Αναμφίβολα ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το μεγάλο εκλογικό άλμα την τελευταία δεκαετία γιατί προσέλκυσε μετά το 2009 το μεγαλύτερο μέρος των μέχρι τότε ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Αυτό έγινε, μεταξύ άλλων, γιατί το θεώρησαν ως το συγγενέστερο τοπολογικά και ιδεολογικά όταν αποφάσιζαν να μην ξαναψηφίσουν το μέχρι τότε κόμμα τους. Έκτοτε άρχισε μία έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο κόμματα για την εκλογική κατίσχυση και την κυριαρχία στο χώρο της Κεντροαριστεράς.

Ξεκαθαρίζει το τοπίο


Για εφτά χρόνια, από το 2012 μέχρι σήμερα, ένα από τα βασικά διακυβεύματα και στις έξι εκλογικές αναμετρήσεις, εθνικές και ευρωπαϊκές, ήταν η εκλογική κατίσχυση στον προαναφερθέντα χώρο. Κυρίαρχος αναδείχτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ προσελκύοντας στελέχη και ψηφοφόρους από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Το τελευταίο έφτασε στα όρια της εξαφάνισης το 2015, λόγω και εσωτερικών διασπάσεων, αλλά τελικά επανέκαμψε μερικά στις τελευταίες δύο αναμετρήσεις φτάνοντας στο 8,1% -έναντι 31,5% του ΣΥΡΙΖΑ.
Με τις τελευταίες εκλογές και μετά από έξι αναμετρήσεις το τοπίο στην Κεντροαριστερά και την Αριστερά τείνει να πάρει μονιμότερα χαρακτηριστικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά και κυριαρχεί στο χώρο, το ΚΙΝΑΛ έχει σταθεροποιηθεί και αντιμετωπίζει λιγότερα προβλήματα επιβίωσης. Σημαίνει αυτό ότι τα δύο κόμματα παραμένουν συγκοινωνούντα δοχεία και όποιος φύγει από τον ένα θα πάει στον άλλο όπως συνέβη στο παρελθόν;

Η αντιπαράθεση των δύο χώρων

Όχι. Για τρεις λόγους: τα δύο κόμματα δεν αυτοπροσδιορίζονται πια ως όμορα, τα ακροατήριά τους, προϊόντος του χρόνου, είναι σε μεγάλο βαθμό διαφορετικά και έχουν σχετικά σταθεροποιηθεί,
Η διαρκής αντιπαράθεση ανάμεσα στους δύο χώρους την τελευταία επταετία τα απομάκρυνε και ιδεολογικά και συναισθηματικά. Η προσέλκυση ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ από τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι σπάνια με επιθετικό τρόπο, οδήγησε το πρώτο σε ανάλογες, συχνά εντονότερες, αντιδράσεις με αποτέλεσμα οι δύο χώροι να είναι όμοροι μόνο τοπολογικά (Κεντροαριστερά). Οι εξαιρετικές περιστάσεις της κρίσης που οδήγησαν σε αδιανόητες συμμαχίες (ΚΙΝΑΛ-ΝΔ-ΛΑΟΣ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) διεύρυναν την αίσθηση της απόστασης. Προϊόν όλων αυτών είναι οι συχνά επιθετικές, ένθεν και ένθεν, δηλώσεις που συντείνουν στην εικόνα περί δύο ιδιαίτερα αντιτιθέμενων, βλέπε εχθρικών, σχηματισμών. Η αντιπαλότητα μοιάζει ακατανόητη ιδωμένη ιδεολογικά, ιδιαίτερα μάλιστα αν σκεφτεί κανείς ότι και οι δύο διατηρούν καλές σχέσεις με τους Ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλιστές.

Νέα εκλογικά δεδομένα

Εξίσου ακατανόητη είναι η αντιπαλότητα αυτή ιδωμένη υπό το πρίσμα του χρόνου. Δέκα, κοντά, χρόνια και έξι εκλογικές αναμετρήσεις έχουν αλλάξει τα εκλογικά δεδομένα. Ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες εκλογές πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πια πρώην ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ. Αντίθετα, αυτοπροσδιορίζονται θετικότερα, όλο και περισσότερο ως ΣΥΡΙΖΑΙΟΙ, ενίοτε τσιπρικοί -κατά το παπανδρεϊκοί. Αυτό ισχύει κυρίως για τους νέους ψηφοφόρους μέχρι 34 ετών που είτε δεν ψήφισαν καθόλου ΠΑΣΟΚ ή ψήφισαν μόνο στις εκλογές του 2009. Αυτό σημαίνει ότι η διαμάχη ανάμεσα στα δύο κόμματα τους αφορά ελάχιστα έως καθόλου.
Τελικά, η σφοδρή αντιπαλότητα αφορά περιορισμένο τμήμα του εκλογικού σώματος. Αφορά κυρίως συγκεκριμένες ηλικίες, ιδιαίτερα άνδρες, 55 ετών και πάνω, αρκετοί από τους οποίους, το 10% σύμφωνα με τα τελευταία exit polls, ψηφίζουν ΚΙΝΑΛ. Σ’ αυτήν την ηλικιακή ομάδα περιορίζεται ουσιαστικά το πεδίο αντιπαράθεσης και διεκδίκησης ψήφων, καθώς πρόκειται για ανθρώπους που έχουν συγγενείς παραστάσεις, κοινά βιώματα και μνήμες. Αλλά και εδώ το πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ είναι περιορισμένο. Στα αστικά κέντρα το ποσοστό του ΚΙΝΑΛ είναι χαμηλό, σπάνια ξεπερνάει το 6%. Πολύ υψηλότερα, πάνω από 10%, είναι τα ποσοστά του σε αγροτικές περιοχές, συχνά παλιά φέουδα του ΠΑΣΟΚ στα οποία, σε αρκετές περιπτώσεις, κυρίως στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου, η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ και -του ΚΚΕ- είναι συγκριτικά περιορισμένη. Αυτό σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με γνώμονα την τοπική του δυναμική και την ηλικία των εν λόγω ψηφοφόρων, δύσκολα μπορεί να προσελκύσει στις περιοχές αυτές την συγκεκριμένη κατηγορία ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ.

Βλάπτει και τους δύο

Εν κατακλείδι, η απόσταση τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους δύο χώρους σε συνδυασμό με την υφιστάμενη ανθρωπογεωγραφία των ψηφοφόρων τους δυσχέρανε τη μεταξύ τους εκλογική κινητικότητα. Ταυτόχρονα, προκάλεσε πλείστα προβλήματα που τελικά βλάπτουν και τα δύο κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδυναμώθηκε ιδεολογικά και έχασε ένα δυνητικό σύμμαχο στους μαζικούς χώρους και στις αυτοδιοικητικές εκλογές. ΤΟ ΚΙΝΑΛ, με τη σειρά του, απώλεσε βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του, ήρθε εγγύτερα στη ΝΔ με αποτέλεσμα να έχει σημαντικές διαρροές προς αυτήν και την ίδια στιγμή να μην επωφεληθεί από την κατάρρευση κομμάτων «συγγενών» σε αυτό ιδεολογικά και τοπολογικά όπως το Ποτάμι και η Ένωση Κεντρώων.
Ζητούμενο δεν είναι η πάση θυσία συμπόρευση των δύο κομμάτων. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο προγραμματικά, με συγκλίσεις στα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες και ορίζουν την πορεία της χώρας. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι η αντίληψη ότι τα δύο κόμματα διεκδικούν τους ίδιους ψηφοφόρους και λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία δεν είναι σήμερα βάσιμη. Αυτό θα το διαπίστωνε κανείς αν έβλεπε την κινητικότητα της ψήφου. Κυρίως, όμως, αυτή η εσφαλμένη αντίληψη βλάπτει και τους δύο. Μπορεί σε επίπεδο εθνικών εκλογών να χάνει περισσότερο το ΚΙΝΑΛ, στις άλλες όμως αρχαιρεσίες, ιδιαίτερα τις αυτοδιοικητικές, χάνει κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι τελευταίες περιφερειακές και δημοτικές εκλογές αποτυπώνουν ανάγλυφα τη διαπίστωση αυτή. Σε όποιες περιφέρειες και δήμους δοκίμασαν να συνεργαστούν πολύ δύσκολα βρήκαν κοινό βηματισμό και όπου χρειάστηκαν οι εκπρόσωποι του ενός τις ψήφους του άλλου σπάνια βρήκαν ανταπόκριση.

Μάριος Σπύρου, Πολιτικός Επιστήμων
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet