Στο πίσω μέρος του μυαλού όσων αναζητούν μια ερμηνεία για το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, βρίσκεται το ερώτημα: «μπορούσε, άραγε, αυτό να αποτραπεί;». Η παράδοση της αριστεράς –γιατί αυτή μας ενδιαφέρει– μας προειδοποιεί ότι το ερώτημα συχνά καταλήγει σε επιφανειακή λαθολογία και, όχι σπάνια, επανάληψη λαθών. Πριν αναζητήσουμε τη βαρύτητα σφαλμάτων στην εκτίμηση των αντικειμενικών συνθηκών, ας φροντίσουμε για τη διερεύνηση του κοινωνικού και πολιτικού υποστρώματος, πάνω στο οποίο όφειλαν να γίνουν οι, σωστές ή λανθασμένες, επιλογές.

Σκίτσο του Χ. Πικριδά


Σημάδια μεταστροφής

Όσοι ψήφισαν τον Σεπτέμβριο του 2015 τον ΣΥΡΙΖΑ, κατά τεκμήριο το έπραξαν όχι επειδή είχαν αυταπάτες, αλλά επειδή προσδοκούσαν ότι ήταν πιθανότερο με κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αν όχι να βελτιώσουν τη δυσχερή θέση τους, τουλάχιστον να μην τη δουν να χειροτερεύει. Η επιλογή αυτή, παρότι είχε προηγηθεί η αποστασιοποίηση όσων απέρριψαν τον οδυνηρό συμβιβασμό, έγινε ως αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης που είχε σημειωθεί τα αμέσως προηγούμενα χρόνια στο μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού και κοινωνικού σώματος. Αν συγκρίνουμε εκείνη την πραγματική εκλογική καταγραφή με την προχθεσινή και λάβουμε υπόψη τα ευρήματα των μετρήσεων ήδη από το 2016, που δείχνουν ότι η απώλεια του 10% από το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ σημειώνεται πολύ νωρίτερα από το 2019, δεν μπορούμε να αποδώσουμε τις απώλειες των ευρωεκλογών μόνο σε υπαρκτές πρόσφατες ή και παλαιότερες λαθεμένες επιλογές, αλλά και σε μια μεταστροφή τμήματος του εκλογικού σώματος, που σχετικά νωρίς σχημάτισε την εντύπωση ότι δεν ήταν στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος της νέας κυβέρνησης.
Αυτή η μεταστροφή απόκτησε μονιμότερα χαρακτηριστικά, αντί να αμβλυνθεί, με το τέλος του προγράμματος προσαρμογής και, νωρίτερα, με την εφαρμογή μέτρων του παράλληλου προγράμματος, τα οποία προστάτευαν κυρίως τα ασθενέστερα στρώματα. Αυτή την αντίδραση μπορούμε να την ανιχνεύσουμε, για παράδειγμα, σε τμήμα των μεσοστρωμάτων, όπως δείχνουν έγκυρες αναλύσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων. Και μπορεί να αποδοθεί στη μετάβαση από ένα υψηλό σε ένα χαμηλό σημείο στην καμπύλη ριζοσπαστικοποίησης, καθώς μετακινούμαστε από την πλήρη ισχύ των μνημονίων σε ένα πεδίο, σχετικής πάντως, ελευθερίας κινήσεων της κυβέρνησης. Η ταξική μεροληψία, που δικαιολογημένα προβλήθηκε ως ορθή επιλογή, θα μπορούσε να έχει και κάποιο κόστος. Παρότι, σχετικά καθυστερημένα, έγινε προσπάθεια αυτό να αποτραπεί. Η υπόσχεση, όμως, περί γενικής μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης από τη ΝΔ ακούγεται στα αφτιά τους σαν υπόσχεση επιστροφής στο προ της κρίσης καθεστώς υποφορολόγησης και είναι σαφώς πιο δελεαστική. Ανάλογες μετακινήσεις, λιγότερο θεαματικές, θα μπορούσε να εντοπίσει κάποιος και σε άλλα πεδία. Οι όποιες διορθώσεις, λοιπόν, χρειάζεται να γίνουν με προσοχή, ώστε να μην προκαλέσουν τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, και μάλιστα σε στρώματα ευρύτερα και περισσότερο προσβάσιμα.

Το κόστος και το όφελος

Μια που μιλάμε με όρους κόστους/οφέλους, στον αντίποδα των πιο πάνω παρατηρήσεων οφείλουμε να καταγράψουμε τη φανερή εκλογική υπεροχή, παρά τη γενική υποχώρηση, του ΣΥΡΙΖΑ σε κοινωνικές κατηγορίες και περιοχές όπου υπερτερούν όσοι πραγματικά και όχι επικοινωνιακά ωφελήθηκαν από την πολιτική τής ταξικής μεροληψίας. Συνιστούν τη σημερινή του δύναμη και αποτελούν τον πυρήνα μιας κοινωνικής και πολιτικής-εκλογικής σχέσης, η οποία καθιστά –ή θα μπορούσε να καταστήσει– τον ΣΥΡΙΖΑ ισχυρό εκπρόσωπο μιας σταθερής κοινωνικής και πολιτικής πλειονότητας, που μπορεί με αξιώσεις να διεκδικεί και να αξιοποιεί προς το συμφέρον των λαϊκών τάξεων την κυβέρνηση. Η επιβεβαίωση αυτής της σχέσης όχι μόνο στην κάλπη, αλλά και στην προεκλογική ζωντανή επαφή με το λαό, που μας ξάφνιασε όλους, είναι το μεγάλο όφελος από αυτή τη μάχη. Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να διαφυλαχτεί σαν κόρη οφθαλμού και να αναπτυχθεί, να σταθεροποιηθεί, να γίνει λόγος ύπαρξης για τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι αιτία υπεροψίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να διεκδικηθεί η ηγεμονία και σε άλλους χώρους. Υποδεικνύει απλώς πού πρέπει να πέσει το βάρος και από πού μπορεί κανείς βάσιμα να περιμένει αποτελέσματα, χωρίς να ανατρέψει τις προτεραιότητές του.

Χωρίς ψευδαίσθηση αυτάρκειας

Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς κόμμα ικανό να αναλάβει ένα τέτοιο σύνθετο και απαιτητικό ρόλο. Και αν θα είχαμε να καταμαρτυρήσουμε κάτι σημαντικό στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι μόνο ότι τα μέλη του κόμματος αισθάνονται ότι δεν μετέχουν στις κρίσιμες αποφάσεις, αλλά ότι δεν έκανε και δεν κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για την αντιστοίχηση του μεγέθους, του λειτουργικού επιπέδου και της πολιτικής και οργανωτικής επάρκειας των οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ με τα καθήκοντα που η ίδια η ψήφος του λαού τού έχει αναθέσει εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση δεν μπορούν να επιλεγούν και να εφαρμοστούν αποτελεσματικές εκλογικές και επικοινωνιακές τακτικές, γιατί δεν είναι θέμα κάποιου επιτελείου. Ένα τέτοιο κόμμα μόνο μπορεί να προφυλάξει ή και να αποτρέψει μια ηγεσία ή μια κυβέρνηση από το να νιώσει υπεροπτικά αυτάρκης, ώστε να παίρνει αποφάσεις σ’ ένα στενό κύκλο, χωρίς ν’ ακούει τους πολλούς, χωρίς να ζητάει ζώσες πληροφορίες από αυτούς, χωρίς να τους κινητοποιεί στην εφαρμογή μιας πολιτικής. Η αίσθηση της αυτάρκειας αποδείχτηκε ότι αποτελεί το χειρότερο σύμβουλο και εκθέτει στον κίνδυνο της φθοράς χρήσιμα και δυσεύρετα ηγετικά στελέχη.
Μία ακόμα αίσθηση αυτάρκειας βάρυνε στο εκλογικό αποτέλεσμα, αυτή που εκδηλώνεται με την έλλειψη έγκαιρα επεξεργασμένης πολιτικής συμμαχιών, παρά το γεγονός ότι σχετικά καθυστερημένα υλοποιήθηκε η σημαντική συνεργασία της προοδευτικής συμμαχίας. Η έλλειψη αυτή οδηγεί στις πρακτικές σύνθεσης ελκυστικών υποτίθεται ψηφοδελτίων, που βιώνονται από σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος σαν αυθαιρεσίες ενός στενού κύκλου μαθητευόμενων μάγων. Ορισμένες φορές θολώνουν και τη φυσιογνωμία του κόμματος. Προβάλλονται δε συνήθως σαν «διευρύνσεις» και «ανοίγματα», ενώ θα έπρεπε να αποτελούν πάγια και σταθερή πρακτική του συνόλου του κόμματος σε όλα τα πεδία, στη βάση της ισότιμης συνεργασίας και στο πλαίσιο προγραμματικών συμφωνιών. Με στόχο όχι μόνο να συσπειρώσουν όσους συμφωνούν κατ�� βάση με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και να δημιουργήσουν ισχυρά ρεύματα, τάσεις συνεργασίας σε όμορα κόμματα τόσο από την πλευρά του κέντρου, όσο και από την αριστερά.
Μπορούν αυτές οι ελλείψεις να αναπληρωθούν μέσα σε ένα μήνα; Όχι, αλλά αν η αναγνώρισή τους αποτελέσει οδηγό για τη διόρθωση πρακτικών που αποδεδειγμένα έβλαψαν τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε θα έχει σταλεί το μήνυμα που πρέπει να φτάσει στο εκλογικό σώμα.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet