Του Αντώνιου Συρίγου*


Προκειμένου ένας καλόπιστος μελετητής ν’ ασχοληθεί κριτικά με τους προσφάτως επιψηφισθέντες κώδικες, εκτιμώ ότι πρέπει να λάβει υπ’ όψη του τα ακόλουθα:
Πρώτον, τα δύο νομοθετήματα υπακούουν σε ενιαία φιλοσοφία και δεν μπορούν να λειτουργούν αντιφατικά. Εν προκειμένω υπάρχει θαυμαστή ενότητα του πνεύματος που τα διέπει.
Δεύτερον, ο κώδικας ως σύνολο διακατέχεται από κάποιες αρχές, οι οποίες όταν εισάγεται προς συζήτηση δεν μπορούν να επιτρέψουν επεμβάσεις που θα τις νόθευαν.
Τρίτον, για τους λόγους αυτούς το Σύνταγμα (άρθρο 76 §6 και 7 συνδυαστικά με το άρθρο 111 §3 του Κανονισμού της Βουλής) προβλέπει ειδική διαδικασία για τη συζήτηση και την επιψήφισή τους.
Τέταρτον, η συζήτηση για τους νέους κώδικες προκειμένου να αντικαταστήσουν ένα νομικό καθεστώς 70 και πλέον χρόνων και να το προσαρμόσουν στις απαιτήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, έχει κρατήσει πάνω από μία δεκαετία και συνεχίστηκε ως την επιψήφισή τους. Κατά τη διάρκεια αυτής, όλοι συμφωνούσαν ότι πρέπει να εξορθολογιστούν. Κατά το διάστημα αυτό εργάσθηκαν πάνω από μία νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, έργο των οποίων, και κυρίως της τελευταίας, είναι οι επιψηφισθέντες κώδικες. Γι’ αυτό είναι λάθος και αδικεί όλους αυτούς τους επιστήμονες να ισχυρίζονται κάποιοι ότι είναι κομματικό προϊόν, μόνο και μόνο για να καλύψουν την προσχηματική απουσία τους. Η άρνηση της αντιπολιτεύσεως να εκφράσει επισήμως τις θέσεις της στην Βουλή αποκάλυψε την ένδεια και την απορία της απέναντι στις προτεινόμενες ρυθμίσεις, αλλά και το διαρκή της φόβο να μην φανούν οι εγγενείς αντιθέσεις που εμφωλεύουν ανάμεσα στους βουλευτές της. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να λησμονείται ότι όλοι συμφωνούσαν στην πλειονότητα των αλλαγών, αλλά δεν ήθελαν να επισημοποιήσουν τούτο με την ψήφο τους, κολακεύοντας δια της σιβυλλικής σιωπής των το πολύμορφο ακροατήριο των οπαδών τους (βλέπε όμως και τη διαφορετική στάση των Ευάγγελου Βενιζέλου και Σταύρου Θεοδωράκη).

Αναγκαίες καινοτομίες

Πέμπτον, οι νέοι κώδικες διαπνέονται από φιλελεύθερο πνεύμα, όπως τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ποινικά συστήματα, διασφαλίζοντας το δικαίωμα της πολιτείας να καταδιώκει το έγκλημα και συνάμα να προστατεύει τα δικαιώματα του πολίτη. Υπήρχε, λοιπόν, ευρεία συναίνεση όπως προκύπτει από τις προηγηθείσες συζητήσεις, που εξηφανίσθη κατά τις διαδικασίες στη Βουλή από το φόβο ότι η κυβέρνηση τόλμησε να προχωρήσει σ’ αυτό το σημαντικό βήμα που χρόνια έμενε μετέωρο λόγω ιδεολογικών προκαταλήψεων και αναβλητικής ατολμίας.
Έκτο, και προς επίρρωση των ανωτέρω ενδεικτικά αναφέρω κάποιες προτάσεις της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που έγιναν νόμος του κράτους, όπως η κατάργηση των πταισμάτων του αναχρονιστικού ν. 1608/50 (περί καταχραστών του δημοσίου), η αναμόρφωση του συστήματος ποινών, η πρόνοια για ειδική ποινική μεταχείριση των ανηλίκων, η ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητος, η εισαγωγή της ποινικής διαταγής, η βελτίωση της ποινικής συνδιαλλαγής, η εισαγωγή της ποινικής διαπραγμάτευσης κ.ά.
Πάντως προκαλεί εντύπωση ότι το βάρος των επικρινόντων τους νέους κώδικες περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον Ποινικό Κώδικα παραγνωρίζοντας τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που εισάγουν καινοτομίες και προστατεύουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Σημείο των καιρών ή μονομέρεια της ιδεοληπτικής έννοιας της ασφάλειας σε βάρος των δικαιωμάτων ή σύγχυση; Μένει να το εξακριβώσουμε.

Το στάδιο της πράξης

Και τίθεται το ερώτημα. Όλα καλά λοιπόν; Βεβαίως και όχι. Δεν υπάρχουν τέλεια συστήματα. Η πράξη είναι αυτή που τα δοκιμάζει. Αυτή θα μας καταδείξει αν και που υπάρχουν ατέλειες που πρέπει να διορθωθούν. Όμως, ο φόβος αυτός των όποιων ατελειών δεν μπορεί ν’ αποτελεί εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και εξορθολογισμό του ποινικού μας συστήματος, ούτε οι αέναες συζητήσεις και οι αναβολές μπορούν να συνιστούν πολιτική πρόταση.
Τέλος, οι νόμοι, όσο τέλειοι κι αν είναι, εξαρτώνται από την ορθή εφαρμογή τους από τους αρμόδιους. Πιστεύω ότι οι δικαστές, οι δικηγόροι, οι εισαγγελείς και όλοι οι εμπλεκόμενοι θα πράξουν τ’ αυτονόητα με ευρύτητα, σοφία και επιείκεια.
Θυμούμαι έναν στίχο σατυρικό από το “τίρι-λίρι”, ποίημα του Θεόδωρου Ορφανίδη (1858), όπου ένας ειρηνοδίκης απαντά στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης που ζητούσε δι’ εγκυκλίου «εις την εφαρμογήν αυτών (των νόμων) βαδίζετε συμφώνως μετά του λόγου του ορθού και της επιεικείας»:
«ελάβομεν κυρ Υπουργέ κι ανέγνωμεν ασμένως
Τον Αρμενόπουλον, ομού με τας Δικονομίας·
Αλλά του Λόγου του Ορθού και της Επιεικείας,
Τα θαυμαστά συγγράμματα εντός του κιβωτίου
Δεν εύρομεν και στείλε τα δια ταχυδρομείου.»

*Δικηγόρος, υποψήφιος βουλευτής Κυκλάδων με τον ΣΥΡΙΖΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet