Του Μάριου Σπύρου

Σύμφωνα με έρευνες κοινής γνώμης στις τελευταίες εκλογές, κοντά το 30% των ψηφοφόρων της ΝΔ θα την ψήφιζαν για να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό σημαίνει ότι από το 40% που πήρε το κυβερνών κόμμα κοντά στο 12% το ψήφισαν για να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ [12% είναι το επιπλέον ποσοστό που πήρε η ΝΔ συγκριτικά με τις εκλογές του 2015]. Θα μπορούσε, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι αυτή η ομάδα ψηφοφόρων έδωσε τη νίκη στη ΝΔ.
Η εξήγηση είναι συνθετότερη. Η ΝΔ έχει ένα ακροατήριο αρκετά συνεκτικό ιδεολογικά. Μεγάλο του μέρος συνδέεται με παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες αρθρωμένους γύρω από τις έννοιες έθνος-πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια και παράδοση. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται από αστικά στρώματα των πόλεων και της επαρχίας αρκετοί από τους οποίους διαπνέονται από φιλελεύθερες ιδέες, είναι πιο ανοικτοί στα ατομικά δικαιώματα και την ετερότητα.
Στην κρίση, μέρος της πρώτης ομάδας στράφηκε σε άλλα «συγγενή» κόμματα την Χρυσή Αυγή, τους ΑΝΕΛ ακόμη και στο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΝΔ θεωρήθηκε ότι έφερε τη χώρα στο γκρεμό και κατόπιν την παρέδωσε, με τα μνημόνια, βορά στους ξένους. Μέρος της δεύτερης ομάδας στράφηκε σε πλέον φιλελεύθερους σχηματισμούς, κυρίως το Ποτάμι και μικρότερες άλλες δυνάμεις.

Παραδοσιακοί δεξιοί και εκσυγχρονιστές

Στις τελευταίες εκλογές οι δυνάμεις αυτές στη μεγάλη τους πλειονότητα επέστρεψαν, σύμφωνα με την έκφραση του Ευ. Αβέρωφ, στο μαντρί. Τι τους οδήγησε πίσω; Η προοπτική της εξουσίας αλλά και η πτώση των «αβράκωτων» του ΣΥΡΙΖΑ που τόλμησαν να αναλάβουν τη διακυβέρνηση και ακόμη περισσότερο να διεκδικούν την παραμονή τους. Δίπλα σε αυτούς προστέθηκαν και δύο άλλες ομάδες. Φιλελεύθεροι –τεχνοκράτες και μία δεύτερη με καταβολές από την Αριστερά και την Κεντροαριστερά. Τι ενώνει αυτές τις δύο ομάδες; Πέρα από την ενδεχόμενη γοητεία της εξουσίας η επίκληση, σε επίπεδο λόγου, του εκσυγχρονισμού και η θεώρηση ότι ο Κ. Μητσοτάκης κινείται προς την κατεύθυνση αυτή.
Έτσι είμαστε μάρτυρες μίας συμπόρευσης παραδοσιακών συντηρητικών ψηφοφόρων, ορισμένοι από τους οποίους στα όρια της ακροδεξιάς, και νέων ομάδων, διαφόρων καταβολών, φιλελεύθερων, τεχνοκρατών, πρώην Αριστερών και Κεντροαριστερών, που ομνύουν στην αξιοκρατία και, όχι πάντα σαφώς, στον εκσυγχρονισμό. Η πολυσυλλεκτικότητα εξηγεί το υψηλό ποσοστό της ΝΔ στις τελευταίες εκλογές αλλά και τη δυσκολία επεξεργασίας και άσκησης μιας συνεκτικής πολιτικής. Αλλιώς, καθώς αξιόλογο μέρος των νέων ψηφοφόρων της ΝΔ είναι πρώην σημιτικοί το εγχείρημα εκσυγχρονισμού είναι δυσχερέστερο από την περίοδο Σημίτη. Ναι μεν ο τελευταίος είχε εσωτερικές αντιδράσεις υποστηριζόταν ωστόσο από ένα εκλογικό σώμα σχετικά ομοιογενές, κυρίως τα αστικά στρώματα των πόλεων, και ένα λόγο συνεκτικό. Σήμερα, τα πράγματα για τη ΝΔ είναι συνθετότερα. Η εκλογική της βάση είναι κυρίως συντηρητική, διατηρεί δεσμούς με ισχυρές ομάδες συμφερόντων μέσα και έξω από το κράτος, ο λόγος της ασαφής και δεν επενδύει πολύ στον εκσυγχρονισμό.

Τα όρια της εκσυγχρονιστικής φαντασίωσης

Στη δεκαετία του 1970 ο αμερικανός ψυχολόγος Τίμπορ Σκιτόφσκι υποστήριξε ότι όταν κάνουμε μία επιλογή, όπως η αγορά ενός προϊόντος, θέλουμε να πιστεύουμε ότι ενεργήσαμε ορθά και συμπεριφερόμαστε ανάλογα μέχρι να αποδειχθεί περίτρανα ότι σφάλαμε. Αυτό θαρρώ ισχύει και για την ψήφο. Πολλοί από εκείνους που ψήφισαν ΝΔ για να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ οχυρώνονται πίσω από το επιχείρημα αυτό παραβλέποντας ή ελαχιστοποιώντας τις όποιες αστοχίες της κυβέρνησης. Αυτό όμως δεν μπορεί να κρατήσει πολύ. Για το λόγο αυτό «εξορθολογικεύουν» τη συμπεριφορά τους με νοητικά σενάρια. Επισημαίνω δύο από αυτά.
Το πρώτο, κλασικό σενάριο, δικαιολόγησης της ψήφου, είναι ότι ο ηγέτης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην προκειμένη περίπτωση, θέλει, αλλά δεν τον αφήνουν. Πρόκειται για κλασικό επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και για τον Αλέξη Τσίπρα, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τους θεσμούς. Εδώ όμως δεν λέγεται –εύλογα γιατί χαλά το σενάριο- ποιος δεν αφήνει τον ηγέτη. Ποιος εμπόδισε τον Κυριάκο να έχει θετικότερη στάση στο Μακεδονικό και να μην υποδυθεί τον Μακεδονομάχο; Ποιος τον εμποδίζει να αντιδράσει ως φιλελεύθερος στο διαγραφόμενο στιχταγκάλιασμα εκκλησίας και κράτους; Γιατί, ακόμη το κυβερνών κόμμα μέχρι τώρα εμμένει σε πρακτικές που ο Μάνσουρ Όλσον αποκάλεσε πρακτικές αρπαγής οι οποίες αποτελούν το ακριβώς αντίθετο του εκσυγχρονισμού;
Το δεύτερο σενάριο, και αυτό κλασικό, συμπληρωματικό του πρώτου, έχει να κάνει με την πίστη ότι ο ηγέτης, μπορεί να δυσκολευτεί αλλά θα τα καταφέρει. Και αυτό είτε γιατί προέχουν τα μείζονα είτε γιατί για λόγους τακτικής ή για ισορροπίας ενίοτε –σαν τον Λένιν- υποχωρεί για να προωθήσει δοθείσης ευκαιρίας τα ουσιώδη. Υπό το πρίσμα αυτό αντιμετωπίζονται «φάλτσα» όπως η επιλογή μη «αρίστων» και ακροδεξιών σε θέσεις κλειδιά ή οι πρακτικές και η ρητορική του υπουργού Εργασίας που σε άρθρο της εφημερίδας “Το Βήμα” χαρακτηρίστηκαν «φιλελεύθερος λαϊκισμός».
Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι επιλογές μας είναι ορθές. Γι αυτό εμμένουμε στην επιλογή μας αξιολογώντας ακόμη και μεροληπτικά τα πράγματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα γι’ αυτούς που ασκούν την εξουσία, αλλά και για κείνους που είναι ή ονειρεύονται να ρθουν κοντά της. Όμως, η πολιτική επιλογή δεν σταματά στην εικόνα που έχουμε για ένα κόμμα. Είναι σχεσιακή. Μπορεί η εικόνα μας να μην είναι θετική γι’ αυτό, αλλά να το στηρίξουμε. Η επιλογή μπορεί να συντηρηθεί τελικά όχι μόνο από ενδεχόμενη απογοήτευση από το κόμμα που ψηφίσαμε πριν αλλά και από την εικόνα των άλλων κομμάτων, ιδιαίτερα των πιο ανταγωνιστικών.

* Ο Μ. Σπύρου είναι πολιτικός επιστήμονας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet