Της Πόπης Σταυροπούλου*

Υπάρχουν σημαντικές «αθέατες» πλευρές στη στρατηγική της κυβέρνησης, που συνιστούν τομές και αναπροσανατολισμούς στις μέχρι πρότινος ασκούμενες πολιτικές, όπως η προσπάθεια ανασχεδιασμού των χρηματοδοτήσεων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, τα ΕΣΠΑ. Η προηγούμενη εμπειρία ήταν ότι, τηρώντας φυσικά τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, γίνονταν δράσεις με πολλούς και κάθε είδους ενδιάμεσους, εντάσσονταν έργα που είχαν αμφίβολη προέλευση και σχεδιασμό με αποτέλεσμα ή να μην υλοποιούνται ή να υλοποιούνται μερικώς ή να επιβαρύνουν τελικά τους εθνικούς πόρους. Κατάσταση που οδήγησε αναπόφευκτα στο λαϊκό ερώτημα «έχει κάνα ΕΣΠΑ και για εμάς»;
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε πρώτα μια μεγάλη μάχη να μην χαθούν πόροι για την Ελλάδα κλείνοντας το πρόγραμμα του ΕΣΠΑ 2007-2013 με απορρόφηση στο 107%. Στη συνέχεια, έβαλε στο κέντρο της προσοχής των προγραμμάτων τον τελικό ωφελούμενο πολίτη ή επιχείρηση. Για πρώτη φορά προγράμματα για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας, τουλάχιστον 3 δισ. έγιναν με αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια ώστε ο επιχειρηματίας να μπορεί να υπολογίσει την βαθμολογία του πριν υποβάλει την πρόταση του.
Έτσι άρχισαν οι αναδουλειές των μεσαζόντων, που, με το αζημίωτο, έταζαν στους υποψήφιους επιχορήγησης «θα βρω εγώ τον δικό μου», «θα βάλουμε μέσο τον τάδε» και γενικότερα πως είχαν τη δυνατότητα να κατευθύνουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Έτσι πράγματι συχνά απογοητεύτηκαν όσοι είχαν μάθει να κάνουν «business as usual» και με τη διαδικασία αυτή ξεβολεύτηκαν.

Διευκόλυνση, όχι εμπόδια

Η διασφάλιση μεγαλύτερου χρόνου υποβολής προτάσεων, σε συνδυασμό με την άμεση αξιολόγηση, έδωσε επίσης σημαντικό χρόνο προετοιμασίας, ώστε οι προτάσεις να είναι πιο ώριμες και υλοποιήσιμες και όχι φτιαγμένες στο πόδι για αρπαχτές.
Σχεδιάστηκαν τρόποι χρηματοδότησης που υπολογίζουν τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων -νέων και παλιών- εφαρμόζοντας πλούσιο διάλογο μαζί τους, όπως ο νέος νόμος για τις μικροχρηματοδοτήσεις από τον οποίο θα δανειοδοτηθούν χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες και μικρές επιχειρήσεις με μικροδάνεια μέχρι 25.000 ευρώ, που ήταν ζητούμενο γι’ αυτές, μιας και ο αποκλεισμός τους από διαδικασίες χρηματοδότησης από τις τράπεζες οδηγούσε σε μαρασμό και κλείσιμο.
Όλες οι χρηματοδοτήσεις, επίσης, συμπεριέλαβαν και την κοινωνική επιχειρηματικότητα που μέχρι τώρα ήταν αποκλεισμένη και αντιμετωπιζόταν ως ο φτωχός συγγενής ή καλύτερα με στερεότυπο τρόπο, που την έβλεπε ως επιχειρηματικότητα μόνο για τις ευπαθείς ομάδες και τους αδύναμους. Αντιθέτως, έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί όλο το τεράστιο δυναμικό της κοινωνικής επιχειρηματικότητας που αφορά συνεταιρισμούς νέων επιστημόνων σε δυναμικούς κλάδους της οικονομίας που δεν θέλουν να κινηθούν στα μοντέλα της κλασικής επιχειρηματικότητας αλλά μπορούν, με καινοτόμες ιδέες κοινωνικού ενδιαφέροντος, να δώσουν νέα πνοή στη λειτουργία και τις ανάγκες της αγοράς και να δημιουργήσουν, αφενός νέες θέσεις μόνιμης και σταθερής εργασίας, αφετέρου να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, αφού στα καταστατικά τους εμπεριέχουν στοιχεία κοινωνικής ανταποδοτικότητας.

Προγράμματα για νέους επιστήμονες

Πρώτοι εμείς ανοίξαμε τη συζήτηση για το brain drain και το brain waste. Κοιτάζαμε γύρω μας και βλέπαμε νέα παιδιά να αναζητούν διέξοδο στο εξωτερικό όχι εξαιτίας της φυσικής κινητικότητας αλλά εξαιτίας των κακών συνθηκών για την εργασία των νέων και ιδιαίτερα των νέων επιστημόνων. Αμέσως, λοιπόν, αναζητήσαμε απαντήσεις για το φαινόμενο, αφού το να περιγράφεις απλώς δεν είναι λύση για κανένα πρόβλημα.
Ενισχύθηκαν όσο ποτέ άλλοτε οι ερευνητικές υποδομές της χώρας και μάλιστα στοχευμένα, ώστε να υποστηριχθούν άμεσα ή έμμεσα οι τομείς που έχει αποδειχθεί πως θα συνεισφέρουν το μέγιστο στην ανάπτυξη. Έτσι 4.500 νέοι ερευνητές παραμένουν στη χώρα με υποτροφίες ή με συμβάσεις για ελεύθερη έρευνα –τη συστηματική έρευνα που γεννά η επιστημονική περιέργεια και όχι πιεσμένοι για έρευνα που θα έχει εφαρμογές μόνο στο χώρο των επιχειρήσεων. Ενώ από τα προγράμματα για την ενίσχυση των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων δημιουργήθηκαν 6.500 ποιοτικές θέσεις εργασίας.



Η εμπειρία από την Περιφέρεια Αττικής

Αξίζει ακόμη να αναφερθεί η συστηματική δουλειά για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας στην Περιφέρεια Αττικής αξιοποιώντας όλα τα πιθανά εργαλεία διαβούλευσης (ειδική ημερίδα, συναντήσεις με φορείς, ηλεκτρονική πλατφόρμα διαλόγου κ.λπ.) που οδήγησαν σε ενίσχυση με 55 εκατομμύρια συμπράξεις Δήμων για να υλοποιήσουν δικά τους σχέδια δράσεις για ενίσχυση των τοπικών αγορών, σε συμμετοχή με 50 εκατομμύρια στο «Ταμείο Επιχειρηματικότητας ΙΙ», σε ενίσχυση με 12 εκατομμύρια μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον τομέα του τουρισμού, τομέας που αποτελεί ισχυρό πλεονέκτημα για την Αττική και φυσικά το ειδικό πρόγραμμα ενίσχυσης των ΜμΕ στις πληγείσες περιοχές στην Αττική από τις πρόσφατες φυσικές καταστροφές ύψους 5 εκατ. ευρώ. Το τελευταίο είναι ένα πρωτοποριακό -για τα δεδομένα της Ελλάδας- πρόγραμμα που έρχεται να καλύψει το απωλεσθέν εισόδημα των επιχειρήσεων των συγκεκριμένων περιοχών.

Προσπάθεια που πρέπει να συνεχισθεί

Οι επισημάνσεις αυτές στοιχειοθετούν μια διαφορετική αντίληψη για την επιχειρηματικότητα που στηρίζεται στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και της καινοτομίας που θέλει το χρόνο της για να «περπατήσει» και να δείξει αποτελέσματα. Αξίζει τον κόπο και τις προσπάθειες και σίγουρα αξίζει να συνεχιστεί μετά την 7η Ιουλίου με την επανεκλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανακοπή αυτής της προσπάθειας θα φέρει πάλι στο προσκήνιο όλους τους δήθεν φίλους της επιχειρηματικότητας που οδήγησαν στη συμπίεση των μισθών, στο brain drain και τη χώρα στη χρεοκοπία και τα μνημόνια.

* Η Πόπη Σταυροπούλου είναι κοινωνιολόγος, περιφερειακή σύμβουλος εντεταλμένη αναπτυξιακού προγραμματισμού, εργάζεται στη ΜΟΔ Α.Ε. και είναι υποψήφια βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ στο Β3 Νότιο Τομέα Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet