Της Όλγας Στέφου

Η πόλη είναι δύο άκρα. Κάποτε ήταν και λίγα παραπάνω πράγματα, ήταν -για παράδειγμα- ένα άκρο, ένα μέσο κι ένα άκρο στο τέλος. Ή ήταν ένα άκρο, ένα μικρό μέσο, ένα μεσαίο μέσο, ένα μεγάλο μέσο και ένα άκρο στο τέλος. Σα να λέμε: Φτωχοί, φτωχοί που έχουν να φάνε, μισθωτοί με κομπόδεμα, μισθωτοί με κομπόδεμα και εξοχικό, πλούσιοι και στο τέλος οι Σαουδάραβες επιχειρηματίες, που χέζουν με τον κώλο καθήμενο σε ατόφιο χρυσάφι.
Να, παλιότερα η πόλη είχε πιο πολλά σημεία αναφοράς. Το Σύνταγμα. Πας Πανεπιστημίου, βγαίνεις Βουκουρεστίου, αααααα, τι πλούτος! Περπατάς προς Ακαδημία, αααα, τι πολιτισμός! Μετά τα Εξάρχεια ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ, μετά η Ομόνοια. Λούμπεν και πρέζα και βρώμα και μετρό. Κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Βαβέλ. Νεαρά κορμιά θυσία στον Μολώχ από τα ναρκωτικά. Σφαγή Αρμεναίων παπάδων.

Τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα

Περπατάς στο Σύνταγμα και μέχρι την Ομόνοια οι ενδιάμεσες στάσεις έχουν πεθάνει, όπως πεθαίνουν τα παιδιά της πόλης μας. Για παράδειγμα, Ακαδημία; Πρέζα. Και μέχρι Ομόνοια, μόνο κουτάλι και βελόνα.
Πλην, όμως, η πόλη χάνει τα σημεία της, κερδίζει δε εις την διανόηση και τα μυαλά τα ανοιχτά ως αερόστατα. Τουτέστιν, οι δύσκολοι καιροί, παράγουν βαριά φιλοσοφία.
Δύο άκρα. Μάθαμε, λοιπόν, πως η πόλη, εκτός από τα άκρα της τα προφανή, έχει κι άκρα αφανή κι ως εκ τούτου πιθανώς αυτός να’ ναι κι ο εχθρός. Τα άκρα της βίας. Αυτοί που μαχαιρώνουν κι οι άλλοι που χτυπούν το χέρι με το μαχαίρι, άκρα είναι εξίσου επικίνδυνα διά την διατάραξην της κοινής ειρήνης ανάμεσα στους κατοίκους.
Και της δημοκρατίας, φυσικά. Της καλώς καμωμένης παραδείσιας δημοκρατίας με τα δύο άκρα και τα πολλά ενδιάμεσα σημεία της, όπως εξηγεί με σαφήνεια το παράδειγμα της οδού Πανεπιστημίου.

Οι φιλόσοφοι του καιρού μας

Αλλά ας μην πισωγυρίζουμε, μιλούσαμε για τα μυαλά. Όχι των νεκρών, τα χυμένα στα οδοστρώματα, τα μυαλά του τόπου μιλούσαμε. Αυτά που δίνουν λύσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν έθεσε κανένας.
Κι είναι τώρα η ώρα τους να μιλήσουν για τα δύο άκρα της βίας. Αυτούς που δολοφονούν κι εκείνους που αντιστέκονται, ένα και το αυτό. Γιατί η βία φέρνει βία (εκτός από την βία την επίσημη, με τις στολές την βία, που είναι η δουλειά της να είναι βίαιη, ειδάλλως τι βία θα’ ταν; Μια βία οκνηρή).
Και λένε – λενε του καιρού μας οι φιλόσοφοι τι θα σώσει τη δημοκρατία στην καταρρέουσα από την εξουθένωση των κατοίκων της πόλη μας, τι θα σώσει τη δημοκρατία αν όχι το να απιθώσουμε τα εξουθενωμένα μας τα κωλομέρια στα αβγά μας;
Διότι, οι φιλόσοφοι του καιρού μας του μαύρου του Αγαρηνού κατάλαβαν πως μόνο οι αξίες σώζουν και πως μόνο η τέρψη του πνεύματος χορταίνει τον αθώο συνάνθρωπο. Μην διαταράσσετε την ησυχία της πόλεως, συνάνθρωποι, για θα καταρρεύσει το οικοδόμημα των φιλοσόφων μας. Κι ας βράζει το καζάνι κάτω από τα πόδια τους, ξέρανε οι φιλόσοφοι πως είχαν δίκιο.
Μόνο που κάποτε δεν μπορούσαν πια να ελέγξουν το πνεύμα ούτε καν των οπαδών τους, μιας και το αναβράζον περιεχόμενο του προαναφερθέντος καζανιού ξεχείλισε να πνίξει να πτώματα που είχαν αρχίσει να στοιβάζονται στην πόλη μας. Είπαν κάποιοι κακόψυχοι πως οι φιλόσοφοι αξιολόγησαν βλακωδώς τις πραγματικές συνθήκες, ισοπεδώνοντας το πρόβλημα κι οι φιλόσοφοι εξεγέρθηκαν κατά εαυτούς κι αποφάσισαν να πάρουν για ακόμη μία φορά θέση. Κι έτσι εφηύραν ένα άκρο νέο: Αυτό των ανθρωποφάγων.

Ανθρωποφύλακες και ανθρωποφάγοι

Διότι πλέον οι ίσες αποστάσεις καμία σημασία δεν είχαν, διότι ίσες αποστάσεις εξαρχής δεν υπήρχαν κι οι φιλόσοφοι του καιρού μας αν εξαρχής το γνώριζαν ή κάνανε τους χαζούς, κανένας δεν θα μάθει. Μα δύο άκρα υπήρχαν, όπως υπάρχει το Σύνταγμα και η Ομόνοια. Κι οι φιλόσοφοι του καιρού μας ανατίναξαν την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, για την οποία έλεγαν πως παλεύουν. Και γέμισαν μίσος.
Έντιμοι άνθρωποι οι φιλόσοφοι του καιρού μας, πάλι για δύο άκρα μιλούν, μόνο που τώρα γράφουν τις λέξεις τους με την χολή τους. Κι από τη μία είναι ταμπουρωμένοι οι Ανθρωποφύλακες των καιρών μας, αυτοί που δεν νογάνε ούτε πόνο, ούτε αρρώστια, ούτε θάνατο του διπλανού τους: Μόνο μετράνε κέρματα, όπως κέρματα μετράει κι ο Χάρος, να διαλέξουν ποιοι μπορούν να ζήσουν και ποιοι όχι. Ποιοι θα πληρώσουν το τίμημα της ύπαρξης στον κόσμο που γέμισε αίματα και εμετούς.
Κι από την άλλη, βρίσκονται εκείνοι που φοβούνται το σκοτάδι. Και τίποτε άλλο δεν έχει σημασία πια. Μόνο, ίσως, πως άλλαξαν τα άκρα της πόλης.
Περπατάς από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια, κατεβαίνεις την Πανεπιστημίου, στην Ακαδημία βρίσκεις πρέζα, στα Εξάρχεια βρίσκεις πρέζα, στην Ομόνοια βρίσκεις πρέζα, μα παραδίπλα ξέρεις πως υπάρχει ένα στενάκι, ανάμεσα Ομόνοια και Κάνιγγος, που δολοφόνησαν οι Ανθρωποφύλακες μαζί με την χολή των φιλοσόφων ένα πλάσμα λαμπερό, γεμάτο φως. Το είπανε «πρεζάκι».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet