Υπάρχουν αρκετά σημάδια, που δείχνουν ότι αυτή η εκλογική αναμέτρηση μπορεί να γίνει με βάση την αντιπαράθεση προεκλογικών προγραμμάτων. Τα προγράμματα δεν είναι, βέβαια, πανάκεια. Δεν είναι προφητείες που επαληθεύονται, υποσχέσεις που διαψεύδονται ή όχι, «συμβόλαια με το λαό» που παραπέμπουν στη φενάκη «ο λαός στην εξουσία», παρά την πλήρη κυριαρχία ενός αντιπροσωπευτικού συστήματος. Είναι πολιτικές προτάσεις που υποδεικνύουν μια κατεύθυνση και γι’ αυτό διευκολύνουν την επιλογή, την ουσία της πολιτικής. Εννοείται ότι για κάθε πολιτική δύναμη της αριστεράς οφείλει να συνυπάρχει σε κάθε τέτοια πρόταση η διάθεση «κατάργησης του υπάρχοντος», του κοινωνικού μετασχηματισμού, η συμπερίληψη του «οράματος», που ξέρουμε ότι δεν είναι απλή δήλωση πίστης στο σοσιαλισμό.
Κατάφερε να έχει ένα τέτοιο πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε δύο εβδομάδες; Αυτό που, πάντως, φαίνεται να εξασφάλισε, είναι μια δυνατότητα διευκόλυνσης της επιλογής, τουλάχιστον για όσους δεν είναι πεισμένοι εκ των προτέρων πως «όλοι το ίδιο είναι».

Η καλοσύνη των άλλων

Υπάρχουν σημαντικές και κρίσιμες διαφορές; Ας ρίξουμε μια ματιά στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων. Υποδεικνύεται ως στόχος για την επόμενη τετραετία η ανάκτηση και των υπόλοιπων 500.000 θέσεων εργασίας, που έχουν χαθεί στη διάρκεια της κρίσης, η αύξηση του κατώτατου μισθού σε δύο δόσεις, 7,5% και 7,5%, και αμέσως μετά ανάθεση του προσδιορισμού του στη συλλογική διαπραγμάτευση (καθώς θα έχει πλησιάσει τα προ μνημονίων επίπεδα), κίνητρα όχι απλώς για προσλήψεις αλλά για θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενίσχυση και αυστηρότητα των ελέγχων με στόχο ούτε μια ώρα απλήρωτη εργασία. Η συνόψιση δεν είναι ίσως η καλύτερη, αλλά φανερώνει τη διαφορά με τη θέση της ΝΔ, που μιλάει για περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας μέσω μιας αναμενόμενης ανάπτυξης λόγω της φορολογικής ελάφρυνσης των επιχειρήσεων, και για αμοιβές που θα καθορίζονται με διάλογο ανάμεσα στους εταίρους και με εξέταση των δυνατοτήτων της επιχείρησης. Διατυπώσεις που παραπέμπουν ευθύτατα στη νεοφιλελεύθερη προτίμηση των ατομικών ή, το πολύ πολύ , επιχειρησιακών συμβάσεων και όχι των συλλογικών-κλαδικών, είναι αρκετά αόριστες ως προς τη στοχοθεσία για την καταπολέμηση της ανεργίας, ενώ αγνοούν την υποχρέωση της πολιτείας να επαναφέρει, τουλάχιστον, τον κατώτατο στα αρχικά επίπεδα, ώστε οι εργαζόμενοι να εκκινήσουν από τη θέση που κατείχαν πριν την, πολιτική, υποβάθμισή της.

Η μεσαία τάξη ποτίζεται ή η ανώτερη;

Εκεί που έχουν θολώσει με τον χειρότερο τρόπο τα νερά, είναι η ρητορική περί μεσαίας τάξης. Δεν είναι μόνο το ουσιαστικό στοιχείο ότι η πραγματική επιβάρυνσή της, που την έχει παραδεχτεί ως αναγκαία η κυβέρνηση, έχει πραγματοποιηθεί κατά 80% την πρώτη μνημονιακή πενταετία. Η κύρια διαφορά σήμερα είναι ότι το μέτρο που η ΝΔ προτείνει ως λύση, η γενική και αδιαφοροποίητη «φορολογική ελάφρυνση», δεν ευνοεί κατά κανένα τρόπο τη μέση τάξη, μάλλον την τοποθετεί στην ίδια θέση με την ανώτερη, προς όφελος βέβαια της τελευταίας. Στοχευμένη ελάφρυνση σημαίνει κλιμάκωσή της ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης και των εισοδημάτων, τόσο για τη φορολόγηση κερδών, εισοδημάτων, όσο και για την εισφορά αλληλεγγύης και τη μείωση του ΕΝΦΙΑ. Είναι απλή κοροϊδία για τη μεσαία τάξη, αν μειωθούν χωρίς την προϋπόθεση της προοδευτικότητας του φόρου, για την οποία η ΝΔ σιωπά. Οπως σιωπά και για την ανάγκη ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων για τη μικρομεσαία επιχείρηση, την οποία το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ τονίζει, αν και θα έπρεπε ως κυβέρνηση να έχει αρχίσει να την υλοποιεί.

Καθόλου κράτος

Μια άλλη σημαντική, χαρακτηριστική και εντελώς μετρήσιμη διαφορά υπάρχει στην αντιμετώπιση του δημοσίου. Η επιμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην κατάκτηση 1προς 1 και η εμμονή της ΝΔ στη θέση 1 προς 5 σημαίνει διαφορά ανάμεσα στην επιδίωξη αποτελεσματικού και σύγχρονου δημόσιου, και το στόχο του μικρότερου (και αναποτελεσματικού) κράτους, που παραχωρεί σχεδόν τα πάντα στην ιδιωτική πρωτοβουλία, εκτός από την άμυνα και την καταστολή, κι αυτές ως ένα βαθμό. Γιατί 1 προς 5 προσλήψεις σημαίνει καμία πρόσληψη στην υγεία, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλεια και αλληλεγγύη, πεδία που επί δέκα χρόνια αποδεκατίζονται, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η ιδιωτική υγεία έναντι της δημόσιας, η ιδιωτική εκπαίδευση έναντι της δημόσιας και η ιδιωτική ασφάλιση έναντι της δημόσιας, και τα βασικά συλλογικά αγαθά και κοινωνικά δικαιώματα να μετατρέπονται σε τρέχοντα προϊόντα της αγοράς. Και η πρόσβαση σ’ αυτά να εξαρτάται από την οικονομική αντοχή, όχι από τις ανάγκες.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για αρκετά άλλα πεδία πραγματικής προγραμματικής αντιπαράθεσης, αλλά στο χώρο που απομένει καλό θα ήταν να αναφερθούμε σε μια πιο θεμελιακή διαφορά των δύο σχεδίων, της οποίας τα αποτελέσματα έχουμε ήδη βιώσει ως κοινωνία από την εποχή των παχιών αγελάδων. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα – χαμηλό εργατικό κόστος, χαμηλή φορολογία επιχειρήσεων, προκειμένου να μεγαλώσει η πίτα και έτσι να ωφεληθούν όλοι (καλύτερες αμοιβές, περισσότερες θέσεις εργασίας..) – δεν είναι απλή ιδεοληψία. Είναι προϋπόθεση για να διατηρηθούν τα πράγματα ως έχουν. Δηλαδή, όσοι πλήρωσαν δυσανάλογα τη σμίκρυνση της πίτας, να μην ωφεληθούν «υπερβολικά» από τη μεγέθυνσή της.

Ο φόβος της αναδιανομής

Προϋπόθεση για να αλλάξουν τα πράγματα σ’ αυτό το πεδίο, είναι να υπάρξει αναδιανομή με την έναρξη της αναπτυξιακής διαδικασίας. Αναδιανομή μπορεί να γίνει μέσω προοδευτικής φορολόγησης και ενίσχυσης της διαπραγματευτικής θέσης των εργαζομένων. Το αντίθετο ακριβώς, δηλαδή, από τη νεοφιλελεύθερη συνταγή, η οποία εξασφαλίζει τη διαιώνιση της μεροληπτικής μοιρασιάς, της ανισότητας. Εκτός από τη διεθνή εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, όπου γιγαντώνονται οι ανισότητες, ό,τι κι αν γίνεται με την «πίτα», υπάρχει και η εθνική εμπειρία: από την εποχή της δανεικής ευμάρειας, της «ισχυρής Ελλάδας», οι από κάτω κέρδισαν τρία μνημόνια. Δηλαδή, μια επανάληψη του μύθου της πίτας που, για να μεγαλώσει, πρέπει να φάει από τις σάρκες μας και όχι να τροφοδοτηθεί από την εξ αρχής βελτίωση του μεριδίου της εργασίας, που γεννάει και αναπαράγει τη δίκαιη μεγέθυνση. Η οποία, για να είναι δίκαιη, χρειάζεται να υπάγεται όχι μόνο στην περιβαλλοντική προστασία και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά να απαντάει και στο ερώτημα ποιος επωμίζεται αυτό το βάρος της μετάβασης στη νέα εποχή. Δεν πρέπει κι αυτή η μετάβαση να είναι «δίκαιη»; Τουλάχιστον, στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει αυτή η πρόνοια, κι ας την είδαμε ελάχιστα να επηρεάζει την κυβερνητική πράξη. Ενώ η ΝΔ δεν χάνει ευκαιρία να τονίζει πόσο ανακόπτει την αναπτυξιακή ορμή η «υπερβολική» προστασία του περιβάλλοντος.

Χ.Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet