Στον ελληνικό πολιτικό διάλογο συναντάμε μια συχνή σύγχυση της έννοιας της οικονομικής ανάπτυξης και της οικονομικής μεγέθυνσης, η οποία πολύ πιθανώς να είναι σκόπιμη. Ακούμε συχνά υπουργούς και βουλευτές να μιλάνε για αναπτυξιακούς στόχους του 4% του Α.Ε.Π. ετησίως και άλλα παρόμοια, ενώ ο ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. δεν αποτελεί «οικονομική ανάπτυξη» αλλά μεγέθυνση. Η αύξηση του Α.Ε.Π. σαν δείκτης ευημερίας πηγάζει από τη φιλοσοφική αντίληψη ότι το εισόδημα είναι το κύριο οικονομικό μέτρο του επίπεδου διαβίωσης των ανθρώπων, καθώς, όσο υψηλότερο το εισόδημα ενός ανθρώπου, τόσο περισσότερα αγαθά είναι σε θέση να αποκτήσει, με αποτέλεσμα να βελτιώνεται η οικονομική του θέση.
Η οικονομική ανάπτυξη, αντίθετα, σαν επιστημονική προσέγγιση, προσπαθεί να πάει πέρα από τις αυστηρές οικονομικές έννοιες και να εισάγει ανθρωπιστικές έννοιες στην βελτίωση της ζωής των ανθρώπων και τη γενικότερη πρόοδο.

Τάση απόρριψης του κλασικού νεοφιλελεύθερου δόγματος

Η καρδιά της σύγκρουσης των δύο προσεγγίσεων είναι το παράδοξο της διάχυσης της τεχνολογίας σε παγκόσμιο επίπεδο -σήμερα ζούμε σε ένα κόσμο που έχει απίστευτο πλούτο, καινοτομία και καταπληκτικές εφευρέσεις- παρόλα αυτά τα περισσότερα οικονομικά στοιχεία μάς δείχνουν μια αυξητική τάση των ανισοτήτων. Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ακόμα και το μέγεθος των αλλαγών που έχουν πραγματοποιηθεί σε μόλις έναν αιώνα, σήμερα χρειάζεται λιγότερο από δύο εβδομάδες για να υπάρξει η ίδια παραγωγή ολόκληρου του έτους του 1900.
Αυτή η τρομερή αύξηση της παραγωγικότητας έχει συνδυαστεί με μια σταδιακή βελτίωση στην υγεία που αντικατοπτρίζεται στα προσδόκιμα ζωής και την εκπαίδευση, καθώς περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ έχουν τελειώσει έστω το δημοτικό ή έχουν πτυχίο. Πάνω σε αυτές τις αλλαγές βασίζονται οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι και δημοσιογράφοι υπερασπιστές της μεγέθυνσης. Χαρακτηριστικά ο επικεφαλής Οικονομολόγος του ΔΝΤΑ Raghuran Rajan είχε δηλώσει σε συνέντευξη τύπου το 2006: «Θα ήταν δίκαιο να πούμε στον κόσμο πως ποτέ δεν ήταν σε τόσο ευνοϊκή θέση».
Αν πράγματι η οικονομική κατάσταση ήταν τόσο θετική όσο περιγράφουν οι οικονομολόγοι του status quo, γιατί δεν το βλέπουμε στη συμπεριφορά των ψηφοφόρων ή ακόμα και στις καθημερινές συζητήσεις; Παγκόσμια υπάρχει μια τάση απόρριψης του κλασικού νεοφιλελεύθερου δόγματος «θα αυξηθεί το Α.Ε.Π. 2% και όλα θα πάνε καλά», ιδιαίτερα στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες, που έχουν βιώσει βαθύτατες οικονομικές αλλαγές και κοινωνικό αποκλεισμό, όπως αποβιομηχάνιση, αυξημένες ανισότητες και ανασφάλεια στην εργασία, καθώς και πληθώρα αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον. Οι θεωρίες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, που ισχυρίζονταν ότι η οικονομική ανάπτυξη στις χώρες με υψηλά εισοδήματα είχε επιτευχθεί οριστικά και ότι η μη επίτευξη ανάπτυξης και προόδου ήταν πρόβλημα του υπόλοιπου πλανήτη, φαντάζουν τώρα γελοίες. Οι Η.Π.Α. έχουν τρομερά υψηλό εισόδημα αλλά υπάρχουν περιοχές όπως η πολιτεία του Μισισίπι όπου οι μητέρες πεθαίνουν στη γέννα σε επίπεδα Βορείου Αφρικής. Αντίστοιχα η Ρωσία και η Ουκρανία έχουν υψηλότερο ποσοστό ατόμων που γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση από την Ισπανία, μιας από τις πιο αναπτυγμένες οικονομίες της Ε.Ε.. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η Αιθιοπία, που έχει τους ταχύτερους ρυθμούς αύξησης στην Αφρική με πάνω από 10% χάρη στις τεράστιες ξένες επενδύσεις, όπου, παρόλη την οικονομική άνθηση η χώρα βιώνει επικίνδυνη πολιτική αστάθεια, βρίσκεται στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου και η ξηρασία το 2017 αύξησε τον αριθμό των πολιτών που χρειάζονται επισιτιστική βοήθεια σε 7.7 εκατομμύρια. Η Αιθιοπία είναι χαρακτηριστική περίπτωση του τρόπου με τον οποίο διανέμεται αυτός ο νέος πλούτος, όπου εθνοτικές ομάδες και περιοχές με έντονα αγροτικά χαρακτηριστικά νοιώθουν να αγνοούνται και αυτή η κατάσταση μπορεί να φέρει μια χώρα ακόμα και στην κατάρρευση.
Τελικά το κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. σαν κύριο κριτήριο καθορισμού του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων αποτυγχάνει, γιατί δεν μας δίνει στοιχεία για τις ζωές των πολιτών πέρα από το εισόδημα. Η εκπαίδευση, η πρόσβαση σε περίθαλψη, το περιβάλλον, η ασφάλεια κλπ, είναι εξίσου σημαντικές. Ίσως ήρθε η ώρα να ξεπεράσουμε την ευκολία του να κοιτάμε ένα μόνο μαγικό αριθμό και να αξιοποιήσουμε τη πρόσβαση σε μια πρωτόγνωρη πληθώρα δεδομένων σε όλους τους τομείς έτσι ώστε επιτέλους να παλέψουμε για ένα νέο πιο βιώσιμο και ανθρώπινο μοντέλο ανάπτυξης.

Το περιβάλλον ως υποσημείωση

Ένα άλλο θύμα της εμμονής με τους ρυθμούς αύξησης του Α.Ε.Π. στον ελληνικό πολιτικό διάλογο έχει υπάρξει το περιβάλλον, που συνήθως αναφέρεται σαν υποσημείωση ή σαν ευχή, όπως οι θρυλικές “πράσινες γεωτρήσεις” της Τίνας Μπιρμπίλη, το αντίστοιχο του “καθαρού κάρβουνου” του Donald Trump. Σε ένα θέατρο του παραλόγου βλέπουμε πολιτικά στελέχη να αγωνίζονται ταυτόχρονα για εξορύξεις και φράκινγκ με γνώμονα τη προστασία του περιβάλλοντος.
Το περιβαλλοντικό ζήτημα έχει φτάσει στο ανησυχητικό επίπεδο όπου τίθεται το ερώτημα μήπως η ανάπτυξη έχει το πρόβλημα, αντί για τη λύση στα παγκόσμια προβλήματα που αντιμετωπίζουμε; Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να αμφισβητούν τη δυνατότητα οι αναπτυγμένες οικονομίες να βιώνουν οικονομική μεγέθυνση που ξεπερνάει τις αρνητικές επιπτώσεις της όπως η ερημοποίηση, τα αέρια του θερμοκηπίου, η απώλεια βιοποικιλότητας, η σπανιότητα των υδάτινων πόρων κλπ. Επιπροσθέτως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι αυτή η αλματώδης οικονομική μεγέθυνση, που σημειώθηκε τον τελευταίο αιώνα στη Δύση, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση μη ανανεώσιμων πόρων, που θα κινδυνέψουν να εξαντληθούν ακόμα πιο γρήγορα όσο αυτό το καπιταλιστικό μοντέλο υιοθετείται και από τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες.

Γιάννης Ραντίν,
υποψήφιος διδάκτορας Περιφερειακής Ανάπτυξης Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet