ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΝΙΚΟΣ ΠΟΥ ΛΑΝΤΖΑΣ

** Η εκλογική συμπεριφορά, τα αίτια της ήττας, η επόμενη μέρα για τον ΣΥΡΙΖΑ



Σε εκδήλωση που διοργάνωσε την περασμένη Τρίτη το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς έγινε μια πρώτη ανάλυση του εκλογικού αποτελέσματος, με τη συμβολή του Παναγιώτη Κουστένη, διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ, της Κατερίνας Λαμπρινού, διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο και του Νάσου Ηλιόπουλου, υποψήφιου διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο, μέλους της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και επικεφαλής της Ανοιχτής Πόλης. Η συζήτηση είχε πολύ ενδιαφέρον, ενώ όλοι οι ομιλητές, όπως και η συντονίστρια της συζήτησης και διευθύντρια του Ινστιτούτου, Δανάη Κολτσίδα, συνέβαλαν στον προβληματισμό της επόμενης μέρας και έθεσαν το πλαίσιο για μια ανάλυση με όλες τις παραμέτρους.

Η μεγαλύτερη απόκλιση στην εκλογική ιστορία

Αρχικά, ο Παναγιώτης Κουστένης παρουσίασε ενδελεχώς τη δομή της εκλογικής ψήφου, την εκλογική γεωγραφία, όπως και τα ποιοτικά στοιχεία που προέκυψαν από το exit poll, δίνοντας έτσι μια στατιστική εικόνα για το πώς κινήθηκε το εκλογικό σώμα. Εισαγωγικά ο ίδιος διευκρίνισε πως «οι εκλογές είναι μεταξύ τους δίδυμες και θυμίζουν, σε πολύ μεγάλο βαθμό τις εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου του 2012, αλλά δεν έχουν το χαρακτήρα του «δεύτερου γύρου», όπως συνέβη το 2012». Πρόσθεσε δε πως το μόνο στοιχείο που δίνει την αίσθηση του δεύτερου γύρου είναι ο αναδυόμενος δικομματισμός». «Πολλά είναι τα στοιχεία που δείχνουν ότι οι ευρωεκλογές δεν ήταν «δεύτερης τάξης»», συνέχισε ο Π. Κουστένης, «με σημαντικότερο το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πάρα πολύ μεγάλη πτώση σε εκείνες τις εκλογές και έκανε μια πάρα π��λύ μεγάλη ανάκαμψη στις επόμενες. Τέτοια διαφοροποίηση σε εκλογές «πρώτης» και «δεύτερης τάξης» έχουμε δει σε σπάνιες περιπτώσεις, δηλαδή αντίστοιχη διαφοροποίηση μπορούμε να βρούμε μόνο στις εθνικές και ευρωεκλογές που είχαν γίνει ταυτόχρονα το 1981, και δεύτερον στην περίπτωση του 1999-2000, όπου το ΠΑΣΟΚ από τις ευρωεκλογές έως τις εθνικές εκλογές, δέκα μήνες μετά, είχε παρουσιάσει άνοδο της τάξης του 10%. Είναι η μεγαλύτερη απόκλιση που μπορούμε να βρούμε στην εκλογική ιστορία, για κυβερνητικό κόμμα, από ευρωεκλογές σε βουλευτικές εκλογές.»

Σημαντική ιστορική καταγραφή

Την πολύ μεγάλη συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και την πολύ μεγάλη ανάκαμψη στις εθνικές εκλογές, ένα μήνα μετά, κατά 490.000 ψήφους, ο ίδιος τη χαρακτήρισε ως «πολύ σημαντική ιστορική καταγραφή» και εντόπισε πως οφείλεται στην πλειονότητα των αναποφάσιστων ψηφοφόρων που στήριξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τον ΣΥΡΙΖΑ στις εθνικές εκλογές, ενώ η ομάδα αυτή είχε κατανεμηθεί στα δύο κόμματα σχεδόν ισόρροπα -και μάλιστα με μια ελαφρά ωφέλεια της ΝΔ- κατά τις ευρωεκλογές. Όπως εξήγησε, ο ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές πήγε με μια πολύ χαμηλή συσπείρωση (57%, σε σχέση με το 2015), καταγράφοντας διαρροή 600.000 ψηφοφόρων σε κόμματα εκτός της ΝΔ. «Μία τέτοια πολυδιασπορά θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει και μία δεξαμενή 500.000 ανθρώπων –όπως και αποδείχτηκε- για επιστροφή των ψηφοφόρων σε επόμενες εκλογές. Έχει σημασία το ότι δεν επέλεγαν τη ΝΔ, αλλά έκαναν πιο ευκαιριακές επιλογές.»

Ο παράγοντας του Μακεδονικού

«Βλέποντας τους εκλογικούς χάρτες φαίνεται ξεκάθαρα πως τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και 25% σταματάνε στην Πίνδο», παρατήρησε ο ομιλητής. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη σημαντικές απώλειες στη Θεσσαλία και την Μακεδονία, καταγράφοντας όμως μια σαφή διαφοροποίηση στη δυτική Μακεδονία, σε σχέση με την κεντρική και ανατολική Μακεδονία, όπου έχασε 6-9%. «Προφανώς το Μακεδονικό παίζει το ρόλο του, αλλά φαίνεται ότι οι τοπικοί παράγοντες παίζουν και αυτοί έναν διαφοροποιημένο ρόλο». Έτσι, στην κεντρική Μακεδονία έχασε το 20% των ψήφων του, που σε απόλυτους αριθμούς σημαίνει 75.000 ψηφοφόρους, δηλαδή σε αυτή την περιοχή έχασε τις μισές ψήφους από τη συνολική πτώση σε όλη τη χώρα. Όμως, αυτές οι απώλειες δεν φαίνεται να ωφέλησαν ιδιαίτερα τη ΝΔ, η οποία «δεν καταγράφει κάποια μεγαλύτερη αύξηση στην Μακεδονία, από ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα».

Η ιδεολογική εγγύτητα, κρίσιμη παράμετρος

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η ιδεολογική εγγύτητα. Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε πως «όσοι δεν τον ψήφισαν στις ευρωεκλογές, αλλά τον ψήφισαν στις βουλευτικές έχουν μία συσπείρωση που φτάνει στο 50%, για τους ανθρώπους άνω των 45 ετών. Στους κάτω των 45, αυτή η ιδεολογική εγγύτητα είναι κάτω από 30% και μόνο στους ανθρώπους μεγάλης ηλικίας υπερβαίνει το 70%. Για τη ΝΔ, η εγγύτητα παρουσιάζεται πολύ μεγαλύτερη μεσοσταθμικά, καθώς σίγουρα έπαιξε ρόλο η επαναλαμβανόμενη εκλογή. Πάντως είναι η πρώτη φορά που η ΝΔ υπερβαίνει, έστω και ελάχιστα σε μεσοσταθμικό ποσοστό μια εγγύτητα της τάξης του 70%. Είναι μάλιστα η πρώτη φορά που πετυχαίνει κάτι τέτοιο η ΝΔ μέσα στην περίοδο της κρίσης. Απλώς τονίζω ότι στους ανθρώπους νέων ηλικιών που δεν είχαν ψηφίσει ΝΔ στις ευρωεκλογές, η εγγύτητα είναι ακόμα χαμηλότερη από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ σίγουρα παίζει ρόλο το γεγονός ότι η ΝΔ από το 2009 και μετά, ουδέποτε έχει κινηθεί σε ποσοστά αντίστοιχα με αυτά που πήρε σε αυτές τις δύο αναμετρήσεις. Θέλω να πω ότι υπάρχει ένα μεγάλο μερίδιο του εκλογικού σώματος που ουσιαστικά δεν έχει την εμπειρία της ψήφου προς τη ΝΔ. Στον ΣΥΡΙΖΑ μπορούμε να βρούμε πολύ πιο εύκολα μια επαναληψιμότητα αυτής της εκλογικής επιλογής. Πάντως, στην ψήφο του ΣΥΡΙΖΑ η χαμηλότερη εγγύτητα είναι στους νεαρούς, και μάλιστα της Μακεδονίας.»
Όπως κατέληξε ο Π. Κουστένης βάσει των στοιχείων που παρέθεσε «προφανώς για τον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ένα ζητούμενο να βρει μια κοινωνική δεδηλωμένη».

Εξαίρεση στον κανόνα

Τη σκυτάλη πήρε η Κατερίνα Λαμπρινού, η οποία επικεντρώθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ ως «νέο κόμμα» και πώς το προσλαμβάνει η ελληνική κοινωνία, και επομένως το εκλογικό σώμα, όπως και στους κινδύνους που διατρέχουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα της Αριστεράς, που αναδείχθηκε εν καιρώ κρίσης. «Αποδεικνύεται το πιο ισχυρό και ταυτόχρονα το πιο ανθεκτικό στην κατηγορία των κομμάτων που η βιβλιογραφία αποκαλεί new parties –νέα ή σχετικά νέα κόμματα- και των οποίων η δυναμική μοιάζει πια να φθίνει. Αυτό ισχύει στην Ελλάδα, κλείνει ο κύκλος των νέων κομμάτων που δημιουργήθηκαν στην πιο οξεία φάση της κρίσης (Ποτάμι, ΑΝΕΛ, Χρυσή Αυγή), ισχύει όμως και στην Ευρώπη (π.χ. Ποδέμος ή Κίνημα 5 Αστέρων).»
«Η αχίλλειος πτέρνα των νέων κομμάτων», όπως τόνισε η Κ. Λαμπρινού, «είναι πως αναδεικνύουν τα προβλήματα της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, αλλά αδυνατούν να τα θεραπεύσουν με μια διαφορετική μορφή διακυβέρνησης». Παρότι αναγνωρίζει πως ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε εν μέρει εξαίρεση σε αυτή τη διαπίστωση, εντοπίζει πως «στη φάση της μετάβασης σε μια κάποια κανονικότητα, φάνηκε η αδυναμία του να πείσει ότι παραμένει responsible και responsive. Δεν μπόρεσε δηλαδή να ισορροπήσει μεταξύ των δύο χαρακτηριστικών που ορίζει ο Πήτερ Μερ πως πρέπει να κάνει ένα κόμμα με αξιώσεις διακυβέρνησης, για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μας: να μπορεί να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές αναγκαιότητες, να μην χάνει αυτή τη δυνατότητα κατανόησης και διαμεσολάβησης του κοινωνικού (responsive), και να μπορεί να ανταποκρίνεται επαρκώς στην πολυπλοκότητα της διακυβερνητικής διαδικασίας (responsible).»
Εστιάζοντας στα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών, σύμφωνα με την Κ. Λαμπρινού, αναδεικνύεται το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να είναι responsive: «Σαφέσταστος δείκτης επ’ αυτού, η απουσία του από το δημόσιο χώρο γενικά, δεν μιλάω μόνο για τα πεδία οργανωμένης κοινωνικής δράσης, τα συνδικάτα που είναι γνωστό ότι έχει αδύναμη παρουσία. Η ενσώματη πολιτική, που έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης, δεν αφορά μόνο τα οργανωμένα μέλη. Αυτό είναι ένα μοντέλο που φθίνει, όσο και αν επίσης έχει την αξία του. Κυρίως ασκείται μέσα από την παρεμβατική παρουσία οπουδήποτε δραστηριοποιούνται πολίτες με τις πολλαπλές-αντιφατικές τους ταυτότητες.»

Καμπανάκια

Στην ομιλία της πρόσθεσε δύο ακόμα προβληματισμούς. Ο πρώτος είναι το ενδεχόμενο ενός ατελούς δικομματισμού, τύπου Ιταλίας, «όπου χριστιανοδημοκρατίες κυβερνούσαν πενήντα χρόνια με ένα ισχυρό αλλά ουδέποτε κυρίαρχο κομμουνιστικό κόμμα, στην αξιωματική αντιπολίτευση πάντα» και γι’ αυτό πρέπει να δούμε «ποια είναι τα χαρακτηριστικά της αντιΣΥΡΙΖΑ ψήφου», καθώς «η οικοδόμηση της απομόνωσης του ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύει τις μελλοντικές μετακινήσεις ψηφοφόρων προς το κόμμα». Ο δεύτερος είναι τα χαμηλά ποσοστά ταύτισης των ψηφοφόρων με τον ΣΥΡΙΖΑ: «Στο ερώτημα «πόσο κοντά νιώθετε στο κόμμα που ψηφίσατε», κοντά στη Νέα Δημοκρατία απαντά περίπου το 45% των ψηφοφόρων της, σύμφωνα με στοιχεία του exit poll, ενώ στον ΣΥΡΙΖΑ το ποσοστό αυτό είναι μόλις 30%. Να ένα στοιχείο που φτιάχνει τη συνθήκη της μελλοντικής αποευθυγράμμισης και σίγουρα ενός ισχνού δεσμού στο παρόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην εξουσία εν μέσω κρίσης. Το υψηλό ποσοστό του είναι λίγο ή πολύ προϊόν της. Όμως, ιστορικά αυτό που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολο για τα αριστερά κόμματα είναι η σχέση τους με την εξουσία, μέσα σε μια συνθήκη λίγο ή πολύ κανονικότητας. Όπως και η σχέση της με τα ζητήματα ποιότητας ζωής και αποτελεσματικής διακυβέρνησης, που αποδεικνύονται ως πρωτεύοντα σε τέτοιες περιόδους. Αυτή είναι μια συζήτηση που τώρα ξανανοίγει επί της ουσίας», κατέληξε.

Η μη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των νεοναζί

Τον κύκλο των ομιλιών ολοκλήρωσε ο Νάσος Ηλιόπουλος, ο οποίος εστίασε κυρίως στο ρόλο που πρέπει να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και ως ένα κόμμα με κοινωνική γείωση που κατέχει πια ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, αυτό της κυβερνητικής εμπειρίας. Η ομιλία του είχε τη δομή παρατηρήσεων. Η πρώτη του παρατήρηση ήταν πως είναι «πολύ κρίσιμο το ότι ο κύκλος της κρίσης κλείνει με τη μη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση των νεοναζί». «Ξεκινώ με αυτή την παρατήρηση πρώτον γιατί θεωρώ ότι υπήρξε ένας θετικός ρόλος στη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στο να είναι η Χρυσή Αυγή αυτή τη στιγμή εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και δεύτερον γιατί πιστεύω ότι δεν έχει τελειώσει η μάχη που πρέπει να έχουμε με την ακροδεξιά σ’ επίπεδο πρακτικών, αντιλήψεων, κ.λπ.»

Τίποτα δεν είναι δεδομένο

Η δεύτερη παρατήρηση είχε να κάνει με την αναγνώριση του γεγονότος πως πρόκειται για προφανή εκλογική νίκη της ΝΔ και προφανή ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, προσθέτοντας όμως πως η ήττα «δίνει τη δυνατότητα ανασυγκρότησης»: «Είναι πολύ κρίσιμο ο ΣΥΡΙΖΑ να μην λειτουργήσει στη βάση μιας βεβαιότητας κυβερνητικής εναλλαγής, δηλαδή πως ό,τι και να γίνει σε τέσσερα χρόνια εμείς θα είμαστε κυβέρνηση. Ακόμα περισσότερο να μην λειτουργήσει με την ευκολία της δεξιάς παρένθεσης, ότι είναι ακραίοι και θα πέσουν σε ένα ή δύο χρόνια. Πρέπει να ετοιμαζόμαστε και να δουλεύουμε για το δύσκολο σενάριο, δηλαδή για μια τετραετία της Νέας Δημοκρατίας. Το δεύτερο στοιχείο, να μην θεωρήσουμε δεδομένο το 31,6%. Θα ήταν ένα τεράστιο λάθος. Και πάρα πολύ κρίσιμο είναι να μην ξεχαστεί το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Και δεν πρέπει να συμβεί αυτό κυρίαρχα για την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να δει το πόσο συμπαγές ήταν το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα που είχε συγκροτηθεί μέσα στην κοινωνία, για την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να κατανοήσει τη συγκυρία και το αποτέλεσμα. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι χειρότερο από το εκλογικό αποτέλεσμα. Δηλαδή το γεγονός ότι ο μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ είχε μια τελείως διαφορετική εκτίμηση, δηλαδή για πολύ πιο μικρή διαφορά, για ένα αποτέλεσμα που μπορεί να ήταν και ντέρμπι. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο καμπανάκι για την απόσταση που είχε η πραγματική κατάσταση με την επιθυμία, γιατί επιθυμία ήταν και όχι ανάλυση που υπήρχε στο εσωτερικό του κομματικού ΣΥΡΙΖΑ.»

Η μάχη των ιδεών

Η τρίτη παρατήρηση αφορούσε το πλαίσιο της ανασυγκρότησης, καθώς αυτή «δεν γίνεται εν κενώ, αλλά σε μια χώρα που είναι κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία». Ο Ν. Ηλιόπουλος εκτιμά πως η ΝΔ μπορεί να έστειλε ένα διαφορετικό μήνυμα προεκλογικά, τώρα όμως είναι πια στη θέση της κυβέρνησης και άρα «ανοίγει ένας χώρος μιας πολύ πιθανής διάψευσης ενός κόσμου που πήγε με σκληρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά προς τη ΝΔ. Επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να ανασυγκροτηθεί απέναντι σε αυτό το πλαίσιο.» Και εδώ μπαίνει το ζήτημα της μάχης των ιδεών, την οποία ο ομιλητής εκτιμά πως «σε ένα βαθμό ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο ήταν στην κυβέρνηση, φοβήθηκε»: «Υπήρξαν φορές που φάνηκε σαν να μιλάμε ως ένας καλύτερος τεχνοκράτης ή διαχειριστής. Είναι διαφορετικό να λες βρήκαμε άδεια ταμεία, τώρα έχουμε 37 δισ. και διαφορετικό να λες ότι μέσα από τις δικές μου επιλογές και πολιτικές έχω καταφέρει να φτιάξω μια δημοκρατική άμυνα για τη χώρα. Μια δημοκρατική άμυνα που της επιτρέπει αν αύριο έρθει η Κομισιόν ή η ΕΚΤ και πει ότι θέλω να κάνεις αυτές τις αλλαγές στα εργασιακά ή στο ασφαλιστικό, να μην ακολουθήσει τη δική τους συνταγή. Άρα ένας αριθμός μετατρέπεται σε μια ιδεολογική αναπλαισίωση και φτιάχνεται ένα διαφορετικό στρατηγικό σχέδιο. Είναι διαφορετικό να λες απλά για τα νούμερα στα δημόσια νοσοκομεία και ότι έδωσα την πρόσβαση, και είναι διαφορετικό να λες ότι η Ελλάδα κατάφερε να αποδείξει μέσα στην κρίση ότι υπάρχουν αγαθά που είναι πάνω από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Ξανά υπάρχει μια ιδεολογική αναπλαισίωση, ξανά βάζεις ένα διαφορετικό στρατηγικό ορίζοντα, και ορίζεις το πώς κάποια αγαθά πρέπει να είναι έξω –όσο μπορείς- από τη δημοσιονομική συζήτηση και να εντάσσονται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο.»

Το μέλλον του κόμματος

Η τέταρτη παρατήρηση αφορούσε την κυβερνητική εμπειρία: «Πρώτα από όλα με την έννοια της υπεράσπισης του έργου, όχι με όρους υστεροφημίας, αλλά με όρους ζωντανών κοινωνικών αγώνων γιατί απέναντί σου έχεις μια κυβέρνηση που έχει αρχίσει και ξηλώνει κρίσιμα κομμάτια αυτού του έργου, μια κυβέρνηση που είναι σκληρή, αυταρχική και ακροδεξιά. Και δεύτερον με την έννοια ότι αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα τεράστιο εργαλείο, που δεν είχε το 2015. Πλέον έχει μια πολύ σημαντική κυβερνητική εμπειρία με θετικές και αρνητικές όψεις και είναι ζήτημα του όλου ΣΥΡΙΖΑ να αξιολογηθεί αυτή και να συζητήσουμε τις αδυναμίες και το πώς θα μπορούσαμε σε δεύτερο χρόνο να γίνουν τα πράγματα καλύτερα.»
Η πέμπτη, και τελευταία, παρατήρηση αφορούσε το μέλλον του κόμματος: «Στο βαθμό που πρέπει να κατανοήσεις από ποιον έχασες και ποιες ήταν οι δυσκολίες να ασκήσεις κυβερνητική πολιτική, νομίζω ότι μπαίνει και το ερώτημα τι κόμμα πρέπει να φτιάξεις σήμερα. Δεν υπάρχει κάποιος που δεν υπερασπίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αλλάξει, αλλά μέχρι στιγμής η συζήτηση έχει γίνει μόνο με συνθήματα και όχι με ουσιαστικές προτάσεις και βήματα. Άρα πρέπει να απαντηθεί τι κόμμα χρειαζόμαστε και πώς ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να γίνει ένα κόμμα που θα είναι χρήσιμο και στις κοινωνικές μάχες που έχεις σήμερα, σε αυτή την τετραετία, απέναντι σε μια επιθετική κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και στις κοινωνικές μάχες που θα έχεις αύριο σε μια νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για να μπορέσεις και να υπερασπιστείς αυτή την κυβέρνηση, να της ασκήσεις προωθητική κριτική, και να μπορέσεις μέσα από τη δράση στο κοινωνικό πεδίο, να ανοίγεις νέα πεδία δυνατοτήτων που από μόνη της η κυβερνητική πολιτική δεν μπορεί να ανοίξει.»

Επιμέλεια: Ιωάννα Δρόσου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet