«ΟΚΤΩΒΡΗΣ»
Η επέλαση των μπολσεβίκων



Του Στράτου Κερσανίδη

Το 1927, με τη συμπλήρωση 10 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν γύρισε τον «Οκτώβρη». Ήταν ακόμη νωπές οι εντυπώσεις από το «Θωρηκτό Ποτέμκιν», που είχε γυρίσει δύο χρόνια πριν, βασισμένο και εκείνο σε ιστορικά γεγονότα.
Εδώ ο μεγάλος σοβιετικός σκηνοθέτης, όπως και στο «Ποτέμκιν», δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ιδεολογικό μοντάζ ή μοντάζ των εντυπώσεων, πειραματίζεται πάνω σε αυτό, το εξελίσσει. Πρόκειται για το μοντάζ το οποίο ο ίδιος επινόησε και στοχεύει στο να οδηγηθεί ο θεατής, στο να εξάγει μια ιδεολογική θέση από δύο σεκάνς με διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο η κάθε μία. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο ταινίες είναι πως στον «Οκτώβρη» επιλέγει μια γραφή πιο ντοκιμαντερίστικη αντί της καθαρής μυθοπλασίας, σε μια προσπάθεια ρεαλιστικής απεικόνισης των όσων συνέβησαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
Έτσι παρακολουθούμε την επιστροφή του Λένιν από την εξορία και το κάλεσμά του να μη στηριχτεί η προσωρινή κυβέρνηση αλλά να γίνει η επαναστατική ανατροπή της, το πραξικόπημα του Κορνίλοφ εναντίον του Κερένσκι και τη στήριξη από τη μεριά των μπολσεβίκων της κυβέρνησης του δεύτερου, τους εργάτες να κάνουν σαμποτάζ και να ξηλώνουν τις σιδηροδρομικές γραμμές για να εμποδίσουν το στρατό να φτάσει στην Πετρούπολη κ.λπ. Βέβαια ο Αϊζενστάιν δεν παραλείπει να τονίσει την ταξική πάλη και το μίσος της άρχουσας αστικής τάξης εναντίον των μπολσεβίκων.
Η ταινία είναι βασισμένη στο μνημειώδες έργο του αμερικανού δημοσιογράφου Τζον Ριντ, «Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», ένα βιβλίο στο οποίο ο Ριντ καταγράφει τα ιστορικά γεγονότα και το οποίο χρησιμοποίησε το 1981 και ο Γουόρεν Μπίτι για τη δική του ταινία με τίτλο «Οι κόκκινοι».
Για τον Οκτώβρη, ο αείμνηστος Βασίλης Ραφαηλίδης είχε γράψει: «Η τρίτη σε χρονολογική σειρά ταινία του Αϊζενστάιν, γυρισμένη δύο χρόνια μετά το Ποτέμκιν κατά παραγγελίαν για τον εορτασμό της δεκάτης επετείου της Οχτωβριανής Επανάστασης, είχε να αντιμετωπίσει τότε (και τώρα) μια διπλή προκατάληψη: το μύθο του Ποτέμκιν και την απαίτηση για ρεαλισμό πάση θυσία, αφού πρόκειται για Ιστορία. Από δω και η οργή του Μαγιακόφσκι και των φίλων του που χτύπησαν ανηλεώς τούτο το αριστούργημα, προσάπτοντας στον Αϊζενστάιν τη μομφή της παραχώρησης στο συναισθηματισμό και το άτοπο χιούμορ, που απομακρύνουν το φιλμ από την ιδεολογική και αισθητική ανωτερότητα του Ποτέμκιν. Ξέχασαν ίσως πως ο Αϊζενστάιν ήταν μέγας είρων και πως δε συνέχεε ποτέ τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια(…)».
Πάντως θα πρέπει να σημειώσουμε πως η ταινία έχει λογοκριθεί στη Σοβιετική Ένωση κι έτσι απουσιάζει το σημαντικό εκείνο μέρος το οποίο αναφέρεται στη δράση του Τρότσκι στο πλάι του Λένιν. Κι αυτό όχι, φυσικά, με ευθύνη του σκηνοθέτη.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

«ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΜΠΙΡΙΑ» ΚΑΙ «ΝΤΟΛΤΣΕ ΒΙΤΑ»
Ο μαγικός κόσμος του Φεντερίκο Φελίνι

"Οι νύχτες της Καμπίρια"

Ο Φεντερίκο Φελίνι είναι ένας σκηνοθέτης τον οποίο δύσκολα μπορείς να κατατάξεις σε κάποιο κινηματογραφικό ρεύμα. Επειδή το σινεμά του δεν υποτάσσεται, ξεγλιστρά από το ένα είδος στο άλλο, ελίσσεται και εξελίσσεται. Είναι παιχνιδιάρικο και συγκινητικό, έχει στοιχεία νεορεαλιστικά αλλά και γκροτέσκα, είναι χαλαρό αλλά και στιβαρό, είναι δραματικό, κωμικό, αισθηματικό, ρεαλιστικό, σουρεαλιστικό, είναι όλα αυτά και πολλά ακόμη. Είναι, εν τέλει, το σύμπαν του μεγάλου αυτού δημιουργού, του Φεντερίκο Φελίνι (1920-1993).
Δύο ταινίες του έχουν την ευκαιρία να δουν οι θεατές αυτήν την εβδομάδα στους κινηματογράφους.
«Οι νύχτες της Καμπίρια» (Le notti di Cabiria), με έντονο το δραματικό στοιχείο, γυρίστηκε το 1957, κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και η πρωταγωνίστρια -και σύζυγος του σκηνοθέτη- Τζουλιέτα Μασίνα κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στις Κάνες.
Η Καμπίρια είναι μια καλόκαρδη πόρνη η οποία αναζητά τον αληθινό έρωτα. Όμως όλοι όσοι της υπόσχονται αγάπη το μόνο που θέλουν είναι να την εκμεταλλευτούν. Κάποιος της κλέβει την τσάντα, η Καμπίρια θέλει να πέσει στον Τίβερη, ο Όσκαρ που τον ερωτεύεται αποδεικνύεται προικοθήρας. Ως καθαρά φελινική σκηνή μπορεί να χαρακτηριστεί εκείνη με την υστερική θρησκευτική τελετή, την οποία ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει με τρόπο ειρωνικό αλλά και τρυφερό. Η ταινία είναι το τρίτο μέρος μιας τριλογίας, «Λα στράντα» (1954) και «Οι σκιές του υποκόσμου» (1955), στην οποία συνυπάρχει το κοινωνικό με το δραματικό στοιχείο.
Η «Ντόλτσε βίτα» (Dolce vita) γυρίστηκε το 1960 και οι περισσότεροι την θυμούνται για τα γυρίσματα στη Φοντάνα ντι Τρέβι και την αισθησιακή φιγούρα της Ανίτα Έκμπεργκ να περπατά και να βρέχεται μέσα στο διάσημο ρωμαϊκό σιντριβάνι. Πρωταγωνιστής είναι ο Μαρτσέλο -εξαιρετική ερμηνεία από τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι-, ένας δημοσιογράφος ο οποίος τρέχει πίσω από τα σκάνδαλα των αστέρων του σινεμά και της αριστοκρατίας. Αναζητά τον πλούτο αλλά όταν χάνει τον καλύτερό του φίλο ανακαλύπτει πως το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται σε αυτόν. Θεωρείται ως μία από τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών και κατέχει την πρώτη θέση στην ιστορία του ιταλικού κινηματογράφου. Βραβεύτηκε με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών 1960 και από την Ένωση Κριτικών Νέας Υόρκης την ίδια χρονιά. Τιμήθηκε με ένα Βραβείο Όσκαρ για τα κοστούμια της ενώ ήταν υποψήφια και στις κατηγορίες Σκηνοθεσίας, Σεναρίου και Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης.

Στρά. Κερ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Ποτέ δεν είναι αργά κύριε καθηγητά» (The professor) του Γουέιν Ρόμπερτς: Η ανίατη ασθένεια από την οποία πάσχει ο Ρίτσαρντ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, δεν του δίνει πολύ χρόνο ζωής. Αρνείται να ακολουθήσει τη θεραπεία, η οποία θα του δώσει μια μικρή παράταση, και προτιμά να ζήσει όσο χρόνο του μένει εντελώς ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Έτσι επιδίδεται σε κάθε απόλαυση και κάθε «αμαρτία». Μιλάει όπως θέλει, καπνίζει και πίνει, κάνει σεξ, διασκεδάζει, ζει εντελώς αντισυμβατικά και στα όρια. Οι κοντινοί του άνθρωποι σοκάρονται από τη συμπεριφορά του αλλά ο Ρίτσαρντ αδιαφορεί, καθώς δεν έχει τίποτε να χάσει. Ο μόνος που γνωρίζει για την ασθένειά του είναι ένας συνάδελφός του, ο Πίτερ. Μια διασκεδαστική μαύρη κωμωδία, παρά το δύσκολο θέμα το οποίο προσεγγίζει. Πολύ καλός στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Τζόνι Ντεπ καθώς και ο Ντάνι Χιούστον -στο ρόλο του Πίτερ- ο οποίος ήταν υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα.

«Μπάτε σκύλοι αλέστε 2» (The secret life of pets 2): Ο Μαξ είναι ένα οικιακό τεριέ που, όταν η κυρία του αποκτά ένα γιο, αισθάνεται πως πρέπει να τον προστατεύσει με κάθε τρόπο. Αυτό θα του δημιουργήσει διάφορες νευρώσεις! Ένα ταξίδι στην εξοχή με τον αδελφό του, τον μαλλιαρό Δούκα δεν θα τον βοηθήσει ιδιαίτερα. Μόνον το τσομπανόσκυλο Κόκκορας θα κάνει τα δύο σκυλιά της πόλης να συνειδητοποιήσουν τις φοβίες τους. Πανέξυπνη και διασκεδαστικότατη ταινία κινουμένων σχεδίων.

«Μαχητές των δρόμων 9» (Fast and fourious: Hobbs and Shaw) του Ντέιβιντ Λιτς: Από την πρώτη στιγμή που ο πράκτορας Χομπς ήρθε αντιμέτωπος με τον παράνομο Σο, οι δύο τους δεν έπαψαν να αγωνίζονται ο ένας εναντίον του άλλου. Όταν όμως ο Μπρίξτον, ένας κυβερνοτροποποιημένος αναρχικός (;) απειλεί τον κόσμο, οι δυο ορκισμένοι εχθροί συνεργάζονται για να τον αντιμετωπίσουν.

«Μητρικό ένστικτο» (Duelles) του Ολιβιέ Μασέ Ντεπάς: Δεκαετία του 1960, η Άλις και η Σελίν ζουν σε δύο πανομοιότυπα σπίτια σε ένα προάστιο στις Βρυξέλλες. Είναι κολλητές φίλες, οι οικογένειές τους είναι πολύ δεμένες ενώ οι γιοι τους, Τεό και Μαξίμ, μεγαλώνουν μαζί σαν αδέλφια. Η ιδανική αυτή κατάσταση ανατρέπεται όταν ο γιος της Σελίν, ο Μαξίμ, σκοτώνεται σε δυστύχημα. Η ζωή των οικογενειών διαταράσσεται, η αγάπη θα μετατραπεί σε καχυποψία, η φιλία τους δοκιμάζεται. Η ταινία είναι ένα πολύ δυνατό ψυχολογικό θρίλερ με το σκηνοθέτη να είναι φανερά επηρεασμένος από δύο μεγάλους συναδέλφους του: τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και τον Ντέιβιντ Λιντς. Βασίζεται δε στο βιβλίο «Πίσω από το μίσος», της βελγίδας συγγραφέως, Μπάρμπαρα Αμπέλ.

Σινεφίλ

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet