Η υιοθέτηση αποτυχημένων και αδιέξοδων αναπτυξιακών προτύπων

Διάγραμμα 1: Η καινοτομική ικανότητα και οι δαπάνες Ε&Α ως προς το ΑΕΠ και το κατά κεφαλή ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ και άλλων χωρών

Του Λόη Λαμπριανίδη

Η νέα κυβέρνηση παρουσίασε αξιοσημείωτη διοικητική ετοιμότητα σε συγκεκριμένους τομείς (αναδιάρθρωση και στελέχωση κρατικού μηχανισμού, φορολογικές ρυθμίσεις κ.λπ.), γεγονός εξ ορισμού θετικό ανεξαρτήτως αν κάποιος επικροτεί ή όχι την ουσία των πολιτικών αυτών. Η ετοιμότητα αυτή, ωστόσο, αναδεικνύει την ηχηρή αδυναμία διατύπωσης, έστω και σε επίπεδο προγραμματικών δηλώσεων, των βασικών κυβερνητικών προσεγγίσεων για δυο κεντρικά ζητήματα: α) τη χάραξη αναπτυξιακής στρατηγικής μακράς πνοής, με συγκεκριμένα ζητούμενα και β) την υιοθέτηση πολιτικών για την ορθή διαχείριση της ενσκήψασας πια κλιματικής αλλαγής και την προστασία του περιβάλλοντος. Το παρόν αποτελεί μια προσπάθεια ανάλυσης των συνεπειών από την έλλειψη συνολικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Μέτρο, η οικονομία της γνώσης

Η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ενεργό συμμετοχή στους τομείς της τεχνολογικής-καινοτομικής ανάπτυξης -στην «οικονομία της γνώσης»- αποτελεί στις μέρες μας τον πιο αποφασιστικό παράγοντα για την κατάταξή της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και επομένως στην επίτευξη ευημερίας για τους πολίτες της.
Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από επίπονες προσπάθειες των εκάστοτε κυβερνήσεων και των σχετικών πολιτικών συσχετισμών, αλλά και της κοινωνίας των πολιτών. Μεγάλο μέρος της προσπάθειας αυτής καταλαμβάνεται από τη «Βιομηχανική Πολιτική (ΒΠ)», η οποία αφορά ευρύτερους δομικούς μετασχηματισμούς της οικονομίας (και κοινωνίας) μιας χώρας, με ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνική-καινοτομική ανάπτυξη και με στόχους την οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση, τη βιωσιμότητα κ.λπ. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα χωρών με επιτυχημένη ΒΠ αν και με πολύ διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις (π.χ. Σκανδιναβικές χώρες, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταϊβάν, Κίνα, Σιγκαπούρη).
Η αναγκαιότητα και η σημασία της «ΒΠ» δεν είναι αυτονόητη στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να μην ασκείται επαρκής πίεση στο πολιτικό, και επιχειρηματικό σύστημα, ώστε να προτεραιοποιηθεί η ανακατεύθυνση προς μια «Προηγμένη Οικονομία της Γνώσης (ΠΟΓ)». Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από την εγχώρια έλλειψη κουλτούρας διαλόγου, θεσμών think tanks αλλά και τη στρεβλωτική λειτουργία των ΜΜΕ, που συχνά υποκαθιστούν τους θεσμοθετημένους φορείς και διαμορφώνουν νοοτροπίες ακόμα και σε τόσο κρίσιμα για το μέλλον ζητήματα.
Πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχει μια πολύ ισχυρή σχέση μεταξύ της καινοτομικής ικανότητας (innovation scoreboard) κάθε χώρας και της οικονομικής της επίδοσης σε όρους ΑΕΠ (Διάγραμμα 1). Εμφανίζονται δύο κατηγοριοποιήσεις χωρών, όπου στην πρώτη παρατηρούνται υψηλές επιδόσεις στην καινοτομική ικανότητα (και στις δαπάνες Ε&Α, σε συνδυασμό με υψηλά εισοδήματα, ενώ στη δεύτερη τα αντίθετα.
Τα δεδομένα του διαγράμματος παρέχουν χρήσιμα συμπεράσματα ιδίως εφόσον ειδωθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο, καθώς προκύπτουν παραδείγματα χωρών, οι οποίες κατάφεραν να ξεφύγουν από τη στασιμότητα και να μπουν σε αναπτυξιακή τροχιά. Οι σκανδιναβικές χώρες δεν ήταν ανέκαθεν στην πρωτοπορία της Ευρώπης, αλλά μάλλον αποτελούσαν τη δεύτερη ταχύτητα της προηγμένης Δυτικής Ευρώπης ακόμα και στις αρχές του 20ου αιώνα. Η Εσθονία ακόμα πιο πρόσφατα δεν διέφερε ιδιαίτερα από τις γειτονικές της χώρες ως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά τότε συγκεκριμένες επιλογές που σχετίζονταν και με την ΠΟΓ, την έθεσαν σε μια διαφορετική αναπτυξιακή τροχιά.
Ακόμα, τα εκτός Ευρώπης παραδείγματα της Ιαπωνίας, της Κίνας, της Ταιβάν, της Σιγκαπούρης, της Κορέας κ.ά., ακολουθούσαν σε απόσταση τις Δυτικές χώρες, αλλά πλέον με την άσκηση συγκεκριμένων πολιτικών, κομμάτι των οποίων ήταν και η επένδυση στην «ΠΟΓ», αποτελούν ισότιμους ανταγωνιστές. Οι χώρες αυτές δεν «πλούτισαν» πριν, για να αναπτυχθούν τεχνολογικά στην συνέχεια. Σε αρκετό βαθμό συνέβη το αντίθετο. Υπήρξε η κεντρική βούληση και απόφαση να επενδύσουν στην «ΠΟΓ», με αποτέλεσμα στη συνέχεια να δρέψουν τα οφέλη.
Αυτή την πορεία, αυτή τη Βιομηχανική Πολιτική «ΒΠ», πρέπει να ακολουθήσουμε κι εμείς. Χωρίς να αποτελεί πανάκεια, μπορεί να διαμορφώσει ένα καινούριο όραμα για την χώρα, προσιδιάζει στα ειδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά των υψηλά καταρτισμένων νέων μας και μας απομακρύνει από τα αδιέξοδα, στα οποία μας οδήγησαν οι πολιτικές του παρελθόντος.

Έτος στροφής το 2015

Από το 2015 καταβλήθηκε μια συντονισμένη προσπάθεια στροφής προς μια «ΠΟΓ» δηλαδή Προηγμένη Οικονομία Γνώσης στο πλαίσιο της «Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής». Ενδεικτικές είναι οι σημαντικές πρωτοβουλίες για την αναβάθμιση της επιστημονικής έρευνας και της βιομηχανικής εφαρμογής της (πχ. ΕΛΙΔΕΚ και EQUIFUND) και ο αναπτυξιακός νόμος με συγκεκριμένες προβλέψεις για αυξημένη ενίσχυση σε εταιρίες έντασης E&A κ.λπ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να καταγράφεται μετά το 2015 σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις της χώρας μας στην καινοτομική ικανότητα σε σχέση με την ΕΕ, αλλά και στην αύξηση των δαπανών Ε&Α ως προς το ΑΕΠ (Πίνακας 1).

Κυβέρνηση ΝΔ: επιστροφή στο αναπτυξιακό παρελθόν;

Η νέα κυβέρνηση δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται την καθοριστική σημασία της ΠΟΓ για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Η ηχηρή σιωπή για τα θέματα αναπτυξιακής στρατηγικής, αλλά και τα πρώτα πενιχρά δείγματα των αναπτυξιακών προθέσεων της κυβέρνησης σε επίπεδο παροχής κινήτρων και συγκεκριμένων επενδύσεων, μαρτυρούν τη βούληση να μην εξακολουθήσει η πορεία αλλαγής του αναπτυξιακού προτύπου προς την κατεύθυνση της «ΠΟΓ», αλλά να επανέλθει στην πεπατημένη οδό, σε δοκιμασμένες συνταγές που μας οδήγησαν στην πτώχευση. Συνταγές όμως που εξυπηρέτησαν συγκεκριμένους κύκλους κατεστημένων συμφερόντων και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Ο συνδυασμός φορολογικών μειώσεων (ιδίως δε του οριζόντιου τύπου, οικονομικά της προσφοράς - ρηγκανόμικς), ανάπτυξης και πάλι μέσω της οικοδομής και των μεγάλων τουριστικών σχεδίων, καθήλωσης των μισθών και άμβλυνσης των εργασιακών δικαιωμάτων, και επενδυτικών «διευκολύνσεων» με κόστος στο περιβάλλον και την πολιτισμική μας κληρονομιά, δεν αποτελεί βιώσιμη μακροχρόνια λύση στο αναπτυξιακό μας πρόβλημα. Ακόμα και αν προκύψει άμεσα μια σχετική οικονομική μεγέθυνση, αυτή θα έχει πολύ στενό ορίζοντα και σε καμία περίπτωση δεν θα ικανοποιεί το όραμα της νέας γενιάς για καλές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, η έλλειψη των οποίων εξώθησε πολλούς εξειδικευμένους νέους μας στο εξωτερικό (brain drain).
Η διαφαινόμενη κυβερνητική επενδυτική πολιτική με έμφαση σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογίας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας «σημαία ευκαιρίας», που πολύ απέχει από την «ΒΠ» με κατεύθυνση την «ΠΟΓ» που είχε αρχίσει να αποκτά ερείσματα στην ελληνική κοινωνία. Κυρίως, όμως, αξιόλογα ερείσματα στην επιχειρηματική κοινότητα όπως φαίνεται από τις επιχειρηματικές δαπάνες για Ε&Α που μέχρι το 2015 παρέμεναν καθηλωμένες στο 0,30% του ΑΕΠ, ενώ το 2016 εκτοξεύονται στο 0,42% και το 2017 στο 0,49%.

Για αναπτυξιακή ώθηση

Πίνακας 1: Εξέλιξη της καινοτομικής ικανότητας της Ελλάδας ως προς τον μ.ό της ΕΕ (=100) και των δαπανών Ε&Α ως προς το ΑΕΠ (2011 - 2018)

Ετος       Δείκτης καινοτομικής ικανότητας 2018                     Ε&Α ως % ΑΕΠ 2017

2011                                                61                                                                    0,67
2012                                               61                                                                     0,70
2013                                               63                                                                    0,81
2014                                               63                                                                    0,83
2015                                               65                                                                    0,96
2016                                               69                                                                    0,99
2017                                                71                                                                     1,13
2018                                               75

Η χώρα, για να αποφύγει το διαρκή εναγκαλισμό με τη δημοσιονομική ασφυξία, χρειάζεται αναπτυξιακή ώθηση με ρυθμούς μεγαλύτερους του 3%, για μια μακρά χρονική περίοδο. Η διεθνής εμπειρία και τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό μπορεί να το διασφαλίσει η επιτυχής εφαρμογή μιας ΒΠ προς την ΠΟΓ, ενώ αντίθετα δεν μπορεί να το επιτύχει το μείγμα οικονομικών της προσφοράς της δεκαετίας του ‘80 και της παραδοσιακής ελληνικής πολιτικής (ακινήτων-τουρισμού κ.λπ.) που φαίνεται να υιοθετεί η κυβέρνηση. Αυτό δεν είναι  όμως απλώς ένα ζήτημα διαφορετικών οικονομικών θεωριών, αλλά ζήτημα ουσίας και ποιότητας ζωής, καθώς η αποτυχία επίτευξης των επιθυμητών ρυθμών δεν θα μας αφήσει απλώς λίγο φτωχότερους. Κινδυνεύουμε από τη σταθεροποίηση της απόκλισης μας από τους μέσους όρους της ΕΕ, την αύξηση της εκροής των υψηλής εκπαίδευσης νέων, τη δημογραφική συρρίκνωση κ.ά. Είναι επομένως κρίσιμο να γίνει αντιληπτό ότι η ορθή ΒΠ δεν είναι ένα θεώρημα που σχετίζεται μόνο με θέματα οικονομικής πολιτικής για την αύξηση του ΑΕΠ, αλλά αφορά και μπορεί να επηρεάσει θετικά το μέλλον μας.

* Ο Λ. Λαμπριανίδης είναι καθηγητής Παν/μίου Μακεδονίας, τ. Γενικός Γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων, υπ. Οικονομίας & Ανάπτυξης.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet