Συζητάμε με τον καθηγητή στην Κοινωνιολογία της Συλλογικής Δράσης και των Κοινωνικών Κινημάτων του πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκο Σερντεδάκι, για την πορεία της διαπραγμάτευσης, το ρόλο της ελληνικής κυβέρνησης και των εταίρων. Όπως τονίζει ο Ν. Σερντεδάκις, “ψύχραιμα οφείλουμε να περιμένουμε την ολοκλήρωση των συνομιλιών, ώστε να κρίνουμε την κυβέρνηση στη βάση πραγματικών δεδομένων”.

Tη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε η Ιωάν­να Δρό­σου

Εκα­τό μέ­ρες έ­χουν πε­ρά­σει α­πό τις ε­κλο­γές. Πώς α­πο­τι­μάς το κυ­βερ­νη­τι­κό έρ­γο;

Η α­πο­τί­μη­ση μπο­ρεί και ο­φεί­λει να αρ­θρω­θεί σε δύο ε­πί­πε­δα. Από τη μια, τί­θε­ται προς κρί­ση το νο­μο­θε­τι­κό έρ­γο της κυ­βέρ­νη­σης, οι πο­λι­τι­κές που ε­φαρ­μό­ζει στο ε­σω­τε­ρι­κό της χώ­ρας και, α­πό την άλ­λη, η στά­ση της στις δια­δι­κα­σίες δια­πραγ­μά­τευ­σης με τους δα­νει­στές, κυ­ρίως μά­λι­στα η α­να­με­νό­με­νη έκ­βα­σή τους. Όσον α­φο­ρά το πρώ­το σκέ­λος, η κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς έ­χει ει­σά­γει στη Βου­λή ση­μα­ντι­κά νο­μο­σχέ­δια τη­ρώ­ντας σε με­γά­λο βαθ­μό τις προ­ε­κλο­γι­κές της δε­σμεύ­σεις. Η ε­πα­να­πρόσ­λη­ψη των α­πο­λυ­μέ­νων, το νο­μο­σχέ­διο για την αν­θρω­πι­στι­κή κρί­ση, η ρύθ­μι­ση των χρεών προς το δη­μό­σιο και τα α­σφα­λι­στι­κά τα­μεία, η ΕΡΤ και οι νο­μο­θε­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις στα θέ­μα­τα της εκ­παί­δευ­σης α­πο­τε­λούν ε­ξαι­ρε­τι­κά θε­τι­κά δείγ­μα­τα γρα­φής της νέ­ας κυ­βέρ­νη­σης.
Στο θέ­μα της δια­πραγ­μά­τευ­σης α­να­δεί­χθη­καν μια σει­ρά α­πό α­δυ­να­μίες, αλ­λά και μη δη­μιουρ­γι­κές, για τον πο­λι­τι­κό μας χώ­ρο, α­σά­φειες. Στο ση­μείο που σή­με­ρα βρι­σκό­μα­στε μπο­ρού­με να κα­τα­γρά­ψου­με την έ­γερ­ση ση­μα­ντι­κών εν­στά­σεων για ο­ρι­σμέ­νες ε­πι­λο­γές της κυ­βέρ­νη­σης. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρη η το­πο­θέ­τη­ση του πρω­θυ­πουρ­γού για τη συμ­φω­νία της 20ης Φε­βρουα­ρίου και τη μη ε­ξα­σφά­λι­ση της κα­τα­βο­λής μέ­ρους των δό­σεων που α­πορ­ρέ­ουν α­πό την υ­φι­στά­με­νη δα­νεια­κή σύμ­βα­ση. Επι­πλέ­ον, ο­φεί­λου­με να α­να­γνω­ρί­σου­με ό­τι στην πο­ρεία της δια­πραγ­μά­τευ­σης το στίγ­μα μας θό­λω­σε κά­μπο­σες φο­ρές, γε­γο­νός που ε­πέ­τρε­ψε την α­χα­λί­νω­τη α­νά­πτυ­ξη μιας ά­γο­νης σε­να­ριο­λο­γίας πε­ρί της κα­τα­λη­κτι­κής συμ­φω­νίας. Έχω την αί­σθη­ση ό­τι ψύ­χραι­μα ο­φεί­λου­με να πε­ρι­μέ­νου­με την ο­λο­κλή­ρω­ση των συ­νο­μι­λιών, ώ­στε να κρί­νου­με την κυ­βέρ­νη­ση στη βά­ση πραγ­μα­τι­κών δε­δο­μέ­νων. Θέ­λω να πι­στεύω ό­τι συλ­λο­γι­κά ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ θα στη­ρί­ξει τις ε­πι­λο­γές της κυ­βέρ­νη­σης, οι ο­ποίες δεν μπο­ρεί να εί­ναι άλ­λες α­πό τις “κόκ­κι­νες γραμ­μές” που έ­χει θέ­σει ο ελ­λη­νι­κός λαός και τις ο­ποίες α­πο­τυ­πώ­σα­με με ευ­κρί­νεια στις ε­κλο­γι­κές μας δε­σμεύ­σεις και τον προ­γραμ­μα­τι­κό μας λό­γο.

Ποια εί­ναι η Ευ­ρώ­πη, στην ο­ποία α­πευ­θυ­νό­μα­στε;

Θεω­ρείς ό­τι υ­πήρ­ξε λά­θος ε­κτί­μη­ση για την κα­τά­στα­ση που θα έ­βρι­σκε η κυ­βέρ­νη­ση;

Ανα­γνω­ρί­ζε­ται α­πό ό­λους μας ό­τι η α­νά­γνω­ση που εί­χα­με ως ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ προ­ε­κλο­γι­κά, σε σχέ­ση με το ποιους θα συ­να­ντή­σου­με α­πέ­να­ντί μας και ποια στά­ση θα κρα­τή­σουν στη δια­πραγ­μά­τευ­ση, ή­ταν μάλ­λον αι­σιό­δο­ξη. Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ι­σχυ­ρί­στη­κε προ­ε­κλο­γι­κά ό­τι η νω­πή λαϊκή ε­ντο­λή θα α­πο­τε­λέ­σει για τους δα­νει­στές μας, την Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση κυ­ρίως, αλ­λά και το ΔΝΤ, έ­να ι­σχυ­ρό­τα­το δε­δο­μέ­νο, το ο­ποίο ο­φεί­λουν να σε­βα­στούν, α­πο­δε­χό­με­νοι τη λή­ξη της λι­τό­τη­τας και την ε­φαρ­μο­γή α­ντιυ­φε­σια­κών πο­λι­τι­κών. Όπως φά­νη­κε στην πο­ρεία, αυ­τή η ε­κτί­μη­σή μας ή­ταν πο­λύ μα­κριά α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θεω­ρώ πως η α­νά­λυ­ση που εί­χε η ρι­ζο­σπα­στι­κή α­ρι­στε­ρά για το τι εί­ναι σή­με­ρα η Ευ­ρώ­πη, ή­ταν με­ρι­κώς προ­βλη­μα­τι­κή, ί­σως α­κό­μα και ε­σφαλ­μέ­νη. Δεν εί­χα­με συ­νει­δη­το­ποιή­σει ό­τι, στο πλαί­σιο της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης α­ντε­πα­νά­στα­σης, οι θε­σμοί της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης έ­χουν και οι ί­διοι με­τα­σχη­μα­τι­σθεί. Ότι δη­λα­δή βρι­σκό­μα­στε σε έ­να ρι­ζι­κά τρο­πο­ποιη­μέ­νο πο­λι­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον, που δεν α­ντι­στοι­χεί­ται προς τις προ­γε­νέ­στε­ρες πα­ρα­δο­χές μας για τη θέ­σμι­ση και τη λει­τουρ­γία των α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κών θε­σμών της πε­ριό­δου του βιο­μη­χα­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού. Η α­νά­λυ­ση για τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού έ­τει­νε να ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στα θέ­μα­τα της οι­κο­νο­μίας, θέ­το­ντας στο πε­ρι­θώ­ριο έ­να ου­σια­στι­κό α­να­στο­χα­σμό για τη με­τάλ­λα­ξη των πο­λι­τι­κών θε­σμών που δια­μορ­φώ­νουν τη νέα με­τα­δη­μο­κρα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Τι εν­νο­είς με αυ­τό;
Με­τα­δη­μο­κρα­τία ση­μαί­νει ό­τι στις σύγ­χρο­νες κοι­νω­νίες δια­τη­ρού­νται μεν τυ­πι­κά οι κα­νό­νες λει­τουρ­γίας της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής δη­μο­κρα­τίας, ό­μως ο τό­πος λή­ψης των α­πο­φά­σεων έ­χει με­τα­φερ­θεί έ­ξω και πέ­ρα α­πό τους δη­μο­κρα­τι­κούς θε­σμούς. Ο λαός, ως το δια­φο­ρο­ποιη­μέ­νο στο ε­σω­τε­ρι­κό του συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο γύ­ρω α­πό το ο­ποίο θε­με­λιώ­νο­νται οι νεω­τε­ρι­κοί πο­λι­τι­κοί θε­σμοί και ορ­γα­νώ­νο­νται οι πο­λι­τι­κές δια­δι­κα­σίες για να υ­πη­ρε­τη­θούν οι α­ξίες της δη­μο­κρα­τίας, αλ­λά και η εμ­βά­θυν­ση των δια­δι­κα­σιών του οι­κο­νο­μι­κο-κοι­νω­νι­κού εκ­δη­μο­κρα­τι­σμού, α­να­γο­ρεύε­ται α­πό τις νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες ε­λίτ ως φο­ρέ­ας πα­θο­γε­νειών. Από τού­τη την α­φε­τη­ρία εκ­κι­νούν οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­να­λύ­σεις πε­ρί του λαϊκι­σμού και του λε­γό­με­νου ε­θνο­λαϊκι­σμού. Στο με­τα­δη­μο­κρα­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον, για τις τύ­χες των λαών α­πο­φα­σί­ζουν, ε­ρή­μην τους, νε­ο­πα­γείς “θε­σμοί”, δί­χως δη­μο­κρα­τι­κή νο­μι­μο­ποίη­ση και λο­γο­δο­σία. Υπό αυ­τήν την έν­νοια, η λαϊκή βού­λη­ση, του ελ­λη­νι­κού λα­ού στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, δεν α­πο­τε­λεί για τις οι­κο­νο­μι­κές και πο­λι­τι­κές ε­λίτ έ­να πα­ρά­γο­ντα κα­θο­ρι­στι­κό για τη λή­ψη των α­πο­φά­σεων. Το α­ντί­θε­το μά­λι­στα, ο λαός και η βού­λη­σή του δεν συ­νι­στούν αυ­θε­ντι­κά δε­δο­μέ­να, αλ­λά προϊόν και α­πο­τέ­λε­σμα της λαϊκι­στι­κής δη­μα­γω­γίας και χει­ρα­γώ­γη­σης. Οι πα­ρα­συρ­μέ­νες, λοι­πόν, λαϊκές μά­ζες θα πρέ­πει να τι­μω­ρη­θούν για να ξα­να­γί­νουν “ορ­θο­λο­γι­κές” και “έλ­λο­γες”, δη­λα­δή ε­θε­λό­δου­λες και υ­πο­ταγ­μέ­νες στη δια­κυ­βέρ­νη­ση των τε­χνο­κρα­τών α­ρί­στων. Δια μέ­σου της τι­μω­ρη­τι­κής πει­θάρ­χη­σής του ο λαός θα υ­πο­χρεω­θεί να ε­σω­τε­ρι­κεύ­σει τις νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες α­ξίες και α­ντι­λή­ψεις, θέ­το­ντας τις προϋπο­θέ­σεις της αυ­το-α­κύ­ρω­σής του ως συ­στα­τι­κού στοι­χείου της κοι­νω­νίας και της ί­διας της δη­μο­κρα­τίας.
Στην α­νά­λυ­σή μας για την Ευ­ρώ­πη, ό­λα τα πα­ρα­πά­νω τα θέ­σα­με σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Το ε­πό­με­νο διά­στη­μα θα πρέ­πει συλ­λο­γι­κά να ξα­να­σκε­φτού­με ποια εί­ναι η Ευ­ρώ­πη, στην ο­ποία α­πευ­θυ­νό­μα­στε για την ε­ξα­σφά­λι­ση μιας κοι­νής πο­ρείας. Θα πρέ­πει την α­νά­λυ­σή μας πε­ρί των νέων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών της Ευ­ρώ­πης στο πλαί­σιο του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και του νε­ο­συ­ντη­ρι­τι­σμού, να την κα­τα­στή­σου­με η­γε­μο­νι­κή στην κοι­νω­νία, ού­τως ώ­στε η κρί­ση των πο­λι­τι­κών α­πο­φά­σεων και προ­σα­να­το­λι­σμών να προ­κύ­πτει α­πό τη γνώ­ση των υ­φι­στά­με­νων κοι­νω­νι­κών διαι­ρέ­σεων, συ­γκρού­σεων και τα­ξι­κών α­ντα­γω­νι­σμών, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας ως κρί­σι­μη με­τα­βλη­τή την πραγ­μα­τι­κά χει­ρα­γω­γού­με­νη κοι­νή γνώ­μη των δη­μο­σκό­πων, που στην ου­σία έρ­χε­ται να υ­πο­κα­τα­στή­σει τον λαϊκό πα­ρά­γο­ντα στη με­τα­δη­μο­κρα­τι­κή μας ε­πο­χή.

Ασφυ­κτι­κά τα ό­ρια για α­ρι­στε­ρές προ­σεγ­γί­σεις

Όμως, η δια­πραγ­μά­τευ­ση ε­ξε­λίσ­σε­ται τώ­ρα…

Σα­φώς η δια­πραγ­μά­τευ­ση πρέ­πει να γί­νει, αλ­λά θα πρέ­πει να πού­με σε ό­λους τους τό­νους ό­τι δεν εί­ναι πια η “Ευ­ρώ­πη των λαώ­ν”, το πε­ρι­βάλ­λον στο ο­ποίο θα κι­νη­θεί η Ελλά­δα τα ε­πό­με­να χρό­νια. Βε­βαίως, υ­πάρ­χουν οι λα­οί στην Ευ­ρώ­πη και έ­χου­με ε­μπι­στο­σύ­νη στις δι­κές τους συλ­λο­γι­κές δρά­σεις και τα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα, ό­μως στο θε­σμι­κό πε­ρι­βάλ­λον της Ε.Ε., τα ό­ρια εί­ναι α­σφυ­κτι­κά έως α­πα­γο­ρευ­τι­κά για τις α­ρι­στε­ρές ρι­ζο­σπα­στι­κές πο­λι­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις. Οφεί­λου­με να προ­χω­ρή­σου­με τη δια­πραγ­μά­τευ­ση, ό­πως ε­πί­σης ο­φεί­λου­με να μην ξε­χνά­με ό­τι αυ­τό που θα κρι­θεί τις ε­πό­με­νες βδο­μά­δες στην Ελλά­δα, θα κρί­νει τη δη­μο­κρα­τία στη χώ­ρα μας, την πο­ρεία της Αρι­στε­ράς στη χώ­ρα μας, αλ­λά και τη ύ­παρ­ξη της ευ­ρω­παϊκής Αρι­στε­ράς στον 21ο αιώ­να.

Βλέ­που­με πως οι κοι­νω­νι­κές κι­νη­το­ποιή­σεις έ­χουν καμ­φθεί το τε­λευ­ταίο διά­στη­μα. Πώς το ε­ξη­γείς αυ­τό;
Πι­στεύω ό­τι εύ­κο­λα μπο­ρού­με να κα­τα­νοή­σου­με τού­τη την ύ­φε­ση της συλ­λο­γι­κής δρά­σης, δί­χως να εί­μα­στε σε θέ­ση να προ­βλέ­ψου­με ό­τι δεν θα προ­κύ­ψουν νέες τά­σεις α­νό­δου της κα­τά την ε­πό­με­νη πε­ρίο­δο. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ι­διαί­τε­ρα με­τά την υ­πο­γρα­φή του πρώ­του μνη­μο­νίου το 2010, κα­τα­γρά­φη­κε έ­να έ­ντο­νο κύ­μα δια­μαρ­τυ­ρίας, με ρι­ζο­σπα­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, α­ντι­μνη­μο­νια­κό στο πε­ριε­χό­με­νο του, το ο­ποίο άρ­χι­σε να εκ­δη­λώ­νει ση­μά­δια ύ­φε­σης με­τά τις ε­κλο­γές του 2012. Η ύ­φε­ση της δια­μαρ­τυ­ρίας μέ­χρι το 2014 δεν α­πο­τυ­πώ­νε­ται κα­τ’ α­νά­γκη στο πλή­θος των γε­γο­νό­των δια­μαρ­τυ­ρίας που κα­τα­γρά­φουν διά­φο­ρες έ­ρευ­νες που βρί­σκο­νται σε ε­ξέ­λι­ξη. Εκφρά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στις αλ­λα­γές του πε­ριε­χο­μέ­νου της συλ­λο­γι­κής δρά­σης, στην ελ­λι­πή διά­χυ­σή ��ους σε δια­φο­ρε­τι­κούς κοι­νω­νι­κούς χώ­ρους, αλ­λά και γεω­γρα­φι­κά. Μ’ άλ­λα λό­για, ε­πι­βε­βαιώ­νο­νται ε­κεί­νες οι προ­σεγ­γί­σεις που υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι με­τά την έ­κρη­ξη της δια­μαρ­τυ­ρίας α­κο­λου­θεί μια τά­ση α­πό­συρ­σης των κι­νη­το­ποιού­με­νων, κα­θώς ε­πέρ­χε­ται η κό­πω­ση ή για­τί ε­ντεί­νε­ται η κα­τα­στο­λή ή για­τί δεν προ­κύ­πτουν α­πτά θε­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα α­πό τις κι­νη­το­ποιή­σεις. Όμως, η α­πό­συρ­ση α­πό τη δια­μαρ­τυ­ρία συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό την ε­πέν­δυ­ση πο­λι­τι­κών προσ­δο­κιών στη σφαί­ρα της θε­σμι­κής πο­λι­τι­κής και ει­δι­κό­τε­ρα στην ε­κλο­γι­κή εν­δυ­νά­μω­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, που, με σταθ­μό το ε­κλο­γι­κό α­πο­τέ­λε­σμα των ευ­ρωε­κλο­γών, κι­νού­νταν προς την ε­πι­κρά­τη­ση στις ε­περ­χό­με­νες ε­θνι­κές ε­κλο­γές. Πα­ρα­τη­ρού­με λοι­πόν μια συ­σχέ­τι­ση του κύ­κλου δια­μαρ­τυ­ρίας με τον ε­κλο­γι­κό κύ­κλο που εί­ναι σε θέ­ση να πα­ρά­σχει μια ι­κα­νο­ποιη­τι­κή ε­ξή­γη­ση για την ύ­φε­ση της συλ­λο­γι­κής δρά­σης στην δε­δο­μέ­νη συ­γκυ­ρία.

Εγχεί­ρη­μα α­πο­νο­μι­μο­ποίη­σης της α­ρι­στε­ρής κυ­βέρ­νη­σης

Μι­λώ­ντας για κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα, τα κόμ­μα­τα της α­ντι­πο­λί­τευ­σης προ­σπα­θούν να ορ­γα­νώ­σουν μια κι­νη­το­ποίη­ση μέ­σω της πρω­το­βου­λίας «Όχι Μπαλ­τά στην παι­δεία»…

Αυ­τό δεν εί­ναι και­νού­ριο. Το εί­δα­με στις Η­ΠΑ α­πό το Tea Party ή στην Ιτα­λία α­πό τον Μπερ­λου­σκό­νι. Έχου­με στις συ­γκε­κρι­μέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις μια προ­σπά­θεια οι­κειο­ποίη­σης των κι­νη­μα­τι­κών ρε­περ­το­ρίων α­πό α­ντι­δρα­στι­κά α­ντι­κι­νή­μα­τα. Ήταν λοι­πόν α­να­με­νό­με­νο πως και στην Ελλά­δα θα ε­πι­χει­ρη­θούν τέ­τοιες κι­νη­το­ποιή­σεις, α­πό τη στιγ­μή που οι κα­τε­στη­μέ­νες ε­λίτ ή συ­γκε­κρι­μέ­νες με­ρί­δες τους, βλέ­πουν να α­πο­μα­κρύ­νε­ται το ό­νει­ρό τους για την ο­λο­κλή­ρω­ση της “α­ρι­στε­ρής πα­ρέν­θε­σης”. Δεν τους αρ­κούν τα φε­ρέ­φω­να της πο­λι­τι­κής διά­χυ­σης του φό­βου που νέ­μο­νται την κα­τα­σκευή των ει­δή­σεων και των πλη­ρο­φο­ριών, ί­σως για­τί οι ποι­κί­λοι εκ­φρα­στές τους έ­χουν χά­σει την αί­γλη τους και έ­χει κα­τα­στεί σα­φές στον κα­θέ­να και την κα­θε­μιά το ποια α­φε­ντι­κά υ­πη­ρε­τούν. Οφεί­λου­με, λοι­πόν, να κρα­τή­σου­με το δε­δο­μέ­νο ό­τι βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο εγ­χεί­ρη­μα α­πο­νο­μι­μο­ποίη­σης της α­ρι­στε­ρής κυ­βέρ­νη­σης, α­πο­δυ­νά­μω­σής της τό­σο στο ε­σω­τε­ρι­κό ό­σο και στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Οι προ­σπά­θειες ορ­γά­νω­σης μα­ζι­κών α­ντι­κυ­βερ­νη­τι­κών κι­νη­το­ποιή­σεων, α­πο­τυ­χη­μέ­νες προς το πα­ρόν, α­πο­τε­λούν μια α­πό τις ποι­κί­λες εκ­φρά­σεις αυ­τού του ε­νορ­χη­στρω­μέ­νου σχε­δια­σμού.

Την πε­ρα­σμέ­νη βδο­μά­δα, δη­μο­σιεύ­τη­κε δη­μο­σκό­πη­ση σύμ­φω­να με την ο­ποία οι ε­ρω­τώ­με­νοι α­παι­τούν συμ­φω­νία ε­δώ και τώ­ρα, την ί­δια ώ­ρα που η στή­ρι­ξη στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ε­νι­σχύε­ται. Πώς σχο­λιά­ζεις τέ­τοια ευ­ρή­μα­τα;
Το δια­φαι­νό­με­νο α­πό τις δη­μο­σκο­πή­σεις αί­τη­μα για την ά­με­ση συ­νο­μο­λο­γία μιας συμ­φω­νίας με τους δα­νει­στές α­πο­τυ­πώ­νει τα έ­ντο­να οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα που α­ντι­με­τω­πί­ζουν οι μι­κρές ε­πι­χει­ρή­σεις, αλ­λά και οι ερ­γα­ζό­με­νοι και οι ά­νερ­γοι που γνω­ρί­ζουν ό­τι οι ση­μα­ντι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις που τους α­φο­ρούν έ­πο­νται της λή­ξης της δια­πραγ­μά­τευ­σης. Στην ο­πτι­κή μου, η α­δη­μο­νία για την κα­τά­λη­ξη της δια­πραγ­μά­τευ­σης έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο να κά­νει με τις πο­λι­τι­κές προσ­δο­κίες που έ­χουν ε­πεν­δυ­θεί στη νέα κυ­βέρ­νη­ση. Αυ­τό το συ­μπέ­ρα­σμα προ­κύ­πτει α­πό το φαι­νο­με­νι­κά α­ντι­φα­τι­κό, προς το προ­η­γού­με­νο, εύ­ρη­μα των υ­ψη­λών πο­σο­στών που κα­τα­γρά­φει ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ στην πρό­θε­ση ψή­φου, έ­να­ντι των μειω­μέ­νων πο­σο­στών που προ­κύ­πτουν για την ΝΔ, το Πο­τά­μι και το ΠΑ­ΣΟ­Κ, τα τρία δη­λα­δή μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα που σή­με­ρα προ­τάσ­σουν την δί­χως ό­ρους υ­πο­γρα­φή ε­νός νέ­ου μνη­μο­νίου για να πα­ρα­μεί­νου­με πά­ση θυ­σία στη ζώ­νη του ευ­ρώ. Επο­μέ­νως, η α­να­ζή­τη­ση μιας συμ­φω­νίας δεν πα­ρα­πέ­μπει στην α­πο­δο­χή των θέ­σεων που δια­τυ­πώ­νουν τα μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα, αλ­λά στη λή­ξη της α­βε­βαιό­τη­τας που ε­πι­τεί­νει την οι­κο­νο­μι­κή δυσ­πρα­γία και στην προσ­δο­κία για την έ­ναρ­ξη της ε­φαρ­μο­γής των πο­λι­τι­κών που ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έ­χει προ­γραμ­μα­τι­κά δια­τυ­πώ­σει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να κινηθεί σε πολλαπλά επίπεδα

Ποιος είναι ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα;

Είναι εμφανές ότι θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να κινηθεί σε πολλαπλά επίπεδα. Ένα επίπεδο είναι αυτό της κυβέρνησης, που σίγουρα έχει τη δική της αυτονομία. Ένα δεύτερο είναι η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, που οφείλει να λειτουργήσει προωθητικά προς το κυβερνητικό έργο, υπηρετώντας τα αιτήματα που αρθρώνονται στο πλαίσιο των κοινωνικών αγώνων και διεκδικήσεων. Τέλος, τα μέλη και οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ άμεσα πρέπει να λειτουργήσουν με εξωστρέφεια, χωρίς να περιορίζονται σε εσωτερικές τριβές, να ανοιχτούν στην κοινωνία και να εξηγήσουν τι συμβαίνει στην Ελλάδα και την Ευρώπη, προκειμένου να κινητοποιήσουν τον λαϊκό παράγοντα, αναδεικνύοντας τα κρίσιμα διακυβεύματα της περιόδου. Οφείλουμε να αποχωρήσουμε τάχιστα από την εμπλοκή στους όρους μιας συζήτησης που διαμορφώνουν οι αντίπαλοί μας, να αποδράσουμε από τις μανιχαϊκές λογικές και τα διλήμματα που εκείνοι προτάσσουν. Με τη δράση μας σε όλα τα παραπάνω επίπεδα να συναρθρώσουμε τα επιμέρους κοινωνικά αιτήματα σε ένα σχέδιο ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού και με τον τρόπο αυτό να επιβάλλουμε τη δική μας ατζέντα στο χώρο της δημοσιότητας.

Βλέπουμε ακόμα και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ να είναι διχασμένα ανάμεσα στο «συμφωνία εδώ και τώρα» ή «ρήξη με τους δανειστές». Μπορούν αυτές οι απόψεις να συνυπάρχουν;
Αυτή η αντίφαση θα ξεπεραστεί από την πραγματικότητα. Είμαστε πολύ κοντά στην 5η Ιούνη, όταν και θα πρέπει το ελληνικό κράτος να αποπληρώσει ένα μέρος του δανείου προς το ΔΝΤ. Είναι πολύ θετικό που η κυβέρνηση έχει δηλώσει πως αν δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία και δεν έχει ενισχυθεί η ρευστότητα, δεν θα αποπληρωθούν οι υποχρεώσεις προς το ΔΝΤ, διότι προέχει η καταβολή των μισθών και συντάξεων. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Είναι δεδομένη η βούληση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε ρήξη, σε περίπτωση που οι δανειστές εμμείνουν στην εφαρμογή ενός νέου υφεσιακού προγράμματος λιτότητας, το οποίο δεν έχει την έγκριση του ελληνικού λαού και δεν ανταποκρίνεται στη βούλησή του, όπως αυτή εκφράστηκε στις πρόσφατες εκλογές.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet