Συναντήσεις ουσίας, ασαφή χρονοδιάγραμα και αποτελέσματα

Οι τριμερείς και λοιπές συζητήσεις κορυφής στη Ρίγα έφεραν πιο κοντά μια συμφωνία μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και των τριών θεσμών; Το ερώτημα μένει να αποδειχτεί. Αυτό που ενισχύθηκε, ως προοπτική, είναι όντως μια συμφωνία, έναντι μιας σύγκρουσης και ρήξης. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από το κλίμα, αλλά και από τις δηλώσεις που έγιναν τόσο την Πέμπτη όσο και την Παρασκευή.
Το πολύπλοκο και πολυσύνθετο πλαίσιο των σχέσεων των δανειστών και οι διαφωνίες μεταξύ τους δεν μείωσαν την υπάρχουσα ρευστότητα, με αποτέλεσμα η δυναμική στις εξελίξεις που κερδήθηκε στη Ρίγα να μην επαρκεί για να προδικάσει ούτε το ακριβές περιεχόμενο της επικείμενης συμφωνίας, αν υπάρξει, ούτε το πότε, αν καταστεί δυνατόν, θα συναφθεί.
Η κυβέρνηση διευκρίνιζε, πριν τη συνάντηση, ότι δεν περίμενε να κλείσει κάποια συμφωνία, αλλά ανέμενε να συζητηθεί το χρονοδιάγραμμα, ώστε να καταστεί εφικτή η επίτευξη συμφωνίας Ελλάδας - πιστωτών εντός του Μαΐου. Μετά τη συνάντηση, συνεργάτες του πρωθυπουργού  μιλούσαν για επαφές που είχαν ουσία με κατεύθυνση προώθησης των διαπραγματεύσεων. Επέμεναν, ωστόσο, ότι για να υπάρξει αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία θα πρέπει να γίνουν, με ρεαλισμό, βήματα από όλες τις πλευρές.
Άφηναν έτσι να εννοηθεί αυτό που γνωρίζουμε όλοι και υπήρχε ελπίδα να αλλάξει ριζικά στη Ρίγα, ότι η ελληνική πλευρά διένυσε το μεγαλύτερο μέρος και τώρα εναπόκειται στους θεσμούς για το υπόλοιπο. Αυτό πρέπει να είναι το επόμενο βήμα και θα δούμε αν η φράση των Μέρκελ – Ολάντ, ότι παραμένουν στη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης για να προχωρήσουν οι εργασίες στις Βρυξέλλες, έχει πραγματική ισχύ.

«Εποικοδομητική» η τριμερής συνομιλία

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας, προσερχόμενος στη Σύνοδο Κορυφής της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης, στη Ρίγα, έδωσε το εξής περιεχόμενο στις συναντήσεις: «Η συζήτηση χθες το βράδυ με την καγκελάριο Α. Μέρκελ και τον πρόεδρο Φ. Ολάντ ήταν πολύ εποικοδομητική, σε πολύ καλή και φιλική ατμόσφαιρα. Είμαι αισιόδοξος ότι μπορούμε σύντομα να φτάσουμε σε σταθερή μακροπρόθεσμη και βιώσιμη λύση χωρίς τα λάθη του παρελθόντος και η Ελλάδα θα επιστρέψει με συνοχή στην ανάπτυξη».
Ο έλληνας πρωθυπουργός έθεσε την προοπτική εξόδου από την κρίση που θα φέρει μια συμφωνία, όπως τόνισε, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Οι δύο ηγέτες, Μέρκελ και Ολάντ, από την πλευρά τους κατανόησαν την ανάγκη μιας συμφωνίας με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και εξέφρασαν τη βούλησή τους να συνδράμουν και προσωπικά, αν χρειαστεί, ώστε να ολοκληρωθεί σύντομα η συμφωνία.
Τον προσδιορισμό «εποικοδομητική» για την τριμερή συνομιλία χρησιμοποίησε και η Α. Μέρκελ. Καθώς η καγκελάριος προσέχει τα λόγια της, αυτή η επιλογή πρέπει να αξιολογηθεί θετικά. Όμως, ταυτόχρονα, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στους «θεσμούς» και στην «εντατική δουλειά». Συγκεκριμένα, προσερχόμενη το πρωί της Παρασκευής στις εργασίες τη Συνόδου, ανέφερε ότι η συνομιλία «ήταν φιλική και εποικοδομητική, όμως είναι σαφές ότι μένει ακόμη πολλή δουλειά με τους τρεις θεσμούς, υπάρχουν αρκετά να γίνουν». Πρόσθεσε δε: «Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν προσφερθεί, όποτε υπάρχουν ζητήματα και χρειάζεται συνδρομή, να την προσφέρουν στην ελληνική κυβέρνηση, όμως η συμφωνία πρέπει να καταρτιστεί με τους τρεις θεσμούς». Προς τούτο, τόνισε, «πρέπει να γίνει πάρα πολύ εντατική δουλειά».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις του κ. Ολάντ: «Δεν είναι εδώ, στη Ρίγα, το μέρος για να διαπραγματευτούμε για το ελληνικό ζήτημα. Είναι αλήθεια, όμως, ότι μας επιτρέπει να προετοιμάσουμε τις επόμενες συναντήσεις και συγκεκριμένα μια συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ στα τέλη αυτού του μήνα ή στις αρχές Ιουνίου». Συνεχίζοντας ο Φρ. Ολάντ ανέφερε πως με τον Α. Τσίπρα θα έχουν μια «φιλική συζήτηση» κατά την οποία θα αναζητηθούν λύσεις που θα χτίζουν σχέσεις εμπιστοσύνης και θα επιτρέπουν, επίσης, την αποδέσμευση των κεφαλαίων που προβλέπονται για την Ελλάδα. Ωστόσο, τόνισε πως δεν είναι η Γαλλία και η Γερμανία αυτές που θα πάρουν τις αποφάσεις εκ μέρους όλης της Ελλάδας, καθώς μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν λάθος. «Δεν είναι αυτή η δική μου προσέγγιση ούτε της Α. Μέρκελ», είπε χαρακτηριστικά.

Η πλευρά των «θεσμών»
 
Εποικοδομητική θεωρήθηκε η συζήτηση και με τον κ. Γιούνκερ. Όπως δήλωναν από την κυβερνητική πλευρά, ο έλληνας πρωθυπουργός ενημέρωσε τον κ. Γιουνκέρ για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και εκφράστηκε η ανάγκη για αμοιβαία προσπάθεια μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών, ώστε να επέλθει σύντομα μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία, στο πλαίσιο του ρεαλισμού και της συνευθύνης. Ο κ. Γιουνκέρ σημείωσε ότι θεωρεί και αυτός ότι είναι εφικτή μια συμφωνία στο προσεχές διάστημα, εντός του χρονικού πλαισίου που έχει θέσει η ελληνική κυβέρνηση.
Το κλίμα είναι διαφορετικό, όπως ήταν αναμενόμενο, στις δηλώσεις του κ. Ντράγκι και της κ. Λαγκάρντ. Ο πρώτος μιλώντας σε φόρουμ της ΕΚΤ στη Σίντρα της Πορτογαλίας έστειλε έμμεσο μήνυμα με αποδέκτη την Ελλάδα ότι σε μια νομισματική ένωση η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με τις εξελίξεις σε συγκεκριμένες χώρες.
Η δεύτερη, μιλώντας σε εκδήλωση της Κεντρικής Τράπεζας της Βραζιλίας στο Ρίο, είπε: «Ξέρω ότι υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει. Οι πλευρές εργάζονται τώρα, δέχονται προτάσεις, συνεργάζονται και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Πρέπει να είναι μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, όχι μια γρήγορη και βρώμικη δουλειά».
Παρά τη σχετική «απομάκρυνση» των ΗΠΑ από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης - δανειστών, όλοι γνωρίζουμε ότι το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για το ποια θα είναι η κατάληξη παραμένει ζωηρό. Ήταν λογικό, λοιπόν, μετά το ραντεβού στη Ρίγα, ο έλληνας πρωθυπουργός να επικοινωνήσει και με την αμερικανική πλευρά. Συγκεκριμένα, τηλεφωνήθηκε με τον υπουργό Οικονομικών κ. Τζακ Λιου. Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, το αμερικανικό υπουργείο συνεχίζει να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ελλάδα και παραμένει σε επαφή με όλα τα μέρη των διαπραγματεύσεων. Ιδιαίτερα χαιρέτισε, δε, τη δέσμευση του έλληνα πρωθυπουργού στις διαπραγματεύσεις, σημειώνοντας ότι «ενδεχόμενη αποτυχία να βρεθεί σύντομα συμφωνία θα προκαλέσει άμεσα δυσχέρεια στην Ελλάδα και αβεβαιότητα για την Ευρώπη και ευρύτερα την παγκόσμια οικονομία».

Ο Σόιμπλε τρομοκρατεί

Η είδηση της εβδομάδας, βεβαίως, ήρθε από τον κ. Σόιμπλε. Σύμφωνα με τηλεγράφημα του Bloomberg, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας αναφέρθηκε στην πιθανότητα η Ελλάδα να χρειαστεί ενδεχομένως ένα παράλληλο νόμισμα, μαζί με το ευρώ, αν οι συνομιλίες της με τους πιστωτές της αποτύχουν. Ο Σόιμπλε αναφέρθηκε στην ιδέα των παράλληλων νομισμάτων σε μια πρόσφατη συνάντηση, χωρίς να την υιοθετεί, όπως είπαν αυτήκοοι μάρτυρες. Επικαλέστηκε, επίσης, το παράδειγμα του Μαυροβουνίου, το οποίο χρησιμοποιεί το ευρώ, χωρίς να είναι μέλος της νομισματικής ένωσης.
Είναι φανερό ότι ο κ. Σόιμπλε επιχειρεί να τρομοκρατήσει και τους πιθανούς δανειστές και τους γερμανούς πολίτες, αλλά και τους έλληνες πολίτες. Αργότερα βέβαια η είδηση διαψεύστηκε από το υπουργείο Οικονομικών, αλλά το κλίμα είχε επιβαρυνθεί. Αυτό εξάλλου ήταν και η επιδίωξη του κ. Σόιμπλε.


Η ΕΕ, ή σωστότερα η Γερμανία, θέλει το ΔΝΤ!

Μια ασάφεια που δημιουργούσαν δημοσιεύματα πριν μέρες –όπως και παλιότερα– ότι ενδεχομένως θα «αγορασθούν» οι υποχρεώσεις της Ελλάδας προς το ΔΝΤ από ευρωπαϊκούς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, άρα ο θεσμός αυτός θα αποσυρθεί και από τις διαπραγματεύσεις, ξεκαθάρισε πλήρως. Την Παρασκευή, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Οικονομικών της Γερμανίας Martin Jaeyer δήλωσε ότι «θεωρούμε τη συμμετοχή του ΔΝΤ απολύτως απαραίτητη» σχετικά με την αντιμετώπιση του ελληνικού ζητήματος.
Η γερμανική «Bild» είχε δημοσιεύσει, την ίδια μέρα, ότι η Κομισιόν σχεδιάζει μια έκτακτη Σύνοδο Κορυφής για τα προβλήματα χρέους της Ελλάδας, χωρίς το ΔΝΤ. Εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι δεν σχεδιάζεται καμία τέτοια Σύνοδος Κορυφής από όσο γνωρίζει και υποστήριξε πως οι συζητήσεις με την Ελλάδα πρέπει να σημειώσουν πρόοδο και με τους τρεις θεσμούς, που περιλαμβάνουν το ΔΝΤ, την Κομισιόν και την ΕΚΤ.
Η ευαισθησία της Γερμανίας στο ζήτημα αυτό καταγράφηκε και την Πέμπτη, όταν η ελληνική πλευρά ζήτησε τη συμμετοχή και του κ. Γιούνκερ, ως προέδρου της Κομισιόν, στη συνάντηση Τσίπρα - Ολάντ - Μέρκελ. Η άρνηση στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι θα απουσίαζαν οι άλλοι θεσμοί, στην πραγματικότητα το ΔΝΤ. Ενδεχομένως, η δύσκολη ισορροπία μεταξύ Μέρκελ - Σόιμπλε να επιβάλει αυτό το χειρισμό. Ενδεχομένως, να το επιθυμεί και η ίδια η καγκελάριος, για να καλύπτεται πίσω από τη σκληρή στάση του ΔΝΤ και να μην εκτίθεται η ίδια. Αν και στην τριμερή η κ. Μέρκελ δεν δίστασε να θέσει η ίδια το εργασιακό ζήτημα. Μία ακόμα εκδοχή είναι η «διαβεβαίωση», ιδίως των Γερμανών, ότι η παρουσία του ΔΝΤ θα αποτρέψει κάθε μορφή ελαστικότητας έναντι της Ελλάδας.
Πάντως, οι αυστηρότερες τοποθετήσεις του ΔΝΤ συνεχίζουν και έξω από το Brussel Group, στο οποίο είναι πάντοτε στην πρώτη γραμμή των σκληρών προτάσεων και ενίοτε σε σύγκρουση και με τους άλλους θεσμούς. Η κα Λαγκάρντ δεν έχασε την ευκαιρία να δηλώσει, από τη Βραζιλία, μετά τη Ρίγα, ότι «μια πιθανή συμφωνία για την επίλυση της κρίσης χρέους της Ελλάδας, απαιτεί ακόμη αρκετή δουλειά και δεν πρέπει να γίνει βεβιασμένα». Ο κ. Σόιμπλε, προς το παρόν, φαίνεται να έχει, άγνωστο πόσο σταθερό, κρίσιμο σύμμαχο.


Παύλος Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet