Το πικρόχολο σχόλιο του κ. Γιουνκέρ για τη «δημιουργική λογιστική» της περιόδου 2004-2009 μας θύμισε γεγονότα που πολλοί θα ήθελαν να ξεχάσουμε. Τι ακριβώς είναι αυτό που θέλουν να ξεχάσουμε; Ότι αυτοί που μας υπόσχονται σήμερα σημαντικές μεταρρυθμίσεις, που θα προσελκύσουν επενδύσεις, που θα φέρουν ανάπτυξη, και η πίτα θα μεγαλώσει τόσο που θα φτάνει να χορτάσει αχόρταγους και στερημένους, μας έχουν πολλές φορές ξαναπεί τα ίδια. Μόνο που το αποτέλεσμα ήταν πενιχρό έως ανύπαρκτο. Με ποιες συστάσεις έρχονται, λοιπόν, και μας σερβίρουν το «νέο» αφήγημά τους; Ή, καλύτερα, πού βρίσκουν το θράσος να το κάνουν; Τους οδηγεί ο πατριάρχης ενός ρεαλισμού στα όρια του κυνισμού, ο οποίος είχε αποφανθεί ότι « σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα θυμάται τίποτα». Ας προσπαθήσουμε να καταπολεμήσουμε τη λήθη που επικαλείται αυτός ο κυνισμός, με αντίδοτο τη μνήμη.

Αυτοί θα μας μεταρρυθμίσουν;

Πίσω από τη δημιουργική λογιστική, που μας θύμισε ο «κακός» Γιουνκέρ, κρυβόταν ένα τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα. Πού οφειλόταν; Οπου οφείλονται τα περισσότερα ελλείμματα: στη διόγκωση μη παραγωγικών δαπανών και στη μείωση των, φορολογικών κατά βάση, εσόδων. Σε τι μεταφράζονται αυτά; Σε σπατάλες ή τουλάχιστον αστοχίες, που καλύφθηκαν με αλόγιστο δανεισμό, ο οποίος κατά βάση πήγε στο βρόντο. Αλλά και σε ένα φορολογικό σύστημα, το οποίο, ρίχνοντας τα βάρη σε μισθωτούς και συνταξιούχους που δεν μπορούν να κρυφτούν, άφηνε συνειδητά στο απυρόβλητο ευρύτατα τμήματα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, είτε με τη μέθοδο της φοροαπαλλαγή, είτε με την ανοχή της φοροδιαφυγής. Όλα αυτά σήμααιναν ατελέστατους ελεγκτικούς και εισπρακτικούς μηχανισμούς, μακριά από τις δυνατότητες που δίνει η αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Μήπως όλες αυτές οι τρύπες έκλεισαν όταν τις ανέδειξε δραματικά η κρίση; Κυβερνήσεις όλων των δυνατών συνδυασμών επί πέντε σχεδόν χρόνια δεν έκαναν τίποτε για να βελτιώσουν και εκσυγχρονίσουν ελεγκτικούς και εισπρακτικούς μηχανισμούς. Η γενίκευση του πλαστικού χρήματος στις πληρωμές, η υποχρεωτική χρήση των POS, η υποχρεωτική συναλλαγή μέσω τραπέζης για ποσά άνω των 300 ευρώ κλπ. ήταν μέτρα εφικτά και αποτελεσματικά, που δεν θέλησαν να εφαρμόσουν. Προτίμησαν την επιβολή με ισοπεδωτικό τρόπο ενός κατ’ αρχήν δικαιολογημένου προοδευτικού φόρου στην ακίνητη περιουσία, δυσφημίζοντάς τον. Και βέβαια, την αιματηρή περικοπή μισθών και συντάξεων στο δημόσιο. Οταν μιλούν για μεταρρυθμίσεις, άλλο εννοούν. Και σήμερα ακόμα, τους φόρους δεν τους βλέπουν σαν ένα εργαλείο οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης μέσω της προοδευτικότητας και της αναδιανομής, αλλά σαν εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα, που πρέπει να αρθεί. Γι’ αυτό υπόσχονται μείωσή τους και ό,τι ήθελε προκύψει με τις δημόσιες δαπάνες.

Αυτοί θα αναπτύξουν την οικονομία;

Υπήρχε, όμως, και ένα άλλο έλλειμμα, το οποίο γιγαντωνόταν παράλληλα με το δημοσιονομικό στη δεκαετία του 2000. Ηταν το έλλειμμα του ισοζυγίου, που έδειχνε ότι η οικονομία ασθενεί βαριά. Ολοι αυτοί που λένε σήμερα μεγάλα λόγια για την ανάπτυξη, δεν έκαναν τίποτα για την ανασυγκρότηση της οικονομίας πριν έρθει η κρίση. Και όταν ήρθε, συναίνεσαν στην πολιτική της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης, που μείωσαν το ΑΕΠ πάνω από 25% και κατέστρεψαν ολόκληρους κλάδους παραγωγής. Την ίδια στιγμή που βύθιζαν στη φτώχια και την ανεργία τεράστια τμήματα του πληθυσμού.
Και σήμερα ακόμα δεν προτείνουν τίποτε συγκεκριμένο, όταν μιλούν για την οικονομία και την παραγωγή. Αυτοί που άφησαν πίσω τους εγκαταλειμμένα στη μέση υπερκοστολογημένα έργα υποδομής και μια οικονομία κατεστραμμένη, υπόσχονται απλώς τη νεοφιλελεύθερη Εδέμ, ότι, με την άνοδό τους στην εξουσία, θα τρέξουν οι μεγάλες επενδύσεις. Οι οποίες αυτομάτως θα φέρουν ανάπτυξη και αυτή με τη σειρά της θα ανεβάσει αυτομάτως τις αμοιβές και θα πολλαπλασιάσει τις θέσεις εργασίας. Φέρνουν, μάλιστα, συχνά σαν παράδειγμα την περίπτωση του Ελληνικού. Ελπίζουν ότι θα έχουν πια όλοι ξεχάσει πως η «αξιοποίησή» του επιδιώκεται εδώ και 15 τουλάχιστον χρόνια, διάστημα κατά το οποίο οι κυβερνήσεις τους το πρόσφεραν οπουδήποτε άνευ όρων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ανησύχησαν μόνο όταν επιχειρήθηκε να τεθούν τα όρια μιας στοιχειώδους νομιμότητας, γιατί κάτι τέτοιες ευαισθησίες τις βλέπουν σαν «μη φιλικό για τους επενδυτές περιβάλλον».
Μήπως ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε, μετά από τόσες δεκαετίες υπό την κυριαρχία τους, με ποια αναπτυξιακή δυναμική προίκισαν την οικονομία, με ποιες αντοχές, με ποια προστασία από τις διεθνοποιημένες απειλές; Και ποια τα διαχρονικά οφέλη που είδε η πραγματική κινητήρια δύναμή της, οι εργαζόμενοι, ακόμη και την εποχή των παχιών αγελάδων; Η διαρκής διεύρυνση των ανισοτήτων, η συστηματική υπονόμευση των συλλογικών κατακτήσεών τους, που καταγγέλλονταν πάντοτε ως αντιαναπτυξιακά «κεκτημένα», και η ανάθεση του έργου της δίκαιης αμοιβής τους στην καλή διάθεση των εργοδοτών, που ο κ. Μητσοτάκης τους καλεί να ανταμείβουν τους εργαζόμενους με μπόνους, όταν αυτοί υπεραποδίδουν,δηλαδή τους υπερεκμεταλλεύονται. Αυτά, τα εντελώς αναχρονιστικά και τριτοκοσμικά, θεωρούν ακόμα φιλικό προς τις επενδύσεις περιβάλλον. Κι ας δοκιμάστηκε, κι ας μας οδήγησε στην πτώχευση.

Λιγότερο κράτος, περισσότερο δόγμα

Το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα το έδωσε στέλεχος της ΝΔ επιχειρηματίας, που κυνήγησε βίαια τους ελεγκτές του ΣΕΠΕ, όταν επισκέφτηκαν την επιχείρησή του. Η μόνη «μεταρρύθμιση» που θα δεχόταν αυτός και οι όμοιοί του, θα ήταν μια ελαχιστοποίηση του κράτους, ώστε να μη μπλέκεται στα πόδια τους και στις σχέσεις τους με τους εργαζόμενους, για να τους προστατέψει.
Αυτό το δόγμα ήταν που εμπόδιζε δεκαετίες τις κυβερνήσεις τους να ενισχύσουν το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας, καθώς και το συνταξιοδοτικό, διατηρώντας τα μέσα σε ένα άδικο, αναχρονιστικό και αναποτελεσματικό χάος, εντείνοντας την πραγματική ανασφάλεια. Ακόμα και την ενοποίηση των ταμείων σε έναν ενιαίο δημόσιο φορέα, βιώσιμο μακροπρόθεσμα, δεν την επιχείρησαν, γιατί «μεταρρύθμιση» γι’ αυτούς ήταν και παραμένει η αντικατάστασή του από την ιδιωτική ασφάλιση.
Το ίδιο δόγμα ήταν που τους εμπόδιζε να επιχειρήσουν την καθιέρωση δημόσιας πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μια μεταρρύθμιση που θα έθιγε την κερδοφόρα εμπλοκή των ιδιωτών στο δημόσιο σύστημα υγείας. «Μεταρρύθμιση» γι’ αυτούς θα ήταν η κατάργηση του κλόου μπακ και κάθε άλλου λογικού περιορισμού της σχεδιασμένης σπατάλης δημόσιων πόρων στο χώρο της υγείας.
Θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε κι άλλα παραδείγματα, που καθιστούν αναξιόπιστη τη μεταρρυθμιστική έφεση της ΝΔ και αναδεικνύουν, αντίθετα, ότι αυτό που χαρακτηρίζει το πρόγραμμά της, είναι η ταύτιση με το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Το οποίο δοκιμάστηκε με τα μνημόνια και ζήσαμε τα αρνητικά αποτελέσματά του. Αυτό θέλουν να εδραιώσουν, ακριβώς τη στιγμή που διαμορφώνονται οι συνθήκες για την έμπρακτη αμφισβήτησή του.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet