Του Σωτήρη Ρούσσου

Η κλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο και η σταδιακή οικοδόμηση μιας «αναπόφευκτης» τελικά σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να αναλυθεί σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι αυτό της παγκόσμιας ηγεμονίας της Αμερικής τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Το δεύτερο είναι της περιφερειακής ισορροπίας στην Μέση Ανατολή και του ρόλου της Ουάσιγκτον σε αυτή.

Η παγκόσμια ηγεμονία της Αμερικής

Στο πρώτο επίπεδο, οι ΗΠΑ επιχειρούν να επιβεβαιώσουν τον ηγεμονικό τους ρόλο στο διεθνές σύστημα. Η επιβολή σκληρών κυρώσεων εναντίον της Τεχεράνης συνοδευόταν από αυστηρές προειδοποιήσεις για εξαιρετικά σοβαρές τιμωρίες για τα κράτη ή της εταιρείες που θα τις παραβίαζαν. Φαίνεται ότι αυτές οι προειδοποιήσεις-απειλές έπιασαν τόπο. Όλες οι χώρες που εισάγουν μεγάλες ποσότητες υδρογονανθράκων από το Ιράν προχώρησαν σε δραστική μείωση των εισαγωγών αυτών. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της Ινδίας και της Κίνας, οι οποίες πριν από μια περίπου δεκαετία θεωρούνταν ως οι εναλλακτικοί, οικονομικοί τουλάχιστον, πόλοι του διεθνούς συστήματος μέσω για παράδειγμα της πρωτοβουλίας BRIICS. Και οι δύο μείωσαν περίπου στο μισό τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου υπακούοντας στα κελεύσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, δείχνοντας ότι είναι μακρύς ο δρόμος που πρέπει να διανύσουμε για να φτάσουμε σε έ��α πραγματικά πολυπολικό κόσμο. Η Κίνα παρά την τεράστια οικονομική ισχύ της δεν φαίνεται να αναλαμβάνει ηγεμονικούς ρόλους σε περιοχές μακριά από την δική της, μιας και φαίνεται ανέτοιμη ακόμη να αναλάβει τις ευθύνες που ένας ηγεμονικός ρόλος προϋποθέτει.
Η Ουάσιγκτον θέλει επίσης να επιβεβαιώσει τον έλεγχο της ροής των υδρογονανθράκων προς τις παγκόσμιες αγορές. Οι βασικοί εισαγωγείς του πετρελαίου της Μέσης Ανατολής δεν είναι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη, αλλά οι οικονομίες της νότιας και νοτιοανατολικής Ασίας και της Άπω Ανατολής, η καρδιά της παγκόσμιας βιομηχανίας προϊόντων ευρείας κατανάλωσης. Ο έλεγχος της ροής των ενεργειακών πόρων σημαίνει και έλεγχο της λειτουργίας των οικονομιών αυτών. Τα τελευταία χρόνια, οι ΗΠΑ και ιδιαίτερα συγκεκριμένες πετρελαϊκές εταιρείες έχουν στραφεί στην εκμετάλλευση του σχιστολιθικού πετρελαίου και κυρίως του σχιστολιθικού αερίου που θεωρείται ότι μπορεί να αλλάξει άρδην την παγκόσμια αγορά υδρογονανθράκων. Ενδιαφέρονται να κρατήσουν τις παγκόσμιες τιμές σχετικά υψηλές ώστε η εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου να είναι συμφέρουσα και ένας βασικός τρόπος για να το πετύχει είναι ο πολιτικός έλεγχος του Περσικού Κόλπου.

Η περιφερειακή ισορροπία στη Μέση Ανατολή

Σε περιφερειακό επίπεδο έχουν συγκροτηθεί δύο συμμαχίες που ανταγωνίζονται για επιρροή και βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση είτε «δι’ αντιπροσώπων», στη Συρία, το Ιράκ και την Υεμένη είτε και με απευθείας επιθέσεις, όπως αυτές του Ισραήλ εναντίον ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Συρία. Η μία συμμαχία περιλαμβάνει τη Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, τα Αραβικά Εμιράτα και δευτερευόντως την Αίγυπτο. Η δεύτερη περιλαμβάνει το Ιράν, το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, την κυβέρνηση του Ιράκ και μια σειρά ένοπλων μη κρατικών δρώντων, την λιβανική Χεζμπολλά, τις ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές, την εθνοθρησκευτική κοινότητα των Χούθι στην Υεμένη και δευτερευόντως τις παλαιστινιακές οργανώσεις Ισλαμικός Τζιχάντ και Χαμάς. Ενοποιητική ουσία της πρώτης συμμαχίας είναι η αντιπαλότητα των δύο βασικών συμμάχων, της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ, προς το Ιράν. Η πρώτη φοβάται πως το ιρανικό «επαναστατικό» παράδειγμα μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή της μοναρχίας και το δεύτερο ότι το Ιράν είναι η μόνη δύναμη σε συνδυασμό με την αύξηση της περιφερειακής ισχύος της Χεζμπολλά που μπορεί να αμφισβητήσει την στρατιωτικο-πολιτική υπεροχή του Τελ Αβίβ στην Μέση Ανατολή. Σε μια κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν κερδισμένη είναι βέβαια και η Τουρκία, η χρησιμότητα της οποίας αυξάνεται και της δίνεται ο πολιτικός χρόνος για κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από την πλευρά του το Ιράν αισθάνεται περικυκλωμένο και αναπτύσσει μια νοοτροπία «πολιορκίας». Οι εξουθενωτικές κυρώσεις χτυπούν πια τις βασικές ανάγκες του ιρανικού λαού αποδυναμώνοντας πλήρως τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους στην οικονομική ανάπτυξη που θα εξασφάλιζε η εφαρμογή της συμφωνίας για τα πυρηνικά. Οι ομάδες που ούτως ή άλλως ελέγχουν το κράτος, δηλαδή το ιερατείο και οι Φρουροί της Επανάστασης, θα κυριαρχήσουν πολιτικά και μέσω μιας οικονομίας πολέμου θα τσακίσουν τα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα που αποτελούν την κοινωνική βάση των μεταρρυθμιστών.

Ο ρόλος της Ουάσιγκτον

Σε αυτούς τους περιφερειακούς συσχετισμούς παρεμβαίνει η Ουάσιγκτον με σκοπό την με κάθε τρόπο ενίσχυση της συμμαχίας Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ. Οι λόγοι που η διακυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί κάτι τέτοιο χωρίς κανένα πρόσχημα, αποχωρώντας μάλιστα από την διεθνή συμφωνία για την πυρηνική ενέργεια του Ιράν είναι δύο ειδών. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Τραμπ και ο στενός, οικογενειακός κατά το πλείστον, κύκλος αντιλαμβάνεται την διεθνή πολιτική ως μια σειρά κερδοφόρων εμπορικών συναλλαγών. Η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον καλύτερο πελάτη αμερικανικών οπλικών συστημάτων, τα οποία είναι προφανές ότι αγοράζει όχι για να αυξήσει την αμυντική της ικανότητα, γιατί με τα οπλικά συστήματα που έχει ήδη αποκτήσει δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να φοβάται το Ιράν ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη στην περιοχή. Τα οπλικά συστήματα αυτά αγοράζονται για να εξαγοραστεί η αμερικανική προστατευτική ασπίδα έναντι εξωτερικών ή εσωτερικών απειλών για την μοναρχία. Το Ριάντ είχε προβεί σε μια τεράστια εκστρατεία για να πείσει την Ουάσιγκτον ότι η συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν ήταν κακή και ότι έπρεπε να ακυρωθεί. Συνεπώς ο Τραμπ για να διατηρήσει τον πολύφερνο «πελάτη» πρέπει να παρέχει προστασία και να αποδυναμώνει την ιρανική απειλή, αποχωρώντας από την συμφωνία παρά την τήρησή της από όλα τα μέρη. Η «εμπορική» αυτή στρατηγική είναι όμως εξαιρετικά διστακτική απέναντι σε μια στρατιωτική επέμβαση εναντίον του Ιράν, λόγω αφενός του υπέρογκου κόστους της και αφετέρου της έλξης που ασκούν οι απομονωτιστικές πολιτικές στο μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του Τραμπ.
Παραλλήλως η ομάδα των νεοσυντηρητικών με επικεφαλής το δίδυμο Πομπέο-Μπόλτον επαναφέρει την στρατηγική εμμονή της αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν. Θεωρούν ότι η ανατροπή του ισλαμικού καθεστώτος είναι η μόνη εγγύηση για την εξάλειψη οποιουδήποτε μεγάλου κινδύνου για το Ισραήλ και την αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή. Δεν περιορίζονται στο να παρέχουν προστασία στις μοναρχίες του Κόλπου αλλά επιθυμούν τον πολιτικό και οικονομικό στραγγαλισμό του Ιράν με προσδοκώμενο αποτέλεσμα σε πρώτη φάση την αναδίπλωση του από τη Συρία, το Ιράκ και την Υεμένη και σε δεύτερη την ανατροπή του καθεστώτος. Διαφοροποιούμενοι από τον κύκλο του προέδρου οι νεοσυντηρητικοί ευνοούν την κλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο σε συνδυασμό με μια σειρά στοχευμένων στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον ιρανικών θέσεων στην περιοχή και στο εντός του Ιράν. Οι παλινωδίες Τραμπ, ο οποίος διατάσσει αεροπορικές επιθέσεις και μετά τις ανακαλεί, εξηγείται μάλλον από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο ομάδων ως προς την χρησιμότητα μιας στρατιωτικής επέμβασης. Η σημερινή κατάσταση, όπως έδειξε και η κατάρριψη του αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους από τους Ιρανούς, δεν φαίνεται πάντως να οδηγείται σε αποκλιμάκωση σε σύντομο χρονικό διάστημα.

* Ο Σ. Ρούσσος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet