλαίσιο της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων τους, κατά συνέπεια το έγκλημα της δωροληψίας δεν είναι μεταξύ των αδικημάτων που κατά το άρθρο 86 Σ. ανήκουν στην αρμοδιότητα της Βουλής για διερεύνηση ή μη διάπραξής του και για ενδεχόμενη άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπαιτίων, αλλά αρμόδια είναι τα όργανα της δικαιοσύνης.

Ποιος είναι αρμόδιος για τη διερεύνηση

Ως προς το αν το έγκλημα της δωροδοκίας ανήκει ή όχι στον πυρήνα του άρθρου 86 Σ., υπάρχει διχοστασία. Η πλειονότητα των καθηγητών ποινικού δικαίου δέχονται ότι αυτό δεν θεωρείται ότι τελείται κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων και άρα η διερεύνηση του δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της Βουλής, αλλά στην αρμοδιότητα των κοινών ποινικών δικαστηρίων. Άλλοι, όμως, πανεπιστημιακοί ή μη, καθώς και το βούλευμα που αφορούσε τον πρώην υπουργό Αμύνης, υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη.
Τη στενή ερμηνεία του άρθρου αυτού έχουν υποστηρίξει από το 2012 ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκ. Παυλόπουλος και από το 2018 ο πανεπιστημιακός και βουλευτής της ΝΔ, Θ. Φορτσάκης.
Εφόσον στην υπόθεση Novartis η κοινοβουλευτική επιτροπή έκρινε εαυτήν αναρμόδια και παρέπεμψε αυτήν στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς, δεν διατύπωσε γνώμη αν υπήρχαν ή όχι ενδείξεις διάπραξης του αδικήματος αυτού από κάποιον από τους αναφερόμενους πρώην υπουργούς, ώστε να διακρίνει κάποιους μεταξύ αυτών.
Έτσι, καταγγελίες ή οργίλες δηλώσεις που έχουν γίνει από ενδιαφερόμενους, μπορούν να εξηγηθούν βεβαία ως εκδηλώσεις πίκρας ή διαμαρτυρίας, επειδή δόθηκαν στη δημοσιότητα, κατ’ ανάγκη βέβαια, τα ονόματα τους, κατά τα άλλα η επιλογή της έντασης των καταγγελιών, όχι μόνον από τους ενδιαφερόμενους, είναι φανερό ότι γίνεται στο πλαίσιο αντιπολιτευτικής τακτικής κατά της κυβέρνησης.
Μετά την επιστροφή του φακέλου στην Εισαγγελία Διαφθοράς, αυτή, ελέγχοντας πλέον ως μόνη αρμόδια, τα στοιχεία, αξιολόγησε ότι για τέσσερα από τα δέκα πολιτικά πρόσωπα δεν υπάρχουν καν ενδείξεις διάπραξης ποινικού αδικήματος και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, για έναν ζήτησε από τη Βουλή την άρση της ασυλίας του, και αν αυτή δοθεί, θα τον καλέσει σε προκαταρκτική εξέταση, και για τα άλλα πέντε πρόσωπα η έρευνα συνεχίζεται.

Ποιοι είναι οι «σκευωροί»;

Αυτή και μόνο είναι η κατά το Σύνταγμα και το νόμο διαδικασία που τηρήθηκε, σχετικώς δε ερωτάται :
Ποιοι είναι οι σκευωροί και από ποιους φιλοτεχνήθηκε η υποτιθέμενη σκευωρία, εφόσον οι μόνοι που ενήργησαν, μετά την απόφαση της κοινοβουλευτικής επιτροπής της Βουλής, είναι οι εισαγγελείς Διαφθοράς; Αυτοί είναι σκευωροί; Και δεν είναι σκευωροί για τέσσερα πρόσωπα, αλλά μπορεί να είναι για τους υπόλοιπους;
Κατά τα άλλα δηλώνουν όλοι ότι εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη, πέραν αυτών όμως ας αναλογιστούμε αν υπήρξε κατά τις τελευταίες δεκαετίες έστω και μια υπόθεση διαφθοράς, η οποία να μην καταγγέλθηκε ως σκευωρία. Πότε το «βρώμικο 89», πότε ότι είναι «μύθος η υπόθεση διαφθοράς του πρώην υπουργού Εθνικής Αμύνης», πότε, με αγνόηση ομολογιών μάλιστα, ότι είναι σκευωρία η κατάθεση στο ταμείο κόμματος μεγάλων ποσών από τη Siemens.
Έτσι, όμως, φαίνεται ότι για υποθέσεις διαπιστωμένης διαφθοράς από πολιτικά πρόσωπα, ενώ περίσσευε η σκανδαλολογία ή η σκανδαλοθηρία, δεν προέκυπταν οι σκανδαλιστές.
Το άρθρο 86 είναι ένα κακό σπυρί στο Σύνταγμα σε ό,τι αφορά την ταχύτατη αποσβεστική προθεσμία –προκλητική– για αδικήματα υπουργών και υφυπουργών. Για την αοριστία που επιλέχτηκε -σκοπίμως εκτιμώ- ως προς το ποια τελικά αδικήματα υπάγονται στο άρθρο αυτό και επιπλέον ως προς τη λειψή διατύπωση ότι «αμελλητί» πρέπει να αποστέλλουν τις υποθέσεις αυτές οι εισαγγελείς στη Βουλή, χωρίς αξιολόγηση των στοιχείων.

Αντιθεσμική τραχύτητα

Για τη φιλοτέχνηση του άρθρου αυτού είναι φανερή η αντιθεσμική τραχύτητα, τουλάχιστον, που έδειξαν όσοι το εισηγήθηκαν, αλλά και εντυπωσιακή ή έλλειψη ανακλαστικών όσων το ψήφισαν.
Ωστόσο ερωτάται:
Γιατί η με τόση ένταση επιδίωξη να κριθούν από τη Βουλή όποιοι συνοδευτούν από ενδείξεις δωροληψίας και όχι από την ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη, όπως κατά κόρο διακηρύσσουν, δικαιοσύνη;
Μήπως επειδή προβλέπεται βραχύτατη απόσβεση του, ενδεχομένως, να έχουν διαπράξει αδικήματος της δωροληψίας;
Το αντίθετο, ωστόσο, απαιτούν οι πολίτες και αυτό που οφείλουν να πράξουν, όποιο ή όποια από τα πολιτικά πρόσωπα συνοδεύονται από ενδείξεις διάπραξης δωροδοκίας, είναι να αξιοποιήσουν την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου 86 Σ., που προβλέπει ότι αν για οποιονδήποτε λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά υπουργού ή υφυπουργού, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου, να συστήσει ειδική επιτροπή, στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.
Τέλος, τόσο για να πεισθεί η ελληνική κοινωνία ότι η υπόθεση-έγκλημα Novartis θα ολοκληρωθεί, με ανεπηρέαστους τους αρμόδιους δικαστικούς-εισαγγελικούς λειτουργούς -στους οποίους μόνο συγχαρητήρια πρέπει να δοθούν για την υπευθυνότητα, αλλά και την αντοχή τους- όσο και για να μειωθεί η ένταση, εν όψει εκλογών μάλιστα, μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, οφείλουν τα κυβερνητικά στελέχη να αποδείξουν -έχουν χρέος και παιδεία-συγκρατημένη στάση ως προς τις ενδεχόμενες ευθύνες πολιτικών προσώπων στην υπόθεση αυτή και να αποδείξουν έτσι εν τοις πράγμασι την εμπιστοσύνη τους στην ελληνική δικαιοσύνη.
Αντιστοίχως, ας αντιληφθεί και η αντιπολίτευση, αλλά και η πλειάδα των ΜΜΕ που τη στηρίζουν, ότι με το να ρίχνουν στο τραπέζι ανύπαρκτες ή έστω διερευνώμενες υποθέσεις για να συσκοτίσουν την έρευνα για την υπόθεση Novartis, χρεώνονται με τη βάσιμη υπόθεση ότι φοβούνται την αποκάλυψη ευθυνών κάποιων και θέλουν να τις αποκρύψουν.
Κυρίως, όμως, ας πάψουν κάποια πρωτοκλασάτα στελέχη της αντιπολίτευσης να απειλούν για παραπομπή σημερινών υπουργών στο ειδικό δικαστήριο του άρθρου 86 Σ., αλλά και να φοβίζουν και να διχάζουν την κοινωνία με επαναλαμβανόμενες δηλώσεις, ενισχυμένες με παχύρρευστη ψευδοεπιστημοσύνη, ανάξιες κατά τα άλλα σχολιασμού, ότι κυβερνητικά στελέχη το βράδυ μεν διαπράττουν το έγκλημα της έσχατης προδοσίας και το πρωί της δεινής παραβίασης συνταγματικών κανόνων!
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet