Γιατί ενώ όλο και περισσότεροι αδημονούν, η ΝΔ δεν επωφελείται;

«Η συμφωνία πρέπει να κλείσει χθες!» Μ’ αυτή την ασύνταχτη φράση τοποθετήθηκε ο κ. Σαμαράς στο ενδεχόμενο μιας επικείμενης συμφωνίας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, μιλώντας στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ. Έτσι, απέφυγε άλλη μια φορά να μιλήσει με συγκεκριμένο τρόπο για το περιεχόμενο που θα έπρεπε να έχει μια τέτοια συμφωνία, κατά τη γνώμη της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
 Την πρώτη περίοδο μετά το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, η ηγεσία της ΝΔ επέκρινε την κυβερνητική πολιτική στις διαπραγματεύσεις υποστηρίζοντας ότι η ορθή πολιτική ήταν αυτή που εφάρμοζε η ίδια ως κυβέρνηση, παρότι είχε απορριφθεί στις πρόσφατες εκλογές. Έκρινε, μάλιστα, ότι η νέα κυβέρνηση, με τη διαπραγματευτική και την εν γένει πολιτική της, οδηγεί τη χώρα στα βράχια, και γι’ αυτό δεν της ήταν δυνατόν να τη στηρίξει, όπως θα μπορούσε κάποιος να της ζητήσει λόγω εθνικού καθήκοντος. Ήταν κι αυτή μια στάση, που της έδινε τη δυνατότητα να έχει αναφορά σε μια συγκεκριμένη πολιτική, έστω κι αν είχε πρόσφατα απορριφθεί από το εκλογικό σώμα.

Πολιτική χωρίς περιεχόμενο

Όταν φάνηκε πια ότι η διαπραγμάτευση, εκτός του ότι ήταν πραγματική, θα διαρκούσε μήνες, και προκειμένου να συντονιστεί, όπως πίστευε, με την ανησυχία σημαντικού τμήματος των πολιτών ότι η καθυστέρηση επιδρά αρνητικά στις οικονομικές εξελίξεις, η ηγεσία της ΝΔ τροποποίησε τη στάση της. Άρχισε να ζητά με χαρακτηριστική επιμονή εδώ και τώρα συμφωνία, δίνοντας την εντύπωση ότι αδιαφορούσε για το περιεχόμενό της. Με την τελευταία τοποθέτηση, όμως, του προέδρου της φαίνεται ότι κάνει ένα ακόμη βήμα προς αυτή την κατεύθυνση: αποσυνδέει πλήρως από οποιουσδήποτε όρους τη συμφωνία και την προσδιορίζει απλώς χρονικά, λέγοντας ότι έπρεπε να είχε ήδη κλείσει.
 Αυτό, ωστόσο, σημαίνει το εξής απλό πράγμα: ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε, κατά τη ΝΔ, να έχει υπογράψει την όποια συμφωνία τής είχε προταθεί χωρίς πολλή συζήτηση. Πράγμα που υπονοεί ότι έπρεπε να είχε κάνει αποδεκτές τις απαιτήσεις που προβάλλονται, ως αναγκαίες και ίσως ως ορθές. Ποτέ η ηγεσία της ΝΔ δεν είχε βρεθεί τόσο κοντά στην απουσία δικιάς της πολιτικής έναντι της πολιτικής των ευρωπαϊκών θεσμών, τόσο ταυτισμένη με τις αποδεδειγμένα καταστροφικές απαιτήσεις τους.
 Προβάλλει, βέβαια, τη δικαιολογία ότι κάθε καθυστέρηση μεταφράζεται σε δυσμενέστερους όρους για την οικονομία, αλλά δεν είναι τόσο απλό να πει κανείς με ένα λόγο ποιο είναι εδώ το μείζον και ποιο το έλασσον ζήτημα ως προτεραιότητα.
 
Πιο κοντά στις διαθέσεις των δανειστών


Η τοποθέτησή της αυτή την οδηγεί σε φανερή αμηχανία –και εσωτερική διαφωνία – μπροστά στο ενδεχόμενο να υπερψηφίσει τη συμφωνία που θα υπογραφεί, όταν έρθει στη βουλή. Όταν ισχυρίζεσαι ότι «η συμφωνία πρέπει να κλείσει χθες», είναι δυσεξήγητο το να μη θέλεις να την ψηφίσεις σήμερα. Όταν, λόγω χρόνου εννοείται, δεν προτάσσεις το περιεχόμενο, αντίθετα προδιατίθεσαι θετικά για μια χωρίς καθυστέρηση και κοντά στις διαθέσεις των δανειστών συμφωνία, δεν μπορείς να επικαλείσαι ως βασικό εμπόδιο το ενδεχόμενο «να μην την ψηφίσουν οι κυβερνητικοί βουλευτές».
Όλα αυτά τα δυσνόητα για τους πολίτες που παρακολουθούν τις εξελίξεις, κάνουν ακατανόητη τη στάση της ΝΔ και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, όπως και όσο ήταν κυβέρνηση, έτσι και τώρα δεν έχουν δική τους πολιτική, αλλά περιμένουν την πολιτική άλλων για να την εφαρμόσουν. Με τα γνωστά αποτελέσματα. Έτσι εξηγείται από μια άποψη και το φαινομενικά παράδοξο δημοσκοπικό εύρημα πρόσφατης έρευνας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, σύμφωνα με το οποίο, ενώ η κυβερνητική στρατηγική διαπραγμάτευσης, και λόγω διάρκειας, αρχίζει να δυσαρεστεί σημαντικό τμήμα τού εκλογικού σώματος, η ΝΔ όχι μόνο δεν καρπούται το ελάχιστο από αυτή τη δυσαρέσκεια, αλλά και σημειώνει μείωση της επιρροής της. Στην πρόθεση ψήφου μένει 21 ολόκληρες μονάδες πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ (36,5 % έναντι 15,5%).

Μηνύματα προς όλους...

Η πιο λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί, είναι ότι η στάση τής ΝΔ στα θέματα της διαπραγμάτευσης προεξοφλείται ως χειρότερη από της σημερινής κυβέρνησης, γι’ αυτό και δεν επιλέγεται ως εναλλακτική εκλογική επιλογή. Αν ζητούν κάτι οι δυσαρεστημένοι, το ζητούν από την κυβέρνηση. Αυτή δείχνουν να εμπιστεύονται.
 Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι ο κ. Σαμαράς θα νιώθει όλο και εντονότερες τις πιέσεις, που ήδη ασκούνται στο εσωτερικό του κόμματος, να αλλάξει πολιτική ή και να αποδεχθεί διαδοχή στην κορυφή τής ηγεσίας. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, τέτοιες αναφορές έχουν γίνει και στο πλαίσιο των συναντήσεων του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, με λεπτότητα ίσως, αλλά λόγω ειδικού ενδιαφέροντος της ευρωπαϊκής Δεξιάς, η οποία κινδυνεύει να μείνει χωρίς αξιόπιστη εναλλακτική λύση στα καθ’ ημάς.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι και το Ποτάμι, που ακολουθεί παρόμοια με της ΝΔ αντιπολιτευτική τακτική, παρά τις αποστάσεις που προσπαθεί να πάρει από αυτήν στο επικοινωνιακό πεδίο, δεν δείχνει να έχει καλύτερη τύχη. Καταγράφοντας ένα 6% μπορεί να κερδίζει στα σημεία το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν διαμορφώνει δυναμική κεντρικού πολιτικού παίκτη. Μάλλον θα πρέπει η ηγεσία του να αναζητήσει μια πειστική ερμηνεία γι’ αυτό.

...και προς την κυβέρνηση

Οι εξελίξεις αυτές δεν θα έπρεπε να καθησυχάζουν την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί εμπεριέχουν μηνύματα και προς τη δική τους πλευρά. Υποδεικνύουν δυσχερή και διφυή καθήκοντα: από τη μια να επιταχύνουν οι διαπραγματεύσεις, γιατί ο χρόνος έχει αρχίσει να βαραίνει αρνητικά, από την άλλη η επίσπευση να μην οδηγήσει σε ανατροπές των βασικών γραμμών άμυνας, αντίθετα να επιβεβαιώσει ένα θετικό πρόσημο στην επιδιωκόμενη συμφωνία. Μια ισορροπία δύσκολη αλλά απαραίτητη. Βασικό πολιτικό κεφάλαιο στην προσπάθεια αυτή είναι η επίμονα καταγραφόμενη σχέση εμπιστοσύνης που έχει διαμορφωθεί μεταξύ κυβέρνησης και πολιτών, που όχι μόνο να αναλωθεί δεν πρέπει, αλλά και να ενισχυθεί με νέες ποιοτικές εισροές.


 Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet