Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης την επικρίνουν ότι υπό το φως των δυσμενών αποτελεσμάτων, εμφάνισε ένα πρόγραμμα που όμως είναι αποσπασματικό ή και αντιγραφή από τα προγράμματα ΚΙΝΑΛ και ΝΔ.
Αυτοί που αφαίμαξαν και φτωχοποίησαν την ελληνική κοινωνία την περίοδο 2010-2014, εμφανίζονται σήμερα σαν προστάτες και επίδοξοι σωτήρες της. Ο πρωθυπουργός και οι αρμόδιοι υπουργοί παρουσίασαν ένα συνολικό πρόγραμμα διακυβέρνησης μέχρι το 2023, με τη χώρα πλέον εκτός μνημονίων. Είναι ένα πλήρως κοστολογημένο, τεκμηριωμένο και εναρμονισμένο με τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της χώρας σχέδιο, προσανατολισμένο στις ανάγκες της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Στο πρόγραμμά μας, λοιπόν, δεν θα βρει κανείς δέσμευση για προσλήψεις στο Δημόσιο με τον κανόνα 1:5, δεν θα βρει ασφαλιστικό τύπου Πινοσέτ, όπου όσοι μπορούν να πληρώσουν θα έχουν ασφάλιση, οι υπόλοιποι θα βρεθούν στον Καιάδα. Αντίθετα, θα βρει την πρόβλεψη για εκ νέου αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 7,5% το 2020 και 7,5% το 2021, θα βρει πρόβλεψη για 10.000 προσλήψεις στην Υγεία και 15.000 προβλέψεις στην Παιδεία. Είναι παντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός περί αντιγραφής, με τη ΝΔ είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι.

Γιατί είναι πειστική η θέση του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία ότι είναι εφικτή η αναστροφή του αποτελέσματος των ευρωεκλογών;
Δεν είναι αυτή η θέση μας. Το πρωί της 7 Ιουλίου οι κάλπες θα είναι άδειες και η όποια ανατροπή αφορά στο αίσθημα βεβαιότητας που καλλιεργούν οι πολιτικοί μας αντίπαλοι για δεδομένο νικητή. Πιστεύουμε στη νίκη, γιατί πιστεύουμε στο πρόγραμμά μας και στις ιδέες μας. Όσο η πολιτική αντιπαράθεση θα εξελίσσεται μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών προσταγμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και της ΝΔ, τόσο πιο κοντά θα βρισκόμαστε στην εκλογική επιτυχία. Αυτός είναι ο στόχος μας τις μέρες μέχρι τις εκλογές, η παρουσίαση του προγράμματός μας στον κόσμο και η ανάδειξη της διαφορετικής πολιτικής και ιδεολογικής οπτικής που έχουμε με τη ΝΔ για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας.

Ποιο το κεντρικό διακύβευμα των εκλογών, δηλαδή της επόμενης τετραετίας, κατά τη γνώμη σου;
Με λίγα λόγια, το αύριο του τόπου μας. Κάθε μέρα που περνά, γίνεται όλο και πιο αντιληπτό το μέγεθος της διαφοράς των δύο πολιτών σχεδίων, του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία από τη μία, της ΝΔ και των πρόθυμων συνοδοιπόρων της, από την άλλη. Η βασική ερώτηση που καλούμαστε ως κοινωνία να απαντήσουμε στις εκλογές είναι αυτή, το πώς θα πορευτούμε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια: Όλοι μαζί, για το συλλογικό καλό, για μία βιώσιμη πρόοδο που τα οφέλη της θα κατανέμονται δίκαια σε όλους, ή ο καθένας μόνος του στο στίβο του οικονομικού ανταγωνισμού, όπου η καταστρατήγηση των κοινωνικών δικαιωμάτων θα ισοδυναμεί με το επιδιωκόμενο ατομικό κέρδος;

Και μετά την έξοδο Βενιζέλου, η γραμμή του ΚΙΝΑΛ παραμένει ότι πρέπει να «αποτελέσει το δυνατό αντίβαρο τόσο στις συντηρητικές πολιτικές όσο και στον ανεύθυνο λαϊκισμό». Πώς πρέπει να απαντηθεί αυτή μεροληπτική αμφισημία από τον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία;
Ο πολιτικός λόγος και οι πολιτικές τακτικές του ΚΙΝΑΛ παρουσιάζουν πλήθος παρόμοιων αντιφάσεων. Το ΚΙΝΑΛ δεν έχει ακόμα συμβιβαστεί με την απώλεια της ηγεμονίας του στον προοδευτικό χώρο, απώλεια που προκλήθηκε από τον σφιχτό εναγκαλισμό του με το νεοφιλελευθερισμό και τη μετατόπισή του σε πιο συντηρητικές θέσεις και ταυτόχρονα από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Η τακτική του είναι ευκαιριακή και μικροκομματική. Από τη μία, αναζητά τακτικές ώστε να διασωθεί πολιτικά, να εκφέρει έναν ευδιάκριτο πολιτικό λόγο και, από την άλλη, η ηγετική του ομάδα, εθισμένη στην κυβερνητική εξουσία, αναζητά τρόπους για να την ξαναποκτήσει. Έτσι προκύπτει και η δαιμονοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, ως αποτέλεσμα. Η επιλογή αυτή είναι ακραία καιροσκοπική και είναι σε βάρος του προοδευτικού χώρου στο σύνολό του. Δείχνει να απαρνείται τα καταγωγικά χαρακτηριστικά του και πολύ περισσότερο δείχνει να αγνοεί τις διεργασίες που συντελούνται στην Ευρώπη. Εκεί όπου τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να συγκροτείται ένα μέτωπο των προοδευτικών δυνάμεων, απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό, τις διαλυτικές αντικοινωνικές πολιτικές και την ακροδεξιά. Το ΚΙΝΑΛ οφείλει να αναλογιστεί το μέγεθος της μικροκομματικής και αδιέξοδης τακτικής του και επιτέλους να επιλέξει από ποια πλευρά της ιστορικής στιγμής θα σταθεί.

Θα είσαι υποψήφιος σε μια περιοχή όπου πάντα η Αριστερά δίνει μεγάλο βάρος και στις ευρωεκλογές είχε μείωση. Πού πρέπει να δοθεί το βάρος στη νέα μάχη, πώς σκέφτεσαι να συμβάλλεις;
Ο Β2΄ Δυτικός Τομέας των Αθηνών είναι μια από τις εκλογικές περιφέρειες όπου, παρά τις απώλειες, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία παρέμεινε πρώτος, στις ευρωεκλογές. Είναι η «περιοχή των ψυκτικών» κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εμείς που την γνωρίζουμε καλύτερα, γνωρίζουμε πως είναι πλούσια σε ιστορία και κοινωνικούς αγώνες, από ανθρώπους της εργασίας, της επιστήμης, του πολιτισμού, του αθλητισμού. Εδώ ζουν πάρα πολλοί αγωνιστές της καθημερινότητας, που συγκρινόμενοι με άλλους, από διαφορετικές περιοχές του Λεκανοπεδίου, εκκίνησαν με λιγότερα εφόδια, αλλά κατάφεραν να αγωνιστούν και να βγουν νικητές στη δουλειά τους, στην επιχείρησή τους, στην τέχνη τους, στο άθλημα τους. Σε αυτούς τους πολίτες, γυναίκες και άνδρες, νέες και νέους των δυτικών προαστίων οφείλουμε να απευθυνθούμε στον καθένα προσωπικά, να παραχθούμε τα λάθη μας, να εξηγήσουμε γιατί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να είναι η πολιτική επιλογή για ένα καλύτερο αύριο. Είμαι αισιόδοξος, εάν αναλογιστώ τις συναντήσεις και επισκέψεις που ήδη είχα, έχουμε ακόμα πολύ δουλειά να κάνουμε τις δύο εβδομάδες που απομένουν.

Πώς σχολιάζεις τις τοποθετήσεις ΝΔ και ΚΙΝΑΛ για την ελληνοτουρκική ένταση και ειδικά τη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ;
Δυστυχώς το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μένος που διακατέχει τους πολιτικούς μας αντιπάλους είναι τέτοιο, που τους έχει κατ’ επανάληψη οδηγήσει σε τοποθετήσεις που βάζουν το μικροπολιτικό συμφέρον πάνω από το εθνικό, παρόμοια στάση είχαν κρατήσει για παράδειγμα και με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με έκπληξη ακούσαμε τον ίδιο τον κ. Μητσοτάκη, αναφερόμενο στη σύγκληση του ΚΥΣΕΑ, να μιλάει περί «υπερβολικής» αντίδρασης της ελληνικής κυβέρνησης. Η τουρκική προκλητικότητα εντείνεται, το ζήτημα μπαίνει με τον πλέον επίσημο τρόπο στην ατζέντα των ευρωπαϊκών θεσμών, αναμένονται για πρώτη φορά διεθνείς κυρώσεις εναντίον της γείτονος χώρας και η Νέα Δημοκρατία εγκαλεί την ελληνική κυβέρνηση για «δραματοποίηση». Νομίζω ότι ακόμα και η ανευθυνότητα έχει τα όρια της.

Ασφαλώς το υπουργείο Άμυνας δεν καθορίζει τα της εξωτερικής πολιτικής. Όσον αφορά, όμως, την ένταση που προκαλεί η Τουρκία στις σχέσεις της με την Ελλάδα έχει, με προφανή τη σοβαρότητά της, πολύ ενδιαφέρον να μας διατυπώσετε την προσέγγισή σας εδώ, αλλά και την άποψή σου.
Το ΥΠΕΘΑ δεν καθορίζει την εξωτερική πολιτική, συμμετέχει όμως στην άσκηση της, όπως αυτή καθορίζεται κάθε φορά από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα και το υπουργείο Εξωτερικών. Χαρακτηριστικά επιτεύγματα της πολυδιάστατης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια είναι η επέκταση υφιστάμενων συμμαχιών, η ανάπτυξη νέων και σε νέα πεδία ενδιαφέροντος, όπου είχαμε κοινά συμφέροντα. Κοινός παρανομαστής των διπλωματικών μας προσπαθειών είναι η διασφάλιση του εθνικού συμφέροντος, ακολουθώντας πιστά τις επιταγές του Διεθνούς Δικαίου. Η επέκταση του διπλωματικού μας κεφαλαίου τα τελευταία χρόνια, πέρα από κοινή διαπίστωση, είναι και μία ενοχλητική κατάσταση για τους γείτονές μας, οι οποίοι στις επιτυχίες μας αντιτάσσουν ένταση και προκλητικότητα. Οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας στα χρόνια της οικονομικής χρήσης κατάφεραν να μην χάσουν σε αποτρεπτική ισχύ, το αντίθετο συνέβη, και το αποτέλεσμα αυτό αποδίδεται, πρωτίστως, στο έμψυχο δυναμικό τους.

Ποια η εμπειρία σου από τη θητεία σου στο υπουργείο και ποιες θα αναφέρεις ως σημαντικές από τις παρεμβάσεις της ευθύνης σου;
Στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας κάναμε μια συγκεκριμένη και πολύ στοχευμένη προσπάθεια κοινωνικής μέριμνας σε ό,τι αφορά τους νέους μας και τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Θα αναφέρω χαρακτηριστικά τη μείωση της θητείας για όλα τα παιδιά πολυτέκνων και τριτέκνων οικογενειών, την καθιέρωση οικονομικών και κοινωνικών κριτηρίων για τις μεταθέσεις στρατευσίμων, τις ρυθμίσεις για την εναλλακτική θητεία, τις διευκολύνσεις για τη νέα γενιά ανυπότακτων, που είναι οι νέοι που έφυγαν από την Ελλάδα στη διάρκεια της κρίσης, ώστε να έρθουν και να εκπληρώσουν τη στρατιωτική τους υποχρέωση χωρίς συνέπειες. Δρομολογήσαμε την αύξηση του «μισθού» του στρατιώτη από 8 σε 30 ευρώ το μήνα. Ταυτόχρονα, υπήρξαν διάφορες καινοτομίες ως προς τη στρατιωτική θητεία στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης των ενόπλων δυνάμεων, όπως ο κατάργηση των Κέντρων Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων στο στρατό ξηράς και η κατάταξη τους κατευθείαν στις μάχιμες μονάδες. Μένουν να γίνουν πολλά ακόμα για την παραπέρα αναβάθμιση της στρατιωτικής θητείας, ωστόσο νομίζω ότι κάναμε ορισμένα σημαντικά βήματα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet