Η δολοφονία του δημάρχου του Κάσσελ Βάλτερ Λύμπκε από έναν σεσημασμένο ακροδεξιό έχει συνταράξει τη γερμανική κοινωνία, αλλά έχει ανοίξει και την όρεξη των νεοφασιστικών ομάδων, που απειλούν ανοιχτά πλέον πολιτικούς αριστερών κομμάτων και δημοσιογράφους που έχουν ασχοληθεί με τις δραστηριότητές τους. Την ίδια στιγμή, όμως, πολιτικοί της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης από την ανατολική πλευρά της χώρας μιλούν ανοιχτά για τις μελλοντικές δυνατότητες συνεργασίας με την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία, η οποία εμφανίζεται πανίσχυρη σε όλες τις δημοσκοπήσεις.

 

Του Δημήτρη Σμυρναίου

«Να συνδυάσουμε το κοινωνικό με το εθνικό». «Να σταματήσουμε την ανεξέλεγκτη μετανάστευση». «Να αντισταθούμε στις πολυπολιτισμικές θεωρίες». Η φρασεολογία δεν προέρχεται από κάποιους ακροδεξιούς «θεωρητικούς», αλλά από δύο υψηλόβαθμα στελέχη της Χριστιανοδημοκρατίας στο κρατίδιο της Σαξωνίας-Ανχαλτ. Εκεί που σε δύο χρόνια θα γίνουν εκλογές και όλα δείχνουν ότι η Εναλλακτική για τη Γερμανία μπορεί να φτάσει να είναι και πρώτο κόμμα. Γι’ αυτό και οι δύο Χριστανοδημοκράτες αντιπρόεδροι του κόμματος στο συγκεκριμένο κρατίδιο δεν διστάζουν να βάλουν ανοικτά στο τραπέζι του διαλόγου το ενδεχόμενο μιας συνεργασίας της CDU με την ακροδεξιά AfD. Κατά τη γνώμη τους μέσα στο εθνολαϊκιστικό αυτό κόμμα υπάρχουν και φιλελεύθερες φωνές, που ίσως σε μια διετία να έχουν δυναμώσει περισσότερο.
Βεβαίως των εκλογών στη Σαξωνία-Ανχαλτ θα προηγηθούν και άλλες. Ήδη αυτό το φθινόπωρο σε τρία πρώην ανατολικογερμανικά κρατίδια Σαξωνία, Θουριγγία και Βραδενβούργο και το ερώτημα για το αν η κεντροδεξιά θα μπορούσε να συνεργαστεί με την ακροδεξιά θα μπει εκ των πραγμάτων στο τραπέζι, αφού η AfD θα έχει σίγουρα εντυπωσιακά και επικίνδυνα για την δημοκρατία αποτελέσματα. Το ότι κάποιοι ανοίγουν λοιπόν μια τέτοια συζήτηση στην παρούσα φάση δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Ένας φίλος από τα παλιά

Όπως δεν είναι άσχετη με όλη αυτή τη φιλολογία και η επανεμφάνιση στο προσκήνιο του Φρίντριχ Μερτς, του ανθρώπου που εξέφραζε την πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του κόμματος και είχε ηττηθεί στις εσωκομματικές εκλογές του περασμένου Δεκεμβρίου. Τώρα το όνομά του εμφανίζεται ξανά από πολλούς ως του «καταλληλότερου» να ηγηθεί της Χριστιανοδημοκρατίας από τη θέση του υποψήφιου καγκελαρίου στις επόμενες εκλογές, που μπορεί να γίνουν πολύ συντομότερα από ότι θεωρείτο μέχρι πρότινος. Ο Μερτς είναι στην ουσία εκπρόσωπος της θέσης ότι η αποδυνάμωση της ακροδεξιάς περνά μέσα από την «ενσωμάτωση» των συνθημάτων της στο χριστιανοδημοκρατικό πρόγραμμα. Το γεγονός ότι είναι άντρας αλλά και εκφραστής της πιο επιθετικής νεοσυντηρητικής πτέρυγας θεωρείται από κάποιους στο κόμμα του ως το καλύτερο αντίδοτο απέναντι στην αιμορραγία της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης προς τα δεξιά της.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Χριστιανοδημοκρατία δεν έχει πρακτικά κατανοήσει τα αίτια της δικής της κρίσης, αλλά επίσης δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει ότι η υιοθέτηση ακροδεξιάς φρασεολογίας όχι μόνο δεν αποδυναμώνει τα κόμματα του χώρου, αντιθέτως τα νομιμοποιεί πολιτικά.

Ενόψει μιας δολοφονικής ακροδεξιάς τρομοκρατίας:

Δεν αρκεί να μιλά κανείς για την εκτράχυνση της γλώσσας, κάτι που έκανε για παράδειγμα και ο Μερτς. Πρέπει και να δίνει ο ίδιος το παράδειγμα. Και το παράδειγμα που έδωσαν κάποιοι τα τελευταία χρόνια δεν ήταν και το καλύτερο, όπως αποδεικνύει και η περίπτωση της δολοφονίας του δημάρχου της πόλης του Κάσελ Βάλτερ Λύμπκε. Εδώ φάνηκε ξεκάθαρα ότι η παρέμβαση της ακροδεξιάς δεν περιορίζεται πια σε «γλωσσικά» θέματα, στο επίπεδο δηλαδή της ρητορικής, αλλά και του καθορισμού της πολιτικής ατζέντας. Πολλοί φοβούνται ότι βρισκόμαστε ενόψει της αναβίωσης μιας δολοφονικής ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Άλλωστε, μετά τη δολοφονία του χριστιανοδημοκράτη δημάρχου, που είχε στηρίξει στην πράξη την πολιτική Μέρκελ στο μεταναστευτικό, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας οι απειλές που σε καθημερινή βάση αντιμετωπίζουν και άλλοι πολιτικοί αλλά και δημοσιογράφοι που ασχολούνται με το ζήτημα της εξάπλωσης της ακροδεξιάς ιδεολογίας στην χώρα. Με άλλα λόγια, κάποιοι ονειρεύονται μια ακροδεξιά του σαλονιού, την ώρα που αυτή βγάζει τα μαχαίρια και τα τσεκούρια και απειλεί χωρίς κανένα ενδοιασμό τους πολιτικούς της αντιπάλους. Αλλά αυτό όπως καλά γνωρίζουμε δεν είναι μόνο γερμανική ιδιαιτερότητα.
Υπήρξαν πάντως κάποιοι πολιτικοί της CDU που επεσήμαναν τις ευθύνες της κοινοβουλευτικής (πλέον) ακροδεξιάς για αυτή τη δολοφονία, δείχνοντας ακριβώς πόσο πολύ διχασμένο είναι τελικά το κόμμα της κυρίας Μέρκελ σε ότι έχει σχέση με την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος. Η ίδια η καγκελάριος πάντως έχει άλλους μπελάδες στο μυαλό της, που έχουν να κάνουν με τα ευρωπαϊκά παζάρια για το μέλλον της ΕΕ. Πρέπει να μοιράσει τις κορυφαίες θέσεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης διασφαλίζοντας συγκεκριμένα εθνικά-οικονομικά συμφέροντα, αλλά κυρίως να απαντήσει ξεκάθαρα αν υπάρχει περίπτωση να αναλάβει αυτή την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, διαδεχόμενη τον Ντόναλντ Τουσκ. Θέση για την οποία την πρότεινε ο άλλοτε συνοδοιπόρος της στην κυβέρνηση του μεγάλου συνασπισμού, σοσιαλδημοκράτης Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. Η παρέμβαση αυτή σχολιάστηκε αρκετά, αφού δεν προέρχεται από κάποιον τυχαίο τρίτο, αλλά από ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της Σοσιαλδημοκρατίας. Ο μεγάλος συνασπισμός μπορεί να χάνει σε μέγεθος, αλλά εξακολουθεί να θεωρεί ότι διαθέτει περισσό πολιτικό βάρος για να καθορίζει τις εξελίξεις στην Ευρώπη συνήθως με παρασκηνιακές διαδικασίες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet