Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας κάποια σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης, που να παίρνει υπόψη της την πρόσφατη αναγγελία φορολογικών και εισοδηματικών μέτρων εκ μέρους της κυβέρνησης, καθώς και τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας/εμπιστοσύνης στη Βουλή. Είναι, λοιπόν, αρκετά παρακινδυνευμένο να κάνει κάποιος μια πρόβλεψη για το κατά πόσο επηρέασαν τη γνώμη των πολιτών. Παρ’ όλα αυτά, ας την επιχειρήσουμε.
Η μετατροπή του πεδίου τής οικονομίας σε βασικό πεδίο αντιπαράθεσης αποτέλεσε, μετά από αρκετές ταλαντεύσεις, επιλογή της κυβέρνησης. Και αποδεικνύεται ότι ήταν ορθή επιλογή από την αρνητική εικόνα που παρουσιάζει το τελευταίο διάστημα η τακτική τής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η τελευταία, αντίθετα, φαίνεται να επιλέγει ζητήματα που στοχεύουν να πλήξουν την επικοινωνιακή εικόνα της κυβέρνησης και όχι να κρίνουν την καρδιά της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της. Εκτιμούν, μάλλον, στην Πειραιώς ότι στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο δεν είναι και τόσο ευνοϊκά γι’ αυτούς τα δεδομένα. Αν πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια βασική παραδοχή αδυναμίας της ΝΔ: είτε θεωρεί ότι είναι δύσκολο να αποδομηθεί το κοινωνικοοικονομικό επιχείρημα της κυβέρνησης, είτε εκτιμά πως η δική της αντιπρόταση δεν είναι ιδιαίτερα ελκυστική.

Το ευνοϊκό πεδίο τής οικονομίας

Γιατί, όμως, είναι πολύ πιθανό να έχει τέτοια θετική επιρροή η επιλογή τής κυβέρνησης. Όχι μόνο γιατί, προφανώς, μπορεί να ενδιαφέρει τα οικονομικά τής λαϊκής οικογένειας, αλλά και γιατί αναδεικνύει τη σημασία του ελληνικού παραδείγματος σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Τόσο ως προς τα αποτελέσματα που έχει σε εθνικό επίπεδο, όσο και ως προς την πρόταση που συνιστά για μια διαφορετική πολιτική σε επίπεδο ΕΕ, απαλλαγμένη από την ασφυκτική κυριαρχία του δόγματος της νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Αν μια χώρα, που τιμωρήθηκε τόσο σκληρά και υποχρεώθηκε να υποστεί τρία μνημονιακά προγράμματα, κατόρθωσε να βγει από αυτά διακηρύσσοντας ότι, αν και υποχρεώνεται να τα εφαρμόσει, δεν αναλαμβάνει την «ιδιοκτησία» τους και διεκδικώντας περιθώρια για την εφαρμογή ενός παράλληλου προγράμματος όσο τα μνημόνια ισχύουν, τότε έχουμε να κάνουμε με ένα υπόδειγμα που αξίζει τουλάχιστον να συζητηθεί. Όχι μόνο γιατί «βγήκε» οικονομικά -αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί κακόπιστα απλή συμμόρφωση προς τις υποδείξεις - αλλά γιατί προετοίμασε το έδαφος για την εφαρμογή μιας κυβερνητικής πολιτικής μετά τη λήξη της αυστηρής επιτροπείας, η οποία θέτει τουλάχιστον υπό αμφισβήτηση το κυρίαρχο δόγμα της νεοφιλελεύθερης λιτότητας - και καλεί σε συζήτηση επ’ αυτού όσες δυνάμεις και στην ΕΕ δείχνουν να προσανατολίζονται στην αναζήτηση μιας διαφορετικής πολιτικής. Κυρίως από το χώρο της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας και των Πρασίνων, καθώς διακρίνουν ήδη τα οικονομικά και πολιτικά αδιέξοδα στα οποία οδηγείται η ΕΕ.

Ένας δρόμος και για τις χώρες της ΕΕ

«Νέα οικονομική πολιτική» την ονόμασε ο πρωθυπουργός μιλώντας στη Βουλή, με προφανείς και μάλλον υπερβολικές ιστορικές αναφορές, θέλοντας να τονίσει τη σημασία της. Πόσο σημαντική μπορεί να είναι μια τέτοια πρόταση, θα φανεί στη ζωή, όπως θα έλεγε κι ο μακαρίτης ο Χαρίλαος. Σε εθνικό επίπεδο, ωστόσο, το σχέδιο αυτό απόδειξε ήδη την πολιτική απήχησή του.
Σε μια περίοδο που η κατάρρευση της ΕΣΣΔ σηματοδοτούσε την αμφισβήτηση της διάκρισης αριστεράς-δεξιάς και την αναγκαιότητα ύπαρξης της αριστεράς ως διακριτής πολιτικής-ιδεολογικής στάσης, ένας μικρός σχετικά κύκλος κομμάτων και κινήσεων της αριστεράς στη χώρα μας, με ρίζες στην πολύμορφα κριτική ευρωπαϊκή αριστερά του 20ού αιώνα, τόλμησε να οραματιστεί την αριστερά τού 21ου ως απάντηση στις λογικές που απαιτούσαν ακόμα και τη διαγραφή του επιθέτου από το πολιτικό λεξιλόγιο. Όχι γιατί όσοι συνέθεταν αυτόν τον κύκλο ήταν κολλημένοι στο παρελθόν, όπως τους κατηγορούσαν, αλλά γιατί μόνο έτσι μπορούσε να οριστεί και να εκφραστεί η ανάγκη της αμφισβήτησης του υπάρχοντος. Κάθε άλλη επιλογή, ιδιαίτερα σε συνθήκες συντριπτικής στρατηγικής ήττας, οδηγούσε στην πλήρη αποδοχή του, όπως συνέβη αλλού, με αποτέλεσμα να εξατμιστεί όχι μόνο η αριστερά, αλλά και οι όμορες δυνάμεις.
Με ένα σχετικά ισορροπημένο μείγμα ριζοσπαστισμού, ευρωπαϊκής-διεθνιστικής αντίληψης, βολονταρισμού και ρεαλισμού ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε έναν χώρο που αποδείχτηκε τόσο ευρύς, ώστε να του επιτρέπει τη διεκδίκηση της κυβέρνησης. Παρά τις κρίσεις που τον έπληξαν, τόσο πριν όσο και μετά την ανάδειξή του στην κυβέρνηση, αποτέλεσε την προϋπόθεση και την αιτία για την επανατοποθέτηση τόσο δυνάμεων που είχαν αποστασιοποιηθεί από την αριστερά θεωρώντας ουσιαστικά ότι δεν πρόκειται να « αναστηθεί», όσο και δυνάμεων που είχαν απογοητευτεί από τις επιλογές των κομμάτων τού σοσιαλδημοκρατικού κέντρου την περίοδο της κρίσης -και όχι μόνο.

Το ελληνικό παράδειγμα

Επειδή τελευταία διαπιστώνεται η ανάγκη να διευρυνθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, για να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι μια τέτοια εικόνα είναι αντιστροφή της πραγματικότητας. Οι δυνάμεις που σήμερα συμβάλλουν με επιτυχία στη διεύρυνση της επιρροής τού ΣΥΡΙΖΑ, είναι εκείνες που αποδεδειγμένα έχουν ζωτική ανάγκη την ύπαρξή του. Χωρίς τη συγκρότηση, την ιδιοσυστασία του ως κόμματος της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, την ανάπτυξή του που στηρίχθηκε στην ορθή διάγνωση των προσδοκιών και των αναγκών της μεγάλης πλειονότητας των λαϊκών τάξεων, ακόμη χωρίς την υπερβολική αισιοδοξία ή και τις αστοχίες του, στη χώρα μας θα επαναλαμβανόταν το γνωστό και από άλλες χώρες φαινόμενο της γιγάντωσης της ακροδεξιάς. Και στην Ευρώπη θα είχε προστεθεί μια ακόμα περίπτωση επιβεβαίωσης του κανόνα ότι τον χώρο που αφήνει ακάλυπτο η μαχόμενη αριστερά , θα τον καταλάβει η ακροδεξιά δημαγωγία. Και, το χειρότερο ίσως, όσες δυνάμεις εξ ορισμού έχουν ή αποκτούν αριστερό προσανατολισμό, δεν θα είχαν σημείο αναφοράς, με αποτέλεσμα να τις σφετερίζονται όσοι βολεύονται, εξ αρχής ή στην πορεία, με λιγότερο ουρανό. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, αν έχει αποδείξει κάτι αυτές τις μέρες, είναι ότι η ισχυρή παρουσία του αποτελεί όχι μόνο πόλο έλξης και άλλων δυνάμεων -πολλές από τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να αποτελέσουν τμήμα του - αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση, αν όχι κίνητρο, για την (ανα)συγκρότηση συμμαχικών πολιτικών σχημάτων. Τον χρειάζονται, τουλάχιστον όσο τις χρειάζεται.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet