Του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου

Από την πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση του 1973 και μετά οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που δοκιμάστηκαν στο «θερμοκήπιο» των δικτατοριών που προετοίμαζαν, υποκινούσαν και στήριζαν οι ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική, γνώρισαν μία ευρύτατη εξάπλωση. Η χρονική σύμπτωση της παρουσίας του Ρέιγκαν στην προεδρία των ΗΠΑ και της Θάτσερ στην Ντάουνινγκ Στριτ, βοηθούσης και της αύξησης της έντασης στον ανταγωνισμό των εξοπλισμών ανάμεσα σε ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση, εδραίωσε αυτές τις πολιτικές που -στον πυρήνα τους- κινούνταν εκτός κάθε οικονομικής λογικής και οδήγησαν στην επιδείνωση της ζωής εκατομμυρίων εργαζομένων. Στόχος, φυσικά, ήταν η αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου που αναγόρευε σαν κύριο εχθρό του το κοινωνικό κράτος και όλες εκείνες τις θεσμικές κατακτήσεις που προστάτευαν την εργασία και τους λιγότερο προνομιούχους.
Σε πολλές χώρες του πλανήτη η κατάσταση θυμίζει την Αγγλία, ένα χρόνο μετά την άνοδο τον θρόνο της βασίλισσας Βικτωρίας. Τότε, λίγο πριν τη βιομηχανική επανάσταση, και συγκεκριμένα το 1838, ψηφίστηκε στο «νησί» ο νόμος των φτωχών. Ένας νόμος απάνθρωπος -όσο και τα μνημόνια- που υποχρέωνε τους άπορους και τους άνεργους να επιλέξουν ανάμεσα σε ένα οποιοδήποτε μεροκάματο, οσοδήποτε χαμηλό και αν ήταν ή τον εξοστρακισμό και την ταπείνωση του φτωχοκομείου. Η “κοινωνική” βοήθεια τότε ήταν σκόπιμα τόσο εξευτελιστική για να μην αποτελεί επιλογή. Γιατί το φτωχοκομείο ήταν η ελάχιστη ανάσα.

Η υπεράσπιση του νεοφιλελευθερισμού

Ακόμη και σήμερα πολλοί χρησιμοποιούν ένα ηλίθιο οικονομικό σκεπτικό που ασπάζονταν και τότε. Σύμφωνα με αυτό, αν τα ημερομίσθια πέσουν πολύ χαμηλά και δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, όλοι θα βρουν δουλειά αναγκασμένοι να αποδεχθούν το οποιοδήποτε μεροκάματο τους προσφερθεί. Ο ιδεολογικός πατέρας των νεοφιλελεύθερων ιδεών Φρίντριχ Φον Χάγιεκ είχε υποστηρίξει πως για να επικρατήσουν οι ιδέες του για την διακυβέρνηση και την οικονομία, θα έπρεπε όσοι τις συμμερίζονταν, να υιοθετήσουν ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής συμπεριφοράς των αριστερών. Τη βαθιά και σταθερή πίστη στην Ουτοπία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, τους πανεπιστημιακούς κύκλους χαρακτήριζαν αυτές τις ιδέες παράλογες, ανεδαφικές, καταστροφικές, αστείες και ουτοπικές.
Τη διατύπωση, υπεράσπιση και διάδοση αυτών των ιδεών στο πεδίο της οικονομίας που στόχευαν στην αντιπαράθεση και αποδόμηση της θεωρίας του Κέινς, ανέλαβε ο Μίλτον Φρίντμαν, ο ιδρυτής της περίφημης σχολής του Σικάγο. Πέρα από τα πολύ γνωστά οικονομικά χαρακτηριστικά της σχολής του Σικάγο, (που έχει περιγράψει εξαιρετικά η Ναόμι Κλάιν στο «δόγμα του σοκ») υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο με το οποίο είναι «ερωτευμένος» ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Με την πρωτοκαθεδρία των «υπεύθυνων» τεχνοκρατών (σε αντιδιαστολή με τους «ανεύθυνους» πολιτικούς) στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Η ιδέα αυτή για την άσκηση της πολιτικής, μαζί με την άποψη ότι τα οικονομικά δεν πρέπει να υπόκεινται σε δημοκρατικό έλεγχο, είναι σαφέστατα διατυπωμένες στο έργο του Χάγιεκ και -πλέον- ενσωματώθηκαν στις θεωρίες των καθεστωτικών οικονομολόγων, που κυριαρχούν στα πανεπιστήμια.

Ο μεγάλος κίνδυνος

Και εδώ εμφανίζεται ο μεγάλος κίνδυνος. Η ιδέα ότι πρέπει να κυβερνούν οι «άριστοι» και συχνά, (μη εκλεγμένοι διαχειριστές της οικονομικής εξουσίας) χωρίς τη δημοκρατική διαμεσολάβηση του πολιτικού προσωπικού και την ανάμειξη του αδαούς εκλογικού σώματος στα κοινά, είναι πολύ κοντά στην αναβάθμισή της σε μαζική ιδεολογία. Κάτι τέτοιο θα εγκαταστήσει στο ανθρώπινο μέλλον, μία αδιανόητη δυστοπία.
Αυτή, ίσως, να είναι η μεγάλη πρόκληση για την αριστερά. Να αποκαταστήσει την θέση και ισχύ της πολιτικής και να πιστέψει ξανά, με βάθος και ένταση, στην Ουτοπία.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet