Συμπεράσματα και προβλέψεις μετά τις ευρωεκλογές



Του Γκοφρέντο Αντινόλφι

Νοέμβριος 2015, μετά από σκληρές και κοπιαστικές διαπραγματεύσεις, ο Αντόνιο Κόστα γίνεται σοσιαλιστής πρωθυπουργός σε μια κυβέρνηση που στηρίζεται, για πρώτη φορά μετά το 1976, από τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς: Μπλόκο της Αριστεράς (Be), Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Pcp), Οικολογικό Κόμμα “Os Verdes” (Pev) και, προφανώς, Σοσιαλιστικό Κόμμα (Ps). Ένα πείραμα το οποίο, αντίθετα με όλες τις προβλέψεις, κατόρθωσε να ολοκληρώσει τη νομοθετική περίοδο. Άρα είναι καιρός να δούμε τι αντιπροσώπευσε σε ηπειρωτικό επίπεδο αυτή η θεμελιώδης εμπειρία. Το σημαντικότερο στοιχείο για την κατάσταση της υγείας της Geringonça, όπως ονομάζεται άτυπα η προοδευτική συμμαχία, είναι αναμφίβολα το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του περασμένου Μαΐου. Υπό αυτή την έννοια, τα μηνύματα είναι ιδιαίτερα θετικά. Δύο οι νικητές: το μετριοπαθέστατο Σοσιαλιστικό Κόμμα που συγκεντρώνει το 33% των ψήφων και νομιμοποιείται χάρη στις μεταρρυθμιστικές ωθήσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Μπλόκο της Μαρίζα Ματίας, το οποίο, μολονότι παρέμεινε σταθερό σε σύγκριση με τις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, πράγμα καθόλου δεδομένο, διπλασιάζει τις ψήφους του σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2014, περνώντας από το 4% στο 10%. Σκληρή ήττα, αντίθετα, για την Ενωτική Δημοκρατική Συμμαχία (Cdu που αποτελείται από το Κομμουνιστικό κόμμα και τους Πράσινους) η οποία πέφτει από το 12% στο 7%. Εκμηδενίζεται όμως η δεξιά: το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (Psd) και το Κοινωνικό Δημοκρατικό Κόμμα/Λαϊκό Κόμμα (Cds/PP), μαζί, καθηλώνονται στο 29%, ενώ είναι περίπου ανύπαρκτη η ακροδεξιά.

Θετικός απολογισμός

Από αυτά μπορούμε να εξάγουμε το πρώτο αρκετά κοινό συμπέρασμα: οι ψηφοφόροι δεν τιμωρούν απαραίτητα όποιον βρίσκεται στην κυβέρνηση, το κάνουν αναμφίβολα όταν νιώθουν απογοητευμένοι. Αυτή τη φορά δεν συνέβη, γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο απολογισμός αυτών των σχεδόν τεσσάρων ετών ήταν θετικός: αύξηση του κατώτατου μισθού, επενδύσεις στο κοινωνικό κράτος, και άλλες πολιτικές στήριξης του εισοδήματος συνέβαλαν στην οικοδόμηση ενός κλίματος σχετικής αισιοδοξίας. Το βιοτικό επίπεδο μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού αυξήθηκε και ο δείκτης Gini, που μετρά την εισοδηματική ανισότητα, μειώθηκε από το 34,5% του 2014 στο 33,5% του 2017 (παρόλα αυτά είναι ακόμη από τους υψηλότερους στην Ευρώπη).
Απουσία ακροδεξιάς και επαναπροώθηση του κοινωνικού κράτους και, άρα, όλα καλά; Όχι, το πλαίσιο είναι σαφώς πιο σύνθετο από όσο μπορεί να φαίνεται στην πρώτη ματιά. Ασφαλώς έγιναν πολλά, αλλά στην ουσία, ή καλύτερα, όσον αφορά τη δομή δεν άλλαξε πραγματικά τίποτα και, πιθανά, τίποτα δεν ήταν δυνατό να αλλάξει. Υπάρχει η έμμονη ιδέα του ελλείμματος: είμαστε πλέον κοντά στο μηδέν, ιστορικό ρεκόρ. Αυτή ήταν πάντα η πρώτη μεταβλητή που έπρεπε να ληφθεί υπόψη πριν αποφασιστεί οποιοδήποτε είδος δαπάνης. Οι πολιτικές «επεκτατικής λιτότητας» - δηλαδή εκείνα τα μέτρα που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών για να ενισχύσουν την αγοραστική δύναμη των μισθών και για να επεκτείνουν το κοινωνικό κράτος- ήταν εφικτές χάρη σε μια σοβαρή οικονομική ανάπτυξη (κατά μέσο όρο περίπου το 2% το χρόνο).
Δεύτερο: τα μέτρα αναδιανομής του εισοδήματος υπήρξαν πολύ δειλά. Βέβαια, η ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών μειώθηκε, λίγο όμως και, όπως είδαμε είναι ακόμη πολύ υψηλή. Μιλάμε για μια χώρα στην οποία το 25% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.
Τρίτο: μεγάλα χρηματικά ποσά δαπανήθηκαν για να ενισχυθούν οι ισολογισμοί των τραπεζών. Όλα καλά αν αυτό μπορεί να χρησιμέψει στο να αποφευχθούν χειρότερες ζημιές, αλλά ίσως να είναι επίσης αναγκαίο να αλλάξουν οι κανόνες για να αποφευχθεί μια δεύτερη κατάρρευση.
Τέταρτο: η αγορά ακινήτων. Το Airbnb και το tax free για όποιον εγκαθίσταται στην Πορτογαλία, καθώς και μια άγρια απορρύθμιση που επέβαλλε η προηγούμενη κεντροδεξιά κυβέρνηση, προκάλεσαν μια έκρηξη τιμών και μια συνεπαγόμενη έξοδο από τις δύο μεγαλύτερες πόλεις –Λισαβόνα και Οπόρτο- προς τα περίχωρα. Ευρέως ακατάλληλη υπήρξε μέχρι σήμερα η απάντηση της κυβέρνησης για να αλλάξει αυτή την τάση.

Η πορτογαλική περίπτωση ως οδηγός

Στην ουσία το πορτογαλικό ζήτημα και γενικότερα το ζήτημα των δυτικών δημοκρατιών είναι το ακόλουθο: μπορείς να λάβεις μέρος στις εκλογές, μπορείς να πας και στην κυβέρνηση, αλλά η κυριαρχία σου είναι περιορισμένη, υπάρχουν πράγματα που αν τα αγγίξεις, θα καείς και δεν θα ξαναβγείς στην κυβέρνηση.
Η ανάλυση της πορτογαλικής περίπτωσης μας βοηθά να κατανοήσουμε πόσο σφιχτή είναι η θηλιά γύρω από το λαιμό των εθνικών κυβερνήσεων. Όταν το Μπλόκο, οι Πράσινοι και οι Κομμουνιστές υπέγραψαν το 2015 μια συμφωνία με τους σοσιαλιστές, που εγκαινίασε τη Geringonça, γνώριζαν καλά ότι κάποιες πολιτικές δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, μεταξύ των οποίων ήταν τα πλαφόν του ελλείμματος, ο φόρος ακίνητης περιουσίας και ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Μπλόκο και το Κομμουνιστικό Κόμμα έκαναν λάθος στηρίζοντας με συνέπεια τη συμμαχία, ή ότι απαρνήθηκαν τα ιδανικά ή τις αξίες τους, το αντίθετο συνέβη, γιατί, αν η δεξιά εξακολουθούσε να κυβερνά τη χώρα, το κοινωνικό κράτος απλά θα κατεδαφιζόταν. Αυτό που θέλουμε να υπογραμμίσουμε είναι ότι, με δεδομένη τη δομή ενός κόσμου βαθιά διασυνδεδεμένου, ή η αριστερά θα είναι τουλάχιστον ηπειρωτική, διοργανώνοντας μάχες και στρατηγικές ικανές να επηρεάσουν τη δομή, ή δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί διαφορετικούς επιλόγους.
Για να κατανοήσουμε επομένως ποια είναι τα μελλοντικά, λιγότερο ή περισσότερο κοντινά σενάρια, πρέπει να κατανοήσουμε ότι όλα έγιναν χάρη στην αύξηση του ΑΕΠ. Ένα πλαίσιο που κατά τα άλλα δεν είναι νέο, αν σκεφτούμε την Ισπανία του Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο ή τη Βραζιλία του Λουίς Ινιάσιο Λούλα Ντα Σίλβα και μετά τη Ντίλμα Ρούσεφ, δύο περιπτώσεις που δεν είναι πολύ διαφορετικές, οι οποίες άρχισαν με μεγάλους ενθουσιασμούς και κατέληξαν σε μια πικρή απογοήτευση. Αυτό γιατί και στις δύο περιπτώσεις, της Βραζιλίας και της Ισπανίας, ήταν αναγκαίο να αντιμετωπιστούν, έστω και με διαφορετικό τρόπο, οι ίδιες λογικές: τελείωσε η οικονομική ανάπτυξη, τελείωσε ο γάμος.

Τελείωσε ο γάμος;

Θα μπορούσε να γίνει το ίδιο στην Πορτογαλία; Η Τράπεζα της Πορτογαλίας προβλέπει για το 2019, 2020 και 2021 μια ανάπτυξη σχεδόν μιάμισης μονάδας ετησίως, άρα μια επιβράδυνση σε σχέση με τους προηγουμένους, ενώ τα χρήματα για ξόδεμα θα είναι λιγότερα. Το Μπλόκο, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι Πράσινοι έχουν σαφώς αντιληφθεί ότι το μέλλον θα είναι πιο πολύπλοκο από το παρόν και άρα προσπαθούν να ξεγλιστρήσουν, χωρίς όμως να αναλάβουν τη ρητή ευθύνη για τη ρήξη. Παρά ταύτα, το κλίμα είναι όλο και πιο τεταμένο. Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες ένα ατύχημα στην πορεία της μεταρρύθμισης των νέων υπολογισμών του χρόνου προϋπηρεσίας των δημοσίων υπαλλήλων θα μπορούσε να είχε ανοίξει τις πόρτες για τις πρόωρες εκλογές. Ακολούθησαν οι μόνιμες αμοιβαίες κατηγορίες. Η Μαρίζα Ματίας (ευρωβουλεύτρια του Μπλόκο), κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα επιτέθηκε στον Κόστα επειδή πλησίασε «επικίνδυνα» τον Εμανουέλ Μακρόν, έναν ηγέτη ο οποίος «δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιβάλλει ευελιξία και να στοιχηματίζει πάνω στην επισφάλεια ως τρόπο εργασίας, ενώ παράλληλα μείωνε τους φόρους στα «μεγάλα κεφάλαια». Στη συνέχεια, όσον αφορά το μέλλον της Geringonça, ξεκαθάρισε: «Τα μέλη του Μπλόκο είναι στους αντίποδες μιας συμμαχίας που προωθεί την επισφάλεια, τη λιτότητα και τις πολιτικές επιβολής κυρώσεων σαν αυτές που υπερασπίστηκε [ο γάλλος πρόεδρος]» (απόσπασμα από το περιοδικό Expresso της 22ας Μάη). Μια γραμμή που δεν διαφέρει από τη γραμμή του γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Τζερόνιμο ντε Σόουζα, ο οποίος, στη σαφή ερώτηση για τη συμμαχία απαντά: «χωρίς ρήξη και μια εναλλακτική πολιτική, δεν είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε την εξουσία για την εξουσία» (δημόσια τηλεόραση Rtp1, 23 Μαΐου).
Μια διέξοδος, όλο και πιθανότερη, αλλά που ακόμη είναι νωρίς για να βεβαιωθούμε, είναι η συμμαχία με ένα σχήμα που τετραπλασίασε τις ψήφους του στις προηγούμενες ευρωεκλογές, συγκεντρώνοντας ένα χρησιμότατο, για το Σοσιαλιστικό Κόμμα, 5%: Pessoas Animais e Natureza (Pan), ένα κόμμα με το οποίο, όπως λέει ο πρωθυπουργός «υπήρξε τα τελευταία χρόνια μια σχέση ευρείας συνεργασίας» (τηλεοπτικός σταθμός SIC 28 Μαΐου). Τελευταία πιθανότητα, μια απόλυτη πλειοψηφία των σοσιαλιστών ή μια κυβέρνηση μειοψηφίας, αλλά γι’ αυτό θα πρέπει να περιμένουμε να κλείσουν οι κάλπες στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet