Η κατανόηση της κ. Μέρκελ δεν μπορεί να κρύψει τις ανησυχίες, που προκαλούν οι συνεχιζόμενες δηλητηριώδεις δηλώσεις Σόιμπλε, που μοιάζει μεγάλο εμπόδιο στη διαπραγμάτευση.



Του Δημήτρη Σμυρναίου

Την ημέρα που ο Αλέξης Τσίπρας αναχωρούσε με το αεροσκάφος της πολεμικής αεροπορίας για τη Ρίγα, με στόχο να ξεκλειδώσει η πολυπόθητη συμφωνία, που θα δώσει ανάσα στην Ελλάδα, ο γερμανικός Τύπος προτιμούσε να ασχοληθεί με τον Γιάνη Βαρουφάκη και τις τελευταίες συνεντεύξεις του. Η αλήθεια είναι ότι αυτές δεν ήταν απαραίτητα και ό,τι πιο εποικοδομητικό θα περίμενε κανείς σε μια τόσο κρίσιμη μέρα. Από την άλλη, η μανία με την οποία χυνόταν το γερμανικό μελάνι, που εξέφραζε την επιθυμία για ένα Varoufexit και η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο έλληνας υπουργός Οικονομικών ως το βασικό εμπόδιο για την άρση του αδιεξόδου προφανώς και δείχνει ότι η στοχοποίησή του αποτελεί ένα εύκολο άλλοθι, στα χέρια εκείνων που θέλουν να οδηγήσουν την κατάσταση σε αδιέξοδο με τον προφανή στόχο να σπρώξουν την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης ή ακόμα καλύτερα για αυτούς να την υποχρεώσουν σε απόλυτη υποταγή, αφού θα έχουν προκαλέσει πρώτα ένα «ατύχημα» με δραματικές συνέπειες και ακόμα δραματικότερη επικοινωνιακή εκμετάλλευση.

Τα ιδανικά του κ. Σόιμπλε

Σε ένα κόσμο που θα κυριαρχούσε η λογική ή απλά ο σεβασμός στη δημοκρατία, το ερώτημα θα ήταν αν το πραγματικό κλειδί, που θα άνοιγε την πόρτα του έντιμου συμβιβασμού δεν ακούει στο όνομα «Schäublexit». Γιατί αυτός που μοιάζει να παίζει τα ρέστα του λες και θέλει να εμποδίσει με κάθε τρόπο την «αμοιβαία επωφελή συμφωνία» είναι ο γερμανός υπουργός Οικονομικών. Και κάποιοι έχουν κατά καιρούς εκφράσει ότι μια πιθανή αποχώρησή του δεν θα έπαιρνε μόνο μαζί της τα όσα πρεσβεύει, αλλά προφανώς θα αποδυνάμωνε και το στρατόπεδο των σκληροπυρηνικών που αυτός εκπροσωπεί. Για μια ακόμα φορά πριν από μια κρίσιμη σύνοδο ενός ευρωπαϊκού οργάνου, φρόντισε να δυναμιτίσει το κλίμα με «απαισιόδοξες» προβλέψεις και να ειρωνευτεί την αισιοδοξία της ελληνικής πλευράς, αλλά και τις δυνατότητες μιας «πολιτικής λύσης». Αλλά το χειρότερο ήταν ότι ανοικτά αμφισβήτησε τις συνέπειες μιας ελεύθερης και δημοκρατικής επιλογής του ελληνικού λαού, οι οποίες κατά τη γνώμη του δυσκόλεψαν τη διαπραγμάτευση. Με βάση τη λογική του κυρίου Σόιμπλε το ιδανικό θα ήταν προφανώς οι κυβερνήσεις να μην εκλέγονται, αλλά να διορίζονται ορκιζόμενες πίστη σε ένα γερμανικής έμπνευσης πρόγραμμα λιτότητας.
Αλλά και η επιμονή του υπουργού Οικονομικών στο Βερολίνο στην απόρριψη της ιδέας της κομψής αποχώρησης σταδιακά του ΔΝΤ από την Ελλάδα, ουσιαστικά εξυπηρετεί το στόχο να έχει έναν ακόμα σύμμαχο με τον οποίο συμφωνεί σε ένα πολύ βασικό σημείο: στο ότι η χώρα μας δε μπορεί να πάρει ούτε σεντ δίχως μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση.

Οριακό σημείο

Με βάση τα παραπάνω, είναι λογικό να αναρωτιέται κανείς αν και κατά πόσο είναι τελικά ειλικρινείς οι δεσμεύσεις της Ανγκέλα Μέρκελ, ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει ένα Grexit, αλλά και αν κάποια στιγμή θα μπορούσαν να την οδηγήσουν σε ανοικτή σύγκρουση με τον σημαντικότερο υπουργό της. Εκτός αν ο Σόιμπλε παίζει συνειδητά το ρόλο του «κακού» για να βοηθά την καγκελάριο του να φαίνεται «καλή». Έτσι κι αλλιώς, η κατάσταση για την ελληνική οικονομία έχει φτάσει σε «οριακό σημείο» με την κυρία Μέρκελ να συνεχίζει να παίζει την «καλή»
Από την άλλη, και με δεδομένο ότι μια μακρόπνοη συμφωνία, που θα βγάλει την φτωχοποιημένη κοινωνία από το τέλμα, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε μια εβδομάδα είναι αυτονόητο ότι θα απαιτήσει και στο μέλλον διαβουλεύσεις και συμβιβασμούς είναι ένα ερώτημα αν αυτό μπορεί να γίνει όσο ο Σόιμπλε και οι ομοϊδεάτες του θα καιροφυλακτούν. Είναι εφικτό μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να μπορέσει να ασκήσει μια διαφορετική πολιτική, που δεν θα υποτάσσεται χωρίς δεύτερη κουβέντα στις «αγορές», στη λογική δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού; Το ερώτημα δεν είναι απλά θεωρητικό και θα τεθεί πολύ πιο άμεσα από όσο νομίζουν ορισμένοι.
Για να μπορέσει να γίνει αυτό θα χρειαστεί σχέδιο, αποφασιστικότητα, ενιαία στάση από όλη την κυβέρνηση και φυσικά η αποφυγή ερασιτεχνισμών και υπέρβαση της λογικής, ότι κάποια προβλήματα μπορούν να λυθούν με τον «επικοινωνισμό». Είναι, επίσης, προφανές ότι οι όποιες νέες δεσμεύσεις θα δημιουργήσουν ένα νέο πλαίσιο διαπραγμάτευσης, που δεν θα είναι απαραίτητα ευκολότερο. Δεν πρέπει να αγνοεί κανείς και τις παρατηρήσεις του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ για την απειρία της κυβέρνησης Τσίπρα, που δεν έγιναν με διάθεση να δυναμιτίσουν τη διαπραγμάτευση, αλλά μάλλον με σκοπό να προκαλέσουν... κατανόηση. Αν η κυβέρνηση βγει ζωντανή από τις μέχρι τώρα Συμπληγάδες, θα έχει ακόμα περισσότερα πράγματα να ασχοληθεί από τη διαπραγμάτευση και μόνο, όπως ουσιαστικά έγινε μέχρι τώρα και όσο ο καιρός κυλάει η δικαιολογία της απειρίας δεν θα ισχύει πλέον.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet