Συζητάμε με τον Χριστόφορο Βερναρδάκη, γενικό γραμματέα συντονισμού του κυβερνητικού έργου, για την πορεία των διαπραγματεύσεων και το πλαίσιο της συμφωνίας που επιδιώκει η κυβέρνηση.



Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Φαίνεται πως, παρά την προσπάθεια απονομιμοποίησης της κυβέρνησης, η πλειοψηφία του λαού στηρίζει αυτήν και τη στρατηγική που ακολουθεί. Εκτιμάς ότι θα συνεχιστεί αυτή η στήριξη μετά τη συμφωνία που κυοφορείται;

Κατ’ αρχήν, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων σε αυτήν την περίοδο είναι απολύτως φυσιολογικά σε ό,τι αφορά στην υποστήριξη στην κυβέρνηση και επομένως μη-αντιπροσωπευτικά. Οι δημοσκοπήσεις θα αποτυπώσουν μια περισσότερο πραγματική κατάσταση από τον Σεπτέμβριο και μετά. Όμως, σε γενικές γραμμές κρίνω πως η στήριξη θα συνεχίσει να υπάρχει. Βέβαια, τα πάντα εξαρτώνται από το συνολικό περιεχόμενο της διαφαινόμενης συμφωνίας με τους δανειστές. Αν η συμφωνία είναι θετική, δηλαδή δεν θίξει τον βασικό πυρήνα της πολιτικής εντολής του Ιανουαρίου, νομίζω ότι δεν θα πληγεί η στήριξη. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξουν προβλήματα.

Θεωρείς δηλαδή ότι ακόμα κι’ αν παραμείνει, παραδείγματος χάριν, και φέτος ο ΕΝΦΙΑ, που είχε πλήξει πολύ την κυβέρνηση Σαμαρά, αυτό δεν θα επηρεάσει την κοινή γνώμη;
Ο Σαμαράς δεν έχασε λόγω του ΕΝΦΙΑ, είναι λίγο απλοϊκή αυτή η συσχέτιση. Ο ΕΝΦΙΑ ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε ένα ποτήρι που είχε μαζέψει επί δύο χρόνια ισχυρή κοινωνική αγανάκτηση. Ως προς την ενδεχόμενη συμφωνία αυτό που πρέπει να αξιολογήσουμε θα είναι η συνολική εικόνα. Αν, για παράδειγμα, η κυβέρνηση υποχωρήσει στον ΕΝΦΙΑ, θα πρέπει να δούμε σε ποιο πλαίσιο συμφωνίας θα γίνει αυτό, για πόσο καιρό, με τι τρόπο, κοκ.

Να μην κλονιστεί η λαϊκή εντολή

Στον σκληρό πυρήνα της εντολής του Ιανουαρίου, στον οποίο αναφέρθηκες, είναι τα εργασιακά και το ασφαλιστικό. Αυτά, μέχρι στιγμής, δεν θίγονται, ωστόσο παρατείνονται για κάποιους μήνες. Είναι μια υποχώρηση εντός πλαισίου;

Υπάρχουν υποχωρήσεις που μπορεί να γίνουν, χωρίς να κλονιστεί η λαϊκή εντολή. Τα εργασιακά και το ασφαλιστικό αποτελούν μέρη του βασικού πυρήνα και δεν χωρούν υποχωρήσεις. Για παράδειγμα, ο κατώτατος μισθός αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της λιτότητας για τους μεν και της αντι-λιτότητας για τους δε. Στον αντίποδα, οι ιδιωτικοποιήσεις είναι δευτερεύον ζήτημα σε σχέση με τα εργασιακά. Τι εννοώ: οι νεοφιλελεύθεροι ενδιαφέρονται για τις ιδιωτικοποιήσεις αν έχουν προηγουμένως εξασφαλίσει τη συμπίεση του εργατικού μισθού και των εργασιακών δικαιωμάτων. Επομένως, το μεν εργασιακό είναι εξ’ ορισμού «κόκκινη γραμμή», οι ιδιωτικοποιήσεις μπορεί να συνιστούν πεδίο διαπραγμάτευσης σήμερα.    

Ασκείται κριτική πως η διαπραγματευτική ομάδα ήταν ανέτοιμη και γι’ αυτό έγιναν σημαντικά λάθη. Πιστεύεις ότι έχει βάση αυτή η άποψη;
Νομίζω ότι όπως έχει ήδη ειπωθεί, ήμασταν υπερβολικά «ευγενείς» σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη που δείξαμε απέναντι στην άλλη πλευρά. Όμως αυτό δεν είναι λάθος στη διαπραγμάτευση καθαυτή, είναι περισσότερο απειρία στο σκληρό παιχνίδι εξουσίας, στο οποίο έχει μεταβληθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον. Η διαπραγματευτική μας ομάδα έκανε και κάνει πολύ καλά τη δουλειά της. Η τιτάνια δουλειά των τεχνικών μας κλιμακίων, για παράδειγμα, εξέπληξε τους δανειστές, διότι δεν περίμεναν ότι θα είχαμε το ανθρώπινο δυναμικό και την επιστημονική προσέγγιση να παρουσιάσουμε μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα μια ολοκληρωμένη αντιπρόταση αλλαγών, η οποία αμφισβήτησε τεκμηριωμένα τον πυρήνα της λιτότητας. Γι’ αυτό και προσπάθησαν να παρουσιάσουν ανεδαφικές τις προτάσεις μας, αλλά και να πλήξουν το γόητρο του Γιάνη Βαρουφάκη. Νομίζω ότι οι δανειστές εκτέθηκαν πολύ σε τεχνοκρατικό επίπεδο από τη δική μας ομάδα.

Ενεργό το σενάριο της ρήξης

Όλο το προηγούμενο διάστημα βλέπουμε, όπως είπες, μια προσπάθεια αποδόμησης κυβερνητικών στελεχών, με τελευταίο παράδειγμα τον Γ. Βαρουφάκη. Η αναδιάταξη της διαπραγματευτική ομάδας θεωρείς πως υποβαθμίζει το ρόλο του υπουργού Οικονομικών;

Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνησή μας κατάφερε να αλλάξει άρδην την ατζέντα στο ευρωπαϊκό επίπεδο και το ελληνικό ζήτημα δεν συζητιέται πια ως πρόβλημα ενός αναξιόπιστου δανειζόμενου, αλλά ως πρόβλημα που αφορά την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική και την οικονομική της πολιτική. Αυτό πιστώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον Αλ. Τσίπρα και, βεβαίως, στον Γ. Βαρουφάκη. Ωστόσο, τώρα η διαπραγμάτευση πέρασε σε ένα διαφορετικό επίπεδο και τώρα είναι καθαρά θέμα πολιτικής βούλησης η επίτευξη συμφωνίας, έστω και στο πλαίσιο του «έντιμου συμβιβασμού».

Εκτιμάς ότι θα γίνει αποδεκτή αυτή η τελική πρόταση ή είμαστε κοντά και στο σενάριο της ρήξης;
Αυτή τη στιγμή προσπαθούμε να κάνουμε μια συμφωνία, κρατώντας ενεργό το σενάριο της ρήξης. Αν δεν το κάνεις αυτό, δεν μπορείς να πετύχεις καμία καλή συμφωνία, καθώς δια της διολισθήσεως θα οδηγηθούμε σε στρατηγικές υποχωρήσεις. Εκτιμώ, πάντως, πως θα επιτευχθεί μια συμφωνία, αλλά μένει βεβαίως να δούμε και το τελικό μείγμα του συμβιβασμού.

Σε δημοψήφισμα μια «έντιμη συμφωνία»

Όπου και να καταλήξει αυτή η συμφωνία πρέπει να μπει σε δημοψήφισμα;

Εάν πετύχουμε μια «έντιμη συμφωνία», δεν βρίσκω το λόγο γιατί αυτή να μην τεθεί και ενώπιον του ελληνικού λαού. Θα είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για ένα μεγάλο πολιτικό απολογισμό της «καθεστωτικής μεταπολίτευσης», μια ευκαιρία να ενημερωθεί πιο συγκεκριμένα πλέον ο ελληνικός λαός για τι παρέλαβε η κυβέρνηση και σε ποιο πλαίσιο απόλυτης διαφθοράς και κοινωνικής διάλυσης καλείται αυτή τη στιγμή να βρει λύσεις σε επείγοντα ζητήματα. Αν δεν επιτευχθεί μια τέτοια συμφωνία, τότε θα πρέπει να πάμε σε εκλογές, σε αλλαγή δηλαδή του περιεχομένου της πολιτικής εντολής στην κυβέρνηση.

Πώς κρίνεις τη στάση της αντιπολίτευσης και πώς αυτή επηρεάζει τη διαπραγμάτευση;
Η αντιπολίτευση αυτή τη στιγμή λειτουργεί ως τρόικα εσωτερικού, με στόχο το σενάριο της αριστερής παρένθεσης. Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι είναι οι τρεις πόλοι του μνημονιακού μπλοκ, του χυδαίου νεοφιλελευθερισμού και της υποθήκευσης κάθε δημοσιονομικής, οικονομικής και κοινοβουλευτικής ανεξαρτησίας. Η χρηματοπιστωτική πίεση που έχει ασκηθεί στην Ελλάδα συμβαδίζει με την εσωτερική αντιπολίτευση και το γεγονός πως κρατούν ακόμα στα χέρια τους όλους τους βασικούς κρατικούς και οικονομικούς μηχανισμούς, από την αστυνομία έως τις τράπεζες και από τη διοίκηση έως τις ανεξάρτητες αρχές, έχει συμβάλει τα μέγιστα στην εξυπηρέτηση των σχεδίων των δανειστών.

•Η αγωνία των μελών του κόμματος

Επειδή έχεις κάνει πολλές παρεμβάσεις όσον αφορά τη σχέση κόμματος-κράτους-κυβέρνησης, ποια η άποψή σου για τη μέχρι τώρα εξέλιξή της;

Είναι θεωρητικώς δεδομένο ότι χωρίς κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση, ούτε δια-κυβέρνηση. Το κόμμα είναι που παράγει το πλαίσιο της πολιτικής νομιμοποίησης μιας κυβέρνησης, είναι ο μηχανισμός συνοχής της. Αυτή τη στιγμή, έχω την αίσθηση πως το κόμμα βρίσκεται σε κατάσταση ριζικού επαναπροσδιορισμού. Όμως, ακόμα είναι πολύ νωρίς για να επιχειρήσουμε μια αποτίμηση της σχέσης του κόμματος με την κυβέρνηση. Πάντως η λογική της περιθωριοποίησης του κόμματος και η μετάθεση του κέντρου βάρους παραγωγής πολιτικής στο κράτος ή την κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να επικρατήσει.

Ποιες πρωτοβουλίες πρέπει να πάρει το κόμμα;
Πρέπει να αναβαθμίσει τις πολιτικές του πρωτοβουλίες, να φτιάξει πολιτικά σχέδια παρέμβασης στην κοινωνία, να θέσει άμεσους και μεσοπρόθεσμους πολιτικούς στόχους σε επίπεδο δήμου, Περιφέρειας, σωματείου, συνδικάτου, κοκ, να φτιάξει παρατηρητήρια του κυβερνητικού έργου. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χάσει τον προσανατολισμό του προς την κοινωνία. Μόνο έτσι θα επηρεάσει εντέλει και την κυβέρνηση ως πολιτικό οργανισμό. Η αγωνία των μελών του κόμματος μπορεί αυτή τη στιγμή να αναδεικνύεται σε πρωτόλεια μορφή, όμως στην πραγματικότητα πίσω από αυτό κρύβεται η αγωνία ότι το κόμμα δεν είναι διαπλαστικός φορέας της κυβερνητικής καθημερινής δράσης, ενώ είναι εκ των πραγμάτων ο διαπλαστικός φορέας της πολιτικής νομιμοποίησης της κυβέρνησης. Αυτή η αντίφαση πρέπει να ξεπεραστεί επειγόντως.  

Ποια είναι η πρότασή σου για να μη «χάσουμε» το κόμμα;
Νομίζω ότι το ερώτημα «τι κόμμα θέλουμε σήμερα» πρέπει να συζητηθεί σε όλο το θεωρητικό, πολιτικό και οργανωτικό εύρος και να καταλήξει σ’ ένα καταστατικό συνέδριο επαναπροσδιορισμού και αυτοπροσδιορισμού. Το πώς θα συνεχίσει το κόμμα τα επόμενα χρόνια χρήζει εξονυχιστικής συζήτησης, που πρέπει να γίνει όμως με όρους ανιδιοτέλειας, αυτοκριτικής και συντροφικότητας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet