«Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού σε 650 ευρώ μεικτά, ή κατά 10,9%, και η κατάργηση του υποκατώτατου, η οποία αντιστοιχεί σε αύξηση 27% για τους νέους κάτω των 25 ετών, αντισταθμίζει κατά το ήμισυ την αστική μισθολογική μείωση των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Κατά την εκτίμησή μας, η αύξηση αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς συμβάλλει στη σταθεροποίηση της κατανάλωσης σε ένα υψηλότερο επίπεδο και, συνεπώς, έχει θετικές μακροοικονομικές και αναπτυξιακές επιδράσεις». Αυτά αναφέρει, μεταξύ άλλων, η ετήσια έκθεση «Η ελληνική οικονομία και απασχόληση», που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 14 Μαΐου από το ΙΝΕ/ΓΣΣΕ.

«Το 2018 αποτέλεσε έτος ορόσημο, σηματοδοτώντας την έξοδο της χώρας από τα προγράμματα αυστηρής οικονομικής επιτήρησης», αναφέρει η έκθεση. Μια επιτήρηση που χαρακτηρίστηκε από τις πολιτικές λιτότητας και τη βίαιη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Οι πολιτικές αυτές επιβλήθηκαν σαν αναγκαίες «για την τόνωση της αγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας». Αποτέλεσμα να μειωθεί ο κατώτατος μισθός το 2012 από 751,39 ευρώ μεικτά σε 586,06 ευρώ και να θεσμοθετηθεί ο κατώτατος για τους νέους κάτω των 25 ετών μειωμένος κατά 32%.
Η πολιτική αυτή είχε οδυνηρές συνέπειες. Διευρύνθηκαν τα όρια της φτώχειας και επιδεινώθηκε ο όρος διαβίωσης των πολιτών. Ένα φαινόμενο που απέκτησε γενικευμένο χαρακτήρα στη διάρκεια της κρίσης, πλήττοντας περισσότερο τις κοινωνικά και εργασιακά ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Έτσι παρατηρήθηκε η σχετική φτώχεια να αυξάνει σταθερά από το 27,6% το 2009 στο 35,7% το 2012-2013, οπότε φθάνει το μέγιστο ποσοστό της. Τα επόμενα χρόνια παρουσιάζεται μια αξιοσημείωτη υποχώρηση του ποσοστού φτώχειας, μετά από τρία συναπτά έτη. Το 2017 έπεσε από το 36% στο 34%. Η μείωση αυτή αποδίδεται, σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΣΕ, στην ολοκλήρωση της διαδικασίας εσωτερικής υποτίμησης, στη σταδιακή αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων που εισέρρευσαν στα νοικοκυριά και στη θέσπιση μιας σειράς κοινωνικών επιδομάτων, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα του 2014 και, κυρίως, το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης του 2016, το επίδομα θέρμανσης κ.λπ.
Το 2018 αποτέλεσε έτος υψηλών δημοσιονομικών επιδόσεων, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται στο 4,4% του ΑΕΠ (8.144 εκατ. ευρώ), υπερβαίνοντας κατά 0,3% (576 εκατ.) την εκτίμηση του προϋπολογισμού.
Το 2018 η ελληνική οικονομία δεν επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την τάση επιβράδυνσης που επικράτησε στην Ευρώπη, αφού ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ το γ’ και δ’ τρίμηνο αυξήθηκε κατά 2,1% και 1,6% αντίστοιχα, όταν στην Ευρώπη ήταν 1,6%. Η οικονομική μεγέθυνση εξακολουθεί να βασίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία το β’ εξάμηνο του 2018 αυξήθηκε κατά 700 εκατ. ευρώ περίπου σε πραγματικούς όρους. Η αύξηση αυτή μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στη ζήτηση και συνεπώς και στην απασχόληση. Έτσι γίνεται φανερό ότι οι φιλελεύθερες απόψεις και εμμονές για τη συμπίεση του μισθολογικού κόστους και της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, όπως προβάλλεται σε αυτή την προεκλογική περίοδο από την ΝΔ, δεν μπορεί να γίνεται πιστευτή.

Η εξέλιξη της απασχόλησης και της ανεργίας

Το 2018 σημειώθηκε μια σημαντική εξέλιξη στον τομέα της απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα, βάσει του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, οι προσλήψεις ανήλθαν σε 2.668.000 εκατ. θέσεις εργασίας, ενώ αποχώρησαν 2.527.920 άτομα, με καθαρό αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα κατά 141 νέες θέσεις εργασίας. Αποτέλεσμα αυτής της αύξησης της απασχόλησης, και ασφαλώς της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, είναι και η σχετική αύξηση της είσπραξης από κοινωνικές εισφορές (+357 εκατ. ευρώ).
Στην έκθεση σημειώνεται ακόμα ότι το μερίδιο της εργασίας στις χώρες της Ευρωζώνης στο παραγόμενο εισόδημα παραμένει σταθερό, εκτός της Πορτογαλίας στην οποία αυξήθηκε με την πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Αντόνιο ντε Κόστα με τη σύμπραξη των κομμάτων της Αριστεράς.

Συλλογικές συμβάσεις εργασίας

Από τον Αύγουστο του 2018, οπότε ολοκληρώθηκε τυπικά το πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής, έπειτα από έξι χρόνια και πλέον κατάργησης της εθνικής συλλογικής σύμβασης «σημειώνονται ορισμένες θετικές εξελίξεις στις συλλογικές εργασιακές σχέσεις. Η κυριότερη εξέλιξη αφορά τη διαδικασία κήρυξης των κλαδικών συμβάσεων ως γενικά υποχρεωτικές και την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, καθώς και ορισμένες νομοθετικές παρεμβάσεις στη διαδικασία μεσολάβησης της διαιτησίας (ΟΜΕΔ)». Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί η διαδικασία επαναφοράς της επέκτασης και της ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία άρχισε να έχει αποτελέσματα για τους εργαζόμενους, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων συνδικάτων και της ΓΣΕΕ. Από τα συμπεράσματα της έκθεσης θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η δημοσιονομική επέκταση που προβλέπει ο προϋπολογισμός του 2019, σε συνδυασμό με την πιθανή εφαρμογή των πρόσφατα εξαγγελθέντων επεκτατικών παρεμβάσεων, αποτελούν θετικές εξελίξεις, εφόσον δεν χρηματοδοτηθούν με δανειακό κεφάλαιο. Δρώντας σταθεροποιητικά και επεκτατικά στην ιδιωτική δαπάνη, θα επιφέρουν θετικές επιπτώσεις στη δυναμική της οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση, αλλά και στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης των ροών ρευστότητας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να είναι εύθραυστη και υπό τη συνεχή απειλή της εξυπηρέτησης του υπερσυσσωρευμένου δημοσίου χρέους. Το μείγμα κάθε παρέμβασης οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να αξιολογείται από το αναπτυξιακό και το κοινωνικό του αποτέλεσμα, ενώ δεν πρέπει να εγείρει ζητήματα πιστωτικού ρίσκου για τη χώρα.

Μ. Αρβανίτης 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet