Θανάσης Καλαφάτης, “Από το Λυκόφως στο Λυκαυγές, 1944 - 1959. Κοινωνική ωρίμανση και πολιτική στράτευση”
[εικόνες Γ. Ψυχοπαίδης, πρόλογος Σπ. Ασδραχάς, Αθήνα, Θεμέλιο, 2014]

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, ακέριος μοναχός του. Κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι ηπείρου, ένα μέρος στεριάς». Οι στίχοι αυτοί του άγγλου ποιητή Τζων Νταν (John Donne) μου έρχονταν συνεχώς στο νου καθώς διάβαζα το βιβλίο του Θανάση Καλαφάτη και σκεφτόμουν την ιστορία του σε συνδυασμό με την ιστορία του νησιού της Λευκάδας. Ένα νησί με άκρες στη στεριά, αιωρούμενο ανάμεσα στη μοναξιά της θάλασσας και τη λεπτή γραμμή της πλωτής γέφυρας που το συνδέει με τον υπόλοιπο κόσμο, ακέραιη οντότητα και συνάμα κομμάτι της ηπειρωτικής γης, ένα νησί που θαρρείς κι έχει αφήσει τα σημάδια αυτής της διπλής υπόστασης στους ανθρώπους του.

Σχεδόν καρφώθηκαν οι στίχοι αυτοί στο μυαλό μου όταν έφτασα σε δύο σημεία του βιβλίου. Το πρώτο σημείο είναι εκείνο όπου ο μικρός αφηγητής περπατάει στο «δρόμο των φιλοσόφων» και στο φράγκικο κάστρο, παρέα με τον στοχαστικό παππού του, και φτάνουν στην άκρη «όπου φαίνονταν πολλές φορές η Πρέβεζα και το Ιόνιο πέλαγος, το οποίο έφτανε μέχρι τα πόδια μας, με τα κύματά του άλλοτε να αφρίζουν και άλλοτε να παφλάζουν ήσυχα, μεταφέροντας χιλιάδες μηνύματα που έρχονταν από μακριά. Ο παππούς μας έλεγε: δεν τελειώνουμε μέχρι εδώ που καθόμαστε. Φτάνουμε μέχρι εκεί από όπου έρχονται αυτά τα κύματα. Μέχρι εκεί που φτάνουν τα κρασιά μας» (σ. 104). Και σ’ ένα δεύτερο σημείο, ο Θ. Κ. σημειώνει «γεννήθηκα στις 2 Μαΐου 1941, ημέρα του τοπικού Αγίου Αθανασίου, στο χωριό Σπανοχώρι των Σφακιωτών Λευκάδας (…) η πρώτη λέξη που είπα ήταν «πόρτα» και πάντα στο νου μου υπήρχε ένα σχέδιο διαφυγής (…) η φυγή, το ταξίδι μου είχε γίνει έμμονη ιδέα» (σ. 124).
Πάνω σ’ αυτό τον καμβά της «διπλής υπόστασης» είναι στημένη όλη η αφήγηση του βιβλίου στήνοντας και υπονομεύοντας, κολλώντας και ξεκολλώντας κάθε φορά τα δίπολα. Το βιβλίο του Θ. Κ. είναι μια ιστορία για την παιδική και εφηβική ηλικία σε μια μικρή νησιωτική πόλη. Για κείνα τα χρόνια που γράφονται στη μνήμη μέσα από τους βώλους του μπαζ, του παιγνιδιού που έπαιζαν τα παιδιά στις αλάνες της Νεάπολης Λευκάδας, της γειτονιάς που μεγάλωσε ο σ. , μέσα από τη λαχτάρα να καβαλήσει κανείς και να ταξιδέψει κρυμμένος στις πίσω ρόδες του τζιπ της νομαρχίας με κίνδυνο να σπάσει τα μούτρα του, μέσα από τις πρώτες ερωτικές ιστορίες με τα κορίτσια του γυμνασίου στη συντηρητική επαρχιακή πόλη. Αυτή η παιδική και εφηβική ιστορία, στις δεκαετίες του ’40 και του ’50 όμως, πολύ ωραία δοσμένη μέσα από τους θησαυρούς των αναμνήσεων και πολύ ωραία πλαισιωμένη από τις εικόνες του Γ. Ψυχοπαίδη, πλέκεται σε όλο σχεδόν το βιβλίο με την αίσθηση ότι, όπως γράφει ο Θ. Κ., «ο παιδικός μας κόσμος σε αυτή τη μικρή πόλη τέμνονταν συνέχεια με γεγονότα που μας ξεπερνούσαν» ( σ. 102).

Η πολιτική υποκειμενοποίηση

Καταρχάς, όπως το δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος, η ιστορία της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του Θ. Κ. είναι ταυτόχρονα και μια ιστορία της πολιτικής υποκειμενοποίησης. Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος που το βιβλίο κινείται μόνιμα ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα δόμησης του εαυτού και της ταυτότητας, χωρίς να προδίδει τα βάθη και τις εντάσεις της ανθρώπινης ψυχικής οικονομίας. Οι ανθρώπινες ιστορίες του Θ. Κ. είναι ιστορίες πολιτικών υποκειμένων –ακόμη και κείνες που αφορούν σε ένα παιδί ή σε έναν έφηβο. Ένα παιδί που θυμάται τις γυμναστικές επιδείξεις του δημοτικού με άξονα τις αντιρρήσεις των αριστερών συντρόφων επειδή αυτός, ο γιός ενός δολοφονημένου από την ΟΠΛΑ αρχειομαρξιστή, θα χόρευε με την κόρη ενός πρωτοκλασάτου αρι��τερού στελέχους. Ένα παιδί που το 1947 ακούει τον δίδυμο αδελφό του να του περιγράφει «με όλες τις λεπτομέρειες» (σ. 77) τα κρεμασμένα με σύρματα κομμένα κεφάλια εφτά ανταρτών στην κορυφή του πεντοφάναρου, στην κεντρική πλατεία της πόλης. Ένα παιδί κι ένας έφηβος που αναζητάει το δρόμο του στην αριστερά, μια όχι «αυτονόητη» επιλογή, ενώ μεγαλώνει με την απουσία και ταυτόχρονα την καταλυτική παρουσία ενός πατέρα αρχειομαρξιστή, δεύτερου οργανωτικού γραμματέα του τοπικού ΕΑΜ που δολοφονήθηκε από την ΟΠΛΑ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η αφήγηση ξεκινά από το 1944, όχι από το 1941 που γεννήθηκε ο σ.
Αυτή η σύνθετη και δύσκολη, βασανιστική για έναν νέο άνθρωπο, διαδρομή ξετυλίγεται πάλι μέσα σε ένα διπλό τοπίο. Ο Θ. Κ. ζει, πάει στο σχολείο, εργάζεται σκληρά από μικρό παιδί σε έναν αστικό χώρο, στην πόλη της Λευκάδας, στη χώρα των μπουρανέλων, όπως αποκαλούνται οι κάτοικοι της πρωτεύουσας του νησιού. Το νησί, όμως, κατοικείται και από ένα ζωντανό αγροτικό κόσμο –λίγο πιο πέρα από τους μπουρανέλους, ο Θ. Κ. με τη γιαγιά και τις θείες ζει στο χωριό, στα «αριστεροχώρια» της Λευκάδας, μέσα στον κόσμο της ελιάς και του τρύγου κινούμενος ανάμεσα στο άστυ και την ύπαιθρο. Εκείνη την εποχή, το νησί είναι ένας απομακρυσμένος τόπος, ξεθεμελιωμένος από τον πόλεμο, τη φτώχεια, τους σεισμούς. Αναπνέει όμως ανάμεσα στο μικρόκοσμό του και στο πλανητικό σύμπαν: τα παιδιά κυλιούνται στους χωματόλοφους στο Μποσκέτο, στο πάρκο των ποιητών της Λευκάδας, και δίπλα ακριβώς ένας κινητός κινηματογράφος προβάλλει τα επιτεύγματα των ΗΠΑ –«το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του σχεδίου Μάρσαλ είχε μπει σε εφαρμογή» όπως γράφει ο σ. (σ. 46). Όταν ο θεολόγος τους ζητάει να προτείνουν βιβλία για ανάγνωση στο σχολείο, ο Θ. Κ. και οι συμμαθητές του προτείνουν Τάσο Λειβαδίτη: Όταν φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου.

Συμβολή στην ιστορία της ιστοριογραφίας

Κι αν ο πατέρας έχει φύγει, η μητέρα, η γιαγιά, η θεία Κούλα ανοίγουν στον Θ. Κ. πόρτες διαφορετικές: η γιαγιά ήταν «πηγή λαογραφίας» (σ. 118) και γνωριμίας του μικρού μαθητή με την αγροτική κοινωνία και τη ζωή της, η ακριβοδίκαιη μάνα ήταν ένα «είδος χριστιανοκομμουνίστριας», όπως σημειώνει ο Θ. Κ. (σ. 114), με μετουσιωμένες τις κληρονομημένες από την οικογένεια χριστιανικές ιδέες στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αριστεράς, η θεία Κούλα που σώθηκε από τις δεξιές συμμορίες στον καιρό της λευκής τρομοκρατίας, έγινε ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας στα ορεινά χωριά του νησιού.
Οι συνδέσεις ανάμεσα σε αυτή τη βιωμένη πραγματικότητα και στο μετέπειτα ιστορικό έργο του Θ. Κ. σίγουρα δεν είναι αόρατες. Το βιβλίο αποτελεί μεταξύ άλλων και συμβολή στην ιστορία της ιστοριογραφίας: αποτυπώνει τις εμπειρίες μιας αριστερής οικογένειας και ενός αριστερού νέου ανθρώπου σε μια πολύ σκληρή εποχή, ενώ μας αποκαλύπτει το υπόστρωμα των μετέπειτα ερευνητικών και επιστημονικών ενασχολήσεων του Θ. Κ.: πώς εξοικειώνεται ένας μαθητής με τα τεκμήρια του παρελθόντος στο Ιστορικό Αρχείο της Λευκάδας (σ. 140 -142), πώς στρέφεται αργότερα ένας ιστορικός στην κοινωνική επιρροή του μακρακισμού, στην ιστορία του αγροτικού χώρου, στην ιστορία της αριστεράς. Οι επιστημονικές διαδρομές του Θ. Κ. φέρουν μέσα τους τις μνήμες και τη βιωμένη εμπειρία μιας παιδικής ηλικίας και μιας εφηβείας στο νησί, όπως μας τις μαθαίνει τούτο το συναρπαστικό βιβλίο. Και «τούτο γιατί η ιστορία έχει πολλές και κάποτε αναπάντεχες γραφές» όπως σημειώνει ο Σπ. Ασδραχάς στον πρόλογό του (σ. 10). Ο Θανάσης Καλαφάτης μας έδωσε ένα θαυμάσιο δείγμα μιας από αυτές τις αναπάντεχες αλλά μοναδικές γραφές της ιστορίας μέσα σε τούτο το σημαντικό, στοχαστικό και συγκινητικό βιβλίο…

Έφη Γαζή
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet