Του Μάριου Σπύρου*

Δύσκολα βρίσκουμε κόμμα τόσο πολυσυλλεκτικό όσο είναι σήμερα η Νέα Δημοκρατία. Έχει ερείσματα στα λαϊκά στρώματα, ιδιαίτερα στα αγροτικά, τα μικροαστικά και περισσότερα στα μεσοαστικά και τα μεγαλοαστικά. Υποστηρίζεται από ψηφοφόρους με στοιχειώδη μόρφωση, κυρίως άνδρες, αλλά ακόμη περισσότερο από αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Πώς έγινε δυνατή η συνεύρεση ομάδων τόσο διαφορετικών σε ένα κόμμα που του επιτρέπει να δεσπόζει στην πολιτική σκηνή; Η κρίση και οι αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ. Η κρίση αρχικά απομάκρυνε ψηφοφόρους από τη ΝΔ, αλλά όξυνε τις ανισότητες, θέριεψε την ανεργία, προκάλεσε τεράστιες αποστερήσεις σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, γέννησε τεράστιες ανασφάλειες όσον αφορά την εργασία, την προσωπική ζωή και την καθημερινότητα. Ταυτόχρονα, η κατίσχυση της διαιρετικής τομής μνημόνιο/αντιμνημόνιο αποδυνάμωσε τις εκλογικές σταθερές και κατέστησε ευκολότερη τη μετακίνηση των ψηφοφόρων από κόμμα σε κόμμα.
Στη συνθήκη αυτή η διαίρεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο μετατράπηκε προοδευτικά σε αντίθεση ΣΥΡΙΖΑ/Αντι-ΣΥΡΙΖΑ. Πέρα από τις οργανωμένες προσπάθειες των άλλων κομμάτων, σ’ αυτό συνέτεινε και ο λόγος του ΣΥΡΙΖΑ που εστίασε περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε στο παρελθόν, η αδυναμία του να αφουγκραστεί την κοινωνία, αλλά και αλαζονικές πρακτικές κυβερνητικών στελεχών.

Η μεγάλη υπόσχεση: ασφάλεια και ευημερία

Μπορούν να συνυπάρξουν όλοι αυτοί κάτω από την ίδια στέγη; Τα πράγματα ήταν ήδη αρκετά περίπλοκα στη ΝΔ. Στους καραμανλικούς και μητσοτακικούς προστέθηκαν και οι σαμαρικοί. Δίπλα σ’ αυτούς και νιόφερτοι από το ΠΑΣΟΚ ακόμη και την κομμουνιστική Αριστερά. Πώς μπορεί να βλέπει κάποιος που χάιδευε μέχρι χθες τη Χρυσή Αυγή, ένα πρώην στέλεχος του ΠΑΣΟΚ ή και του ΚΚΕ; Και, ασφαλώς, το αντίστροφο.
Δύο λέξεις χρησιμεύουν ως συνεκτικοί δεσμοί. Η επαγγελίας της ασφάλειας και της ευημερίας. Καθώς η δεύτερη θέλει χρόνο για να συντελεστεί, αυτή τη στιγμή βαραίνει περισσότερο η ασφάλεια. Ο όρος είναι πολυσήμαντος. Στο 19ο αιώνα ταυτίζονταν με την εξωτερική και την εσωτερική ατομική και συλλογική ασφάλεια. Με το χρόνο άρχισε να σημαίνει ένα πλέγμα με κανόνες για τη διασφάλιση του επιχειρείν, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμη και την οντολογική ασφάλεια. Πολύ πιο διασταλτική είναι η σημασία της στη συντηρητική σκέψη στην οποία ταυτίζεται με τη διασφάλιση της τάξης, δηλαδή των παραδόσεων και των υφιστάμενων ιεραρχιών ενάντια σε οτιδήποτε μπορούσε να τις διασαλεύσει.
Η πολυσημία του όρου εξηγεί την απήχηση του σήμερα. Η κρίση με τις τεράστιες αποστερήσεις πολλών συμπατριωτών μας, η παρουσία μεταναστών και προσφύγων στη χώρα και μία ρητορική ανασφάλειας από τη Χρυσή Αυγή, αλλά και τη ΝΔ, δυνάμωσε το αίσθημα της αβεβαιότητας και του φόβου. Μεγάλο μέρος των πρακτικών της παρούσης κυβέρνησης εστιάζουν στο να καταδείξουν ότι απαντάνε στα αισθήματα αυτά. Έτσι ικανοποιείται ένα ευρύτατο ακροατήριο. Γονείς που πιστεύουν ότι τα παιδιά τους σπουδάζουν σε πανεπιστήμια «άντρα ανομίας», κάτοικοι που βλέπουν στη γειτονιά τους άγνωστους διαφορετικούς από τους ίδιους, ΜΜΕ που δημιουργούν με αυτά γεγονότα.
Από την άλλη πλευρά, είναι παρατηρημένο ότι σε περιόδους μετάβασης και σχετικής βελτίωσης των πραγμάτων ζητάμε κάτι παραπάνω. Γι’ αυτό και η επαγγελία της ταχύτερης οικονομικής ανάπτυξης που ευαγγελίστηκε προεκλογικά η ΝΔ, έπιασε εκλογικά τόπο. Μόνο που αυτή η ανάπτυξη θέλει, στην καλύτερη περίπτωση, χρόνο. Και επειδή πρόκειται για κάτι μετρήσιμο και απτό μπορεί να γίνει μπούμεραγκ για τους εμπνευστές της. Για το λόγο αυτό η κυβέρνηση χρειάζεται ένα λόγο που κρατά ζωντανή την προσδοκία αυτή και δεν φείδεται μέσων και μέτρων για να την υλοποιήσει, έστω και μερικά, αφήνοντας κατά μέρος πρακτικές μη συμβατές, όπως οι οικολογικές ευαισθησίες, ή διαδικασίες που απαιτούν χρόνο και σκέψη.

Ο πρόεδρος και η ψυχολογία

Η προαγωγή της ασφάλειας μπορεί, ανάλογα με τον τρόπο που ασκείται, να δημιουργήσει πλείστα προβλήματα. Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολυποίκιλες κοινωνικές διακρίσεις, ιδιαίτερα φυλετικές. Από την άλλη, η μη συνετή άσκηση της οικονομικής πολιτικής, πέρα από οικολογικά προβλήματα, μπορεί να αναβιώσει φαινόμενα που μας οδήγησαν στην κρίση, όπως η ενίσχυση παρασιτικών ομάδων, η άναρχη δόμηση, οι αεριτσίδικες επενδύσεις.
Η εμφάνιση κιόλας κάποιων από τα παραπάνω προβλήματα, θα μπορούσε λογικά να προκαλέσει ρήγματα στο νεοδημοκρατικό πολυσυλλεκτικό ακροατήριο. Αυτή η διαδικασία θα μπορούσε ήδη να εκκολάπτεται, αλλά αναβάλλεται από την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη και το λόγο του. Παρότι αμφισβητήθηκε εντονότατα, ο σημερινός πρωθυπουργός λειτουργεί σήμερα ως συνεκτικός δεσμός ανάμεσα στα ακροατήρια του. Παρά τα λάθη του, εμφανίζεται ως μετριοπαθής ρεαλιστής τεχνοκράτης με πρόγραμμα, που δεν μιλάει πολύ, αλλά ενεργεί αθόρυβα και με σύνεση. Ενδεχόμενα έτσι καλύπτει προσωπικές αδυναμίες, σπάει ωστόσο τη διαδεδομένη εικόνα του καυγατζή πολιτικού, που και ο ίδιος καλλιέργησε στο παρελθόν.
Στόχος όλων αυτών είναι αυτό που αποκάλεσε η Μέρκελ ψυχολογία. Πρόκειται για ένα αφήγημα προσανατολισμένο στο κοντινό μέλλον. Αυτό επιτρέπει στον Κ. Μητσοτάκη να κάνει οικονομία των συγκρούσεων του παρελθόντος και να καλλιεργεί μια ψυχολογία αισιοδοξίας και ελπίδας. Με τον τρόπο αυτό εμφανίζεται ως μη συντηρητικός και ταυτόχρονα προσδοκά ότι η αισιοδοξία μπορεί να παράγει θετικά αποτελέσματα και στην οικονομία και στην πολιτική.
Πόσο μπορούν να κρατήσει αυτή η ψυχολογία άρα και η συνύπαρξη των προαναφερθεισών διαφορετικών φυλών; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Θα κριθεί πρωτευόντως από τις οικονομικές επιδόσεις της κυβέρνησης και από τις συμπεριφορές των φυλών αυτών, ιδιαίτερα του σκληρού συντηρητικού πυρήνα της ΝΔ. Τα μέχρι τώρα δεδομένα δείχνουν προσκόλληση σε πρακτικές του παρελθόντος, όπως το οικογενειακό κράτος και σε αξίες του τύπου πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Αυτά δημιουργούν προβλήματα προς το παρόν, όμως όχι ρήγματα.

* Πολιτικός επιστήμονας.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet