Του Μιχάλη Μπαρτσίδη*

Μετά τις πρόσφατες εκλογές ανοίγει η συζήτηση στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ για την ανάγκη ανοίγματος του κόμματος και συνακόλουθα περί διαφύλαξης της αριστερής ταυτότητας. Ο διάλογος πρέπει να είναι παραγωγικός και γόνιμος, χωρίς δογματισμούς και αγκυλώσεις, αλλά και το άνοιγμα δεν μπορεί να γίνεται χωρίς αρχές προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ο προβληματισμός για τα υποκείμενα και την παραγωγή ταυτοτήτων

Είναι προφανές ότι πρόκειται για ένα αυθεντικό πρόβλημα προς σκέψη και επίλυση, το οποίο αναφέρεται στις σύγχρονες αναζητήσεις και θεωρίες περί τρόπων συγκρότησης των υποκειμένων και παραγωγής ταυτοτήτων. Αυτές προκύπτουν από την κριτική της έννοιας του συγκροτούντος και «κυρίαρχου» υποκειμένου, την κριτική της «ελευθερίας της βούλησης» και χαρακτηρίζουν το υποκείμενο ως συγκροτούμενο, σύνθετο και αμφίσημο.
Τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, συνιστούν μια άλλη χρήση της υποκειμενικότητας διαμορφούμενης όχι αποκλειστικά στο στοιχείο της συνείδησης (η οποία «συγκροτεί τον κόσμο» δίνοντας νόημα) αλλά και στις ασυνείδητες διαδικασίες οι οποίες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σχετίζονται με τις κοινωνικές σχέσεις, με την κοινωνικότητα, με τον Άλλο κ.λπ., διαδικασίες που επίσης «συγκροτούν τον κόσμο». Μ’ άλλα λόγια περιγράφεται όχι μια συγκροτούσα, αλλά μια συγκροτούμενη υποκειμενικότητα. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε περαιτέρω λεπτομέρειες μπορούμε να πούμε ότι σε αυτή την προσέγγιση εντάσσονται κάλλιστα αφενός ορισμένες όψεις της παράδοσης του Μαρξ όταν μιλά για τη πρακτική ως παραγωγή που ενώ είναι εξωτερική μας εντούτοις συνιστά και παραγωγή εαυτού και αφετέρου, του Φουκώ που μιλάει για την εσωτερίκευση της εξουσίας ως παραγωγικής πρακτικής με αποτέλεσμα την δημιουργία ταυτότητας.
Ωστόσο, δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες προοπτικές από τη μια η υπεράσπιση της ιδεολογικής ταυτότητας ενός πολιτικού χώρου και από την άλλη το άνοιγμα του. Μπορούμε να εξετάσουμε σύντομα τους δυο όρους του διλήμματος και να εξάγουμε χρήσιμα πολιτικά συμπεράσματα.

Όχι παραμονή στο «καταφύγιο»

Πολύ συχνά στην ιστορία έχει τεθεί το ζήτημα της υπεράσπισης μιας ταυτότητας μετά από ήττα ή και κατάρρευση. Υπάρχει μια διδακτική περίπτωση. Όταν ο Ναπολέων κατέκτησε τα γερμανικά εδάφη ο Φίχτε απευθύνθηκε στους Γερμανούς το 1807 με τους περίφημους Λόγους προς το Γερμανικό Έθνος και τους είπε: αδέρφια, ηττηθήκαμε εντελώς, διότι κατέρρευσαν τα εξωτερικά μας σύνορα, τα οποία δεν υπάρχουν πλέον ώστε να τα υπερασπιστούμε. Μπορούμε να υπερασπιστούμε τα εσωτερικά μας σύνορα- όρια που είναι η ταυτότητα και η γλώσσα μας. Αυτή η πρόταση δημιούργησε το μοντέλο υπεράσπισης της (εθνικής) ταυτότητας ως καταγωγής, που έκτοτε είχε αρκετό μέλλον.
Στην περίπτωση της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, όλοι ομολογούν ότι το 31.5% είναι αξιόλογο και δεν συνιστά στρατηγική ήττα, όπως θα ήταν η αρχόμενη κατάρρευση με μια σημαντικά χαμηλότερη εκλογική επίδοση. Εφόσον η παράταξη δεν κατέρρευσε τότε μπορεί να συνεχίσει κυρίως πολιτικά φροντίζοντας συγχρόνως μια ηθική διαδικασία αναβάπτισης. Αυτή η τελευταία είναι απαραίτητη, σε κάθε περίπτωση, αρκεί να είναι σύντομη: επιστροφή στο εσωτερικό, στις «πηγές του εαυτού», στις βασικές αρχές της Αριστεράς αλλά όχι παραμονή εκεί μέσα στο «καταφύγιο». Επανεξέταση των βασικών αρχών με βάση την ιστορική εμπειρία της παρελθούσας κρίσιμης πενταετίας, αναθεμελίωση τους ώστε να ακολουθήσει η έξοδος και πάλι, η κίνηση εκεί έξω στην πολιτική. Η ταυτότητα δεν παραμένει αμετάλλακτη διότι μας δίνει νόημα ύπαρξης, αλλά υπάρχουμε γιατί αλλάζουμε με βάση αρχές χωρίς τον φόβο για «χυλούς». Όχι «διαφύλαξη» σε μουσείο αλλά εμβάθυνση και συγχρόνως επικοινωνία με τους άλλους.

Η κίνηση εκεί έξω

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του διλήμματος περί του ανοικτού κόμματος, πριν μπούμε στη θεωρία και τα μοντέλα κόμματος, χρήσιμο θα ήταν να θυμηθούμε μια βασική θέση: τα κόμματα χτίζονται στη μάχη. Το κόμμα δεν είναι η «τελική» μορφή της ολοκλήρωσης των αγώνων και της σύνδεσης θεωρίας-πρακτικής. Η μεταφυσική αυτή αντίληψη επαναφέρει μια τελεολογία. Σύμφωνα με αυτήν, το κόμμα είναι το κέντρο και το όλον της πολιτικής κατ’ αναλογίαν του κράτους. Επίσης, οι μαζικοί αγώνες και τα κινήματα πρέπει να εκφράζονται και να συντίθενται από αυτό το κέντρο καθ’ όσον αυτό μπορεί να σκέφτεται για λογαριασμό τους, αθροίζοντας τις επιμέρους αλήθειες τους. Μια κριτική της μεταφυσικής αυτής διατυπώνει αργότερα και ο Αλτουσέρ με μια ένδειξη σε ένα από τα ύστερα γραπτά του: «Η πολιτική σήμερα δεν έχει κέντρο, κεντρικότητα, βρίσκεται παντού... δεν υπάρχει πολιτική στρατηγική ένα κέντρο της έρευνας, των μελετών, της λήψης των αποφάσεων και διεύθυνσης...» (Althusser, Φιλοσοφικά/ μτφρ. Αγγελος Ελεφάντης. Αθήνα: Πολίτης, 140-147).
Διαπιστώσαμε όλοι τα φαινόμενα αυτοοργάνωσης των πολιτών, αριστερών και μη, που μέρος αυτών αδιαφόρησε στις ευρωεκλογές και που ενδιαφέρονταν να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, είτε φτιάχνοντας λίστες, είτε μέσα από το messenger και τα υπόλοιπα social media. Και που ενδεχομένως θα κινητοποιηθούν και πάλι αντιμετωπίζοντας τα μέτρα της νέας κυβέρνησης. Τα κόμματα, λοιπόν, χτίζονται μέσα σε μια διαδικασία αγώνα δηλαδή η διαδικασία συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου είναι διαρκής διαδικασία, ένα γίγνεσθαι-υποκείμενο. Μέσα στην ιστορική διαδικασία ως διαδικασία χωρίς υποκείμενο είναι που αποκτά νόημα η «συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου». Αυτό που παλιότερα αποκαλούνταν συγκρότηση της ταξικής συνείδησης δεν είναι ένα διανοητικό εγχείρημα αλλά πριν απ’ όλα μια πρακτική διαδικασία. Με άλλα λόγια, διατυπώνεται η θέση ότι η ταξική πάλη είναι αυτή που συγκροτεί τους εργάτες σε τάξη. Συνεπώς, το κόμμα ταυτίζεται διαδοχικά με το γίγνεσθαι-τάξη, με τη συγκρότησή της ως αυτόνομης δύναμης με βάση την οποία υπάρχει. Δεν υπάρχει από πριν μια δύναμη με δεδομένη ταυτότητα την οποία πρέπει να διαφυλάξουμε.

Ο μετασχηματισμός

Μιλούμε λοιπόν για μετασχηματισμό. Ο μετασχηματισμός των κομμάτων απαιτείται διότι κλονίζεται η υπαγωγή των μαζών στις μορφές της αστικής πολιτικής, με αποτέλεσμα οι αντιφάσεις του κράτους να έχουν γίνει εσωτερικές αντιφάσεις του κόμματος και το κράτος να δείχνει πλέον τα όριά του. Η κρίση της κομματικής μορφής, όπως και των κρατικών μορφών γενικότερα, απαιτεί μια ρήξη η οποία δεν σημαίνει αναγκαστικά «καταστροφή» της μορφής αλλά μετασχηματισμό της. Ο μετασχηματισμός συμβαίνει πάντοτε σε συνθήκες κρίσης νομιμοποίησης ή κρίσης αντιπροσώπευσης, όπως στις μέρες μας, συνθήκες στις οποίες το κόμμα δεν μπορεί να επιτελέσει το ρόλο του που αποβλέπει στην ένταξη των μαζών στο κράτος και τους θεσμούς. Τότε, είναι υποχρεωμένο για να ξεπεράσει την κρίση ανοιχτεί και να αναγνωρίσει τις αποκλεισμένες δυνάμεις των μεταναστών, των γυναικών κ.λπ., παράγοντας μια νέα μορφή ένταξης, συμμετοχής και τελικά ενσωμάτωσης των μαζών. Απαραίτητο στοιχείο του μετασχηματισμού αποτελεί η σχετικοποίηση των ορίων του κόμματος με την υπέρβαση ή το βραχυκύκλωμα επικοινωνίας του «μέσα» και του «έξω» από αυτό.
Κατά συνέπεια, το δίλημμα «μέσα ή έξω» από το κόμμα (δηλαδή το κράτος) παίρνει εντελώς νέο χαρακτήρα, υπερβαίνοντας την μορφή του μεταφυσικού δυϊσμού και προσδιορίζοντας την επικοινωνία των δύο σφαιρών χωρίς οι σφαίρες αυτές να ανάγονται σε ένα ομογενές πεδίο. Το ρόλο αυτό της επικοινωνίας αναλαμβάνει η πολιτική δηλαδή η πρακτική των ατόμων και των μαζών ως παρέμβαση χωρίς «πλήρη και ολική» αντιπροσώπευση.
Η σχετικοποίηση των ορίων δεν σημαίνει «ξεπέρασμα» των αρχών που δομούσαν το πεδίο αλλά αναθεμελίωσή τους. Έτσι, η σχετικοποίηση του ορίου ανάμεσα σε έσω/έξω δεν σημαίνει εξαφάνιση του κόμματος αλλά ενοποίηση των προηγουμένως διακριτών πόλων σε ένα ενιαίο πεδίο. Το πεδίο αυτό δεν είναι ομοιογενές, καθ’ όσον οι πόλοι υπάρχουν στην ιδιαιτερότητά τους πλην όμως επικοινωνούν μεταξύ τους, δεν τήκονται και δεν ανάγονται όλα τα στοιχεία σε ένα στοιχείο με βάση την ομοιότητά τους, παραμένουν ετερογενή αλλά με δυνατότητα επικοινωνίας και μεσολάβησης ανάμεσά τους. Συνεπώς, οι διαφορετικές ταυτότητες καταγωγής συν-υπάρχουν σε ένα πεδίο ενιαίο αλλά και εσωτερικά οριοθετημένο. Σ’ αυτήν ακριβώς την ανάγκη ανταποκρίνεται η αναζήτηση μιας νέας έννοιας της πολιτικής: η πρώτη όψη συνίσταται στη δημιουργία χώρων οι οποίοι ευνοούν την επικοινωνία, από την άλλη, η θεσμική δημιουργία δεν αποτρέπει τη σύγκρουση συμφερόντων. Πρόκειται, λοιπόν, για μια αμφίσημη λειτουργία, για ένα αμφίσημο ρόλο της πολιτικής καθ’ όσον ενώνει αλλά και διαιρεί.
Από την παραπάνω εξέταση νομίζω ότι συνάγουμε ότι είναι συμβατά τα δυο πεδία: ηθική (αναθεμελίωση) και πολιτική (επινόηση). Είναι εφικτό να συνδυαστούν η υπεράσπιση ταυτότητας που δεν τίθεται ως υπαρξιακό ζήτημα με πολιτικό άνοιγμα που συνοδεύεται από αρχές σε συνθήκες μη κατάρρευσης. Η ωριμότητα, οι μεγάλες ιστορικές παρακαταθήκες, η θεωρητική και πολιτική εμπειρία των ανθρώπων του χώρου καθιστά πολύ πιθανή τη λύση του συνδυασμού των δυο στοιχείων προς όφελος του λαού και των εργαζόμενων.

* Ο Μιχάλης Μπαρτσίδης είναι επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Ν. Πουλαντζάς.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet