Η ομιλία χθες και η συνέντευξη σήμερα του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη αναμενόταν, ως ένα βαθμό, να δώσει το στίγμα της κυβερνητικής πολιτικής, όχι μόνο για το υπόλοιπο του 2019 και το 2020, αλλά και για την τετραετία. Οι προγραμματικές δηλώσεις ήταν, σκοπίμως, περισσότερο φτωχές και υπαινικτικές, αφήνοντας ανοιχτό το δρόμο για τις γνωστές τροπολογίες με το βαρύ αντεργατικό ή αντιπεριβαλλοντικό περιεχόμενο.
Οι ισορροπίες που θα επιδιώξει, δεν είναι καθόλου εύκολο έργο για μια σειρά λόγους που υποτιμήθηκαν από τη ΝΔ προεκλογικά, όταν επέλεγε τη γραμμή ενός ιδιόμορφου είδους «αντιπολιτευτικού λαϊκισμού». Οι δύο κύριοι άξονες, ανοιχτοί στο ευρύ κοινό, ήταν η μείωση των φόρων και τα κίνητρα χωρίς κανένα φραγμό για να έρθουν δήθεν οι επενδύσεις και οι θέσεις απασχόλησης και η επιβολή του νόμου και της τάξης, σε ευρύτατο πεδίο, συμπληρωμένο από μια συντηρητική αναδίπλωση με αιχμή την παιδεία. Ένας ακόμη, σχετικά καλυμμένος, πάντως όχι προσφερόμενος για προπαγάνδα, άξονας ήταν τα εργασιακά.

Οι παράγοντες που εμποδίζουν

Αν θέλαμε να αναφέρουμε συνοπτικά τους παράγοντες που κάνουν δύσκολη την ισορροπία στην παρέμβαση του Κ. Μητσοτάκη, ο πρώτος είναι ότι, αν και με πολύ νωπές τις προεκλογικές υποσχέσεις, είναι υποχρεωμένος να υπολογίσει τη γνώμη των δανειστών, που όπως έδειξαν τα ταξίδια του, δεν του έδωσαν παρά ελάχιστα, προς το παρόν, περιθώρια. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η συνεχής επιδείνωση της διεθνούς οικονομίας, που, σε συνδυασμό και με τον προηγούμενο παράγοντα, υποχρεώνουν την κυβέρνηση να κατεβάσει τους στόχους. Δεν αναφέρονται, π.χ., πλέον στο στόχο της ανάπτυξης του 4% ετησίως, ούτε στη ραγδαία μείωση της ανεργίας και της προσέλκυσης πλημμύρας επενδύσεων.
Πάνω απ΄ όλα, καθημερινά όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται στην κοινωνία πως ό,τι θετικό εξαγγέλλει, στην οικονομία κυρίως, γίνεται πάνω στο έδαφος που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Όσο και να το στρεβλώνει με την τρομακτική υπεροπλία στην ενημέρωση, αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί. Την ίδια ώρα ό,τι αρνητικό νομοθετεί, είναι ανατροπή ενός θετικού μέτρου που είχε θεσμοθετηθεί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων.
Τα περιθώρια που έχει η κυβέρνηση να αντέχει την αντίφαση που μόλις περιγράψαμε, περιορίζονται αφάνταστα από το γεγονός ότι ο κύριος αντίπαλος της, ο ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές πέτυχε όχι μόνο ένα απρόβλεπτα για τους αντιπάλους του υψηλό ποσοστό, που είναι ταυτόχρονα και ένα ξεκαθάρισμα του τοπίου στ΄ αριστερά του πολιτικού χάρτη. Η αδιαφιλονίκητη επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία περιορίζει τους ελιγμούς που έχει η ΝΔ και αυτό θα φανεί, μάλλον, στην προσπάθεια της να αλλάξει τον εκλογικό νόμο.

Ευρύ πεδίο αντιπολίτευσης

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λογικά, έχει ένα ευρύ πεδίο να κινηθεί και να αναδείξει και τις αντιφάσεις και τις αναδιπλώσεις και τις αντιλαϊκές πολιτικές και τη στροφή σε ξεπερασμένες αναχρονιστικές θέσεις της ΝΔ. Ξεπέρασε σχετικά εύκολα τη «φιλική επίθεση» να γίνει «αξιοπρεπές κόμμα» της αντιπολίτευσης, «κανονικό» και όχι του «πεζοδρομίου».
Συγκροτώντας μέρα με τη μέρα το είδος της αντιπολίτευσης που θα κάνει, έχει αποφασίσει μέχρι το συνέδριό του να επικοινωνήσει με κάθε τρόπο, από τον πιο κλασικό μέχρι τον πιο μοντέρνο, με όλους όσοι τον στήριξαν στις εκλογές και όχι μόνο. Κύριος στόχος να ενεργοποιηθούν στην κοινωνία, να συγκροτήσουν τις δυνάμεις που θα προστατεύσουν τους θεσμούς που απειλεί με κατεδάφιση η κυβέρνηση της δεξιάς.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί και δεν πρέπει να ακολουθήσει την τακτική του ώριμου φρούτου έναντι της κυβέρνησης, περιμένοντας τη φθορά της. Πρώτον, διότι η δεξιά είναι ισχυρή με κοινωνικά ερείσματα. Δεύτερον, διότι πρέπει να ανατραπεί όσο είναι δυνατόν η κατεδάφιση μέτρων και θεσμών που προστατεύουν τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα ή εμποδίζουν την υιοθέτηση αντιδραστικών μέτρων. Τρίτον, διότι αυτό θα διευκολύνει την αναγκαία επαφή και αποκατάσταση σχέσεων εμπιστοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ με τα κινήματα, ως ένα στοιχείο ιδεολογικής ενίσχυσής του.

Επανασύνδεση με τα κινήματα

Το ότι αυτό είναι δύσκολο, διότι η κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησε ρήγματα στη σχέση του με τα κινήματα πρέπει να το γνωρίζουμε, αλλά ταυτόχρονα είναι εφικτό. Όσοι στην Αριστερά, επιμένουν να υποστηρίζουν ότι τα αντεργατικά – συντηρητικά μέτρα της κυβέρνησης της δεξιάς είναι συνέχεια αυτών που νομοθέτησε όταν κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, προκαλούν μεγάλη ζημιά στα λαϊκά στρώματα και διευκολύνουν την κυβέρνηση. Ο Κ. Μητσοτάκης το εκλαμβάνει αυτό ως αυξημένο περιθώριο για τον πρώτο, τουλάχιστον, καιρό.
Ασφαλώς η κυβέρνηση θα προσέξει πάρα πολύ να περιορίσει όσο μπορεί το έδαφος που θα κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι απλοποίηση να πιστέψουμε ότι δεν αναλύει λεπτομερώς το πεδίο που δρούμε όλες οι πολιτικές δυνάμεις, να υποτιμούμε την ικανότητα ελιγμών της δεξιάς, την ικανότητά της να συγκρατεί ανομοιογενείς, ακόμα και ετερογενείς δυνάμεις.
Αλλά η άσκηση της διακυβέρνησης της συνολικά δεν θα της επιτρέπει, λόγω του περιεχομένου της, και των αντιλήψεων της για την άσκηση της εξουσίας, να προσεγγίσει και πολύ περισσότερο να κερδίσει το πολιτικό και κοινωνικό κέντρο. Ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ εδώ θα είναι καθοριστικός.

Π. Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet