ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΚΡΙΤΑ ΚΑΪΔΑΤΖΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΘ


Μετά την απόφαση του ΣτΕ για ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό


** Εκτίμησή μου είναι ότι η παρέμβαση θα είναι απλώς διορθωτική, δεν θα επεκταθεί σε ριζικές μεταβολές


** Χρειάζεται σοβαρή προεργασία και συζήτηση από τις πολιτικές δυνάμεις, τις κοινωνικές δυνάμεις, τα συνδικάτα κλπ., για το τι είδους ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόμαστε





Η απόφαση σε πέντε σημεία


Τι κρίθηκε αντισυνταγματικό και τι όχι


Το ΣτΕ έκρινε πρώτον ότι δεν είναι αντισυνταγματική η συνένωση όλων των ταμείων σ΄ ένα, τον ΕΦΚΑ, και δεύτερον επιβεβαιώθηκε η βάση υπολογισμού των συντάξεων. Από την άλλη, τρία πράγματα έκρινε ως αντισυνταγματικά. Πρώτον, την υπαγωγή των αυτοπασχολούμενων και των μισθωτών σε ενιαίους κανόνες όσον αφορά τις εισφορές. Δεύτερον, τις περικοπές στις συντάξεις που το άθροισμά τους υπερβαίνει τα 1.300 ευρώ, προτάσσοντας το στοιχείο της ανταποδοτικότητας και υποβαθμίζοντας το στοιχείο της αλληλεγγύης. Τρίτον, για τυπικούς λόγους, το σύστημα των επικουρικών συντάξεων.



Τη συνέντευξη πήραν οι Παύλος Κλαυδιανός και Μπάμπης Κοβάνης


Ποιο, τελικά, το περιεχόμενο της απόφασης του ΣτΕ. Τι προβλέπει; Η παρουσίαση από τον Τύπο ήταν αδυσώπητη.


Πρώτα, να κάνω ένα σχόλιο. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί στην κοινωνία η τάση να μεταθέτει τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα στα δικαστήρια. Το ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό είναι μείζονα ζητήματα. Δεν θα μας τα λύσει κανένα δικαστήριο, αλλά η πολιτική. Όταν οι κοινωνικές δυνάμεις, οι συλλογικοί φορείς, τα συνδικάτα ρίχνουν το βάρος των προσπαθειών τους σε δικαστικές διεκδικήσεις, υποβαθμίζουν τη συμμετοχή τους στους κοινωνικούς αγώνες και την πολιτική αντιπαράθεση. Αυτό αποδυναμώνει τη δημοκρατία. Άλλωστε, πολλές φορές είδαμε ότι η δικαστική διεκδίκηση αποδεικνύεται ατελέσφορη. Τώρα, ως προς την απόφαση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) αρχίζει να αντιλαμβάνεται και να αποδέχεται ότι δεν μπορεί να είναι αυτό ο τελικός κριτής των μεγάλων πολιτικών ζητημάτων. Η απόφασή του είναι σχετικά συγκρατημένη. Οι βασικές παραδοχές του ν. 4387/2016, γνωστού και ως νόμος Κατρούγκαλου, παρότι πρόκειται για προϊόν συλλογικής εργασίας μιας επιστημονικής - πολιτικής ομάδας, δεν αμφισβητήθηκαν. Ποιες είναι αυτές; Πρώτον, η συνένωση όλων των ταμείων σ΄ ένα, τον ΕΦΚΑ, όπου εντάχθηκαν και οι τρεις μεγάλες κατηγορίες ασφαλισμένων, αυτοαπασχολούμενοι, δημόσιοι υπάλληλοι και μισθωτοί. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, καθώς ένα από τα σημεία που επέμεναν οι προσφεύγοντες είναι πως πρέπει να είναι τουλάχιστον τρία τα ταμεία.


Το υποστήριζε, κάποια στιγμή, και η ΝΔ, τώρα όμως δεν φαίνεται να επιμένει.


Ναι, το είχε υποστηρίξει. Άρα επιβεβαιώθηκε ότι δεν έχει πρόβλημα αντισυνταγματικότητας η συνένωση σε ένα ταμείο. Το δεύτερο σημαντικό είναι ότι επιβεβαιώθηκε η βάση υπολογισμού των συντάξεων. Ο ν. 4387 είχε επιλέξει, ως βάση υπολογισμού να λαμβάνεται η σύνταξη που έπαιρνε κάθε συνταξιούχος στις 31/12/2014. Αυτό σημαίνει, βέβαια, με όλες τις μέχρι τότε περικοπές, ιδίως τις μεγάλες περικοπές του 2012. Άρα ξεκινούσε από χαμηλή βάση. Το ΣτΕ δεν το αμφισβήτησε αυτό, γιατί ναι μεν ήταν αντισυνταγματικές οι περικοπές του 2012 –όπως κρίθηκε με απόφαση του 2015– αλλά το νέο σύστημα δεν μένει στις περικομμένες συντάξεις του 2014, αυτές είναι μόνο η βάση υπολογισμού. Αυτοί οι δυο βασικοί πυλώνες του ν. 4387 στάθηκαν, δεν έπεσαν δικαστικά.



Κρίσεις με ισχυρές μειοψηφίες


Τι αμφισβητήθηκε με την απόφαση;


Τρία πράγματα έκρινε αντισυνταγματικά το ΣτΕ. Πρώτον, ενώ αναγνώρισε πως καλώς εντάσσονται σε ενιαίο ταμείο αυτοαπασχολούμενοι και μισθωτοί, έκρινε αντισυνταγματική την υπαγωγή τους σε ενιαίους κανόνες όσον αφορά τις εισφορές. Οι εισφορές των μισθωτών είναι 6,67% που καταβάλλει ο εργαζόμενος και 13,33% ο εργοδότης, συνολικά 20%. Ο αυτοαπασχολούμενος, που δεν έχει εργοδότη, κατέβαλλε επίσης 20% με το ν. 4387. Το ΣτΕ είπε ότι είναι δυσανάλογα μεγάλη η επιβάρυνση για τους αυτοαπασχολούμενους, γιατί καταβάλλουν εξ ιδίων τριπλάσιες εισφορές από ό,τι οι μισθωτοί. Δεν λέει πόσο θα ήταν το συνταγματικά επιτρεπτό ύψος, κι ούτε θα μπορούσε άλλωστε. Σ’ αυτό το σημείο χρειάζονται δυο σχόλια. Καταρχάς, όλες οι κρίσεις του ΣτΕ είχαν ισχυρές μειοψηφίες, κάποιες μάλιστα με ψήφους 13 – 12. Νομίζω ότι στο σημείο αυτό η άποψη της μειοψηφίας είναι πιο πειστική. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον μισθωτό με τον αυτοαπασχολούμενο, διότι ο δεύτερος δεν έχει αφεντικό. Ο μισθωτός δεν μπορεί να ορίσει το ύψος της αμοιβής του μονομερώς, ο αυτοαπασχολούμενος έχει τη δυνατότητα μετακύλησης μέρους της επιβάρυνσης στον πελάτη. Άλλωστε, για τους αυτοαπασχολούμενους με χαμηλό εισόδημα το σύστημα εισφορών του ν. 4387 ήταν πολύ ευνοϊκότερο από το προηγούμενο σύστημα. Σημειωτέον, δεν αμφισβητήθηκε πως βάση υπολογισμού για τις εισφορές είναι το εισόδημα, κάτι πολύ σημαντικό. Περαιτέρω, το υπουργείο Εργασίας ήδη από το 2018, προκαταλαμβάνοντας κατά κάποιον τρόπο την απόφαση, αναπροσάρμοσε τις εισφορές για τους αυτοαπασχολούμενους. Από 1/1/2019 οι εισφορές που ισχύουν για όλους, πλην όσων έχουν το ελάχιστο εισόδημα, μειώθηκαν στο 13,33%.


Αυτό δεν το έλαβε υπόψη του το ΣτΕ;


Όχι, διότι είναι υποχρεωμένο να κρίνει με βάση ό,τι ίσχυε μέχρι την τελευταία μέρα της εκδίκασης, τον Ιούνιο του 2018. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η αντισυνταγματικότητα είναι σ’ αυτό το σημείο άνευ αντικειμένου, διότι εντωμεταξύ άλλαξε η νομοθεσία. Οι εισφορές δεν είναι πια 20%, άρα ακυρώθηκε κάτι που δεν ισχύει. Οι νέες εισφορές στο 13,33% ισχύουν κανονικά, εκτός κι αν αμφισβητηθούν στο μέλλον κι αυτές. Αυτό το σημείο, κατά κανόνα, αποσιωπάται στη συζήτηση που γίνεται. Το δεύτερο που έκρινε αντισυνταγματικό το ΣτΕ σχετίζεται με μια άλλη βασική παραδοχή του ν. 4387/2016. Επειδή βρισκόμασταν ακόμη σε συνθήκες δημοσιονομικής επιτήρησης και η χρηματοδότηση των συντάξεων δεν μπορούσε να υπερβεί ορισμένο ταβάνι, επομένως έπρεπε να γίνουν περικοπές, η επιλογή του ν. 4387 ήταν να περικοπούν οι μεγάλες συντάξεις και να προστατευθούν οι χαμηλές. Αυτό έγινε με δυο τρόπους. Ο ένας είναι η λεγόμενη αντίστροφη αναλογικότητα, δηλαδή όσο πιο υψηλό είναι το εισόδημα τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό αναπλήρωσης του εν ενεργεία εισοδήματος. Ο άλλος είναι ότι επιβλήθηκαν περικοπές στις συντάξεις που το άθροισμά τους, επικουρικής και κύριας, υπερβαίνει τα 1.300 ευρώ, δηλαδή τις σχετικά μεγάλες. Οι κάτω απ’ αυτό το όριο συντάξεις δεν είχαν περικοπές. Το ΣτΕ τώρα λέει ότι αυτές οι περικοπές είναι αντισυνταγματικές, διότι είναι δυσανάλογη η επιβάρυνση για τις μεγάλες συντάξεις. Προέταξε δηλαδή το στοιχείο της ανταποδοτικότητας και υποβάθμισε το στοιχείο της αλληλεγγύης.


Απόφαση με ταξικό πρόσημο


Αυτό, το επικρίνουν ότι έχει ταξική οπτική και ότι οδηγούσε τους μισθωτούς με υψηλό εισόδημα να φοροδιαφεύγουν ή να μην έχουν κίνητρα για εργασία.


Ναι, βεβαίως αυτά τα επιχειρήματα λέγονται. Πράγματι αυτό το κομμάτι της απόφασης έχει ταξικό πρόσημο, και τις αντίστοιχες συνέπειες. Στους υψηλοσυνταξιούχους ανήκουν, να υπενθυμίσουμε, και οι δικαστές. Αυτό το σημείο, όμως, θα είναι και το πιο δυσχερές για την κυβέρνηση να συμμορφωθεί, διότι οι προϋπολογισμοί για τις συντάξεις είναι, ουσιαστικά, κλειστοί. Πρακτικά, δεν φαίνεται να υπάρχει άλλος τρόπος παρά να περιοριστούν οι περικοπές και οι επιβαρύνσεις στις υψηλές συντάξεις, με αντίστοιχη επιβάρυνση όμως των χαμηλότερων. Κάθε κυβέρνηση θα προτιμούσε, σε συμμόρφωση προς την απόφαση, να δώσει κάτι παραπάνω στους υψηλοσυνταξιούχους, αλλά διατηρώντας όσα δίνει στους χαμηλοσυνταξιούχους. Αυτό, δημοσιονομικά, δεν βλέπω πώς μπορεί να γίνει. Το πιθανότερο είναι να υποχρεωθεί η κυβέρνηση να δώσει έστω κάτι στους υψηλοσυνταξιούχους, αλλά να πάρει κάτι από τους χαμηλοσυνταξιούχους. Αυτό ίσως δεν φανεί τόσο πολύ, διότι οι πρώτοι είναι ολιγάριθμοι ενώ οι δεύτεροι πολυάριθμοι. Δεν παύει όμως να είναι αύξηση για τους μεν και μείωση για τους δε.


Άρα η κυβέρνηση θα έχει να λύσει δυο προβλήματα: τη νέα ισορροπία στις συντάξεις, αθροιστικά, επικουρικής και κύριας και το ύψος της εισφοράς των αυτοαπασχολούμενων.


Στο θέμα των εισφορών δεν έχει πρόβλημα, διότι εφόσον έχει ήδη αλλάξει η νομοθεσία δεν χρειάζεται να συμμορφωθεί σε κάτι. Εκτός κι αν θέλει, με πρόσχημα την απόφαση του ΣτΕ, να παρέμβει συνολικά στο ζήτημα των εισφορών των αυτοαπασχολούμενων και να φέρει αλλαγές. Πρόβλημα θα έχει στο ύψος των συντάξεων. Το τρίτο ζήτημα που τίθεται με την απόφαση του ΣτΕ είναι το μεγαλύτερο σε εύρος αλλά το μικρότερο σε βάθος. Το ΣτΕ έκρινε όλο το σύστημα των επικουρικών συντάξεων αντισυνταγματικό, αλλά για έναν τυπικό λόγο: ότι η μεταρρύθμιση έγινε χωρίς να προηγηθεί κατάλληλη αναλογιστική μελέτη. Αυτό σημαίνει ότι ο νομοθέτης μπορεί να θεραπεύσει την παράλειψη και να θεσπίσει ξανά τον ίδιο ή σχεδόν τον ίδιο νόμο, συνοδεύοντάς τον με τις κατάλληλες αναλογιστικές μελέτες.


Πώς και έγινε αυτή η παράλειψη;


Καταρχάς, να σημειωθεί ότι μελέτες υπήρξαν, οικονομικές και άλλες. Το ΣτΕ σε μια αυστηρή και φορμαλιστική προσέγγιση έκρινε ότι οι μελέτες δεν είχαν όλα τα αναγκαία αναλογιστικά στοιχεία. Αυτή η νομολογία, ότι κάθε ασφαλιστική μεταρρύθμιση πρέπει να συνοδεύεται από αναλογιστικές μελέτες, υπήρχε από παλιά, από το 2000, προκειμένου να τεκμηριώνεται ότι οι αυξήσεις στις συντάξεις δεν απειλούν τη βιωσιμότητα του συστήματος. Από το 2010 και μετά, όμως, δεν έχουμε αυξήσεις αλλά μειώσεις, οπότε οι αναλογιστικές μελέτες δεν έχουν την ίδια σημασία.


Ο κίνδυνος της ιδιωτικοποίησης


Αν ήταν κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα έπρεπε να κάνει, άμεσα;


Καταρχάς, είναι δεδομένο ότι πρέπει να υπάρξει άμεσα νέα νομοθέτηση για να ρυθμιστούν τα ζητήματα που βάζει το ΣτΕ. Τα δύο από τα τρία ζητήματα, γιατί θέμα εισφορών, κατά τη γνώμη μου, δεν τίθεται. Το θέμα είναι τι γίνεται με τις περικοπές σε συντάξεις άνω των 1.300 ευρώ και τι γίνεται με τις επικουρικές συντάξεις. Πώς θα νομοθετήσει η κυβέρνηση δεν το ξέρουμε. Κάποιες δηλώσεις που έγιναν μέχρι τώρα δεν ξεκαθάρισαν τη στάση της, ωστόσο κάτω από τις λέξεις διαφαίνονται κάποια πράγματα. Ένας κίνδυνος θα ήταν, η κυβέρνηση να επιχειρήσει, με πρόσχημα ότι το σύστημα επικουρικής ασφάλισης κρίθηκε αντισυνταγματικό, να το ιδιωτικοποιήσει, να το εκχωρήσει σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Έχει σημασία ότι κάτι τέτοιο καθόλου δεν προκύπτει ως συνέπεια της απόφασης του ΣτΕ, η οποία αντιθέτως εμμένει στον δημόσιο και αναδιανεμητικό χαρακτήρα του συστήματος και –κάτι πολύ σημαντικό– εξομοιώνει πλήρως την επικουρική με την κύρια σύνταξη. Άρα θα ήταν τελείως προσχηματική η επίκληση της απόφασης του ΣτΕ για τη μετάβαση σε ένα ιδιωτικό σύστημα. Εκτίμησή μου είναι ότι η κυβέρνηση δεν θα το κάνει αυτό. Η μετάβαση από ένα σύστημα δημόσιο σε ένα σύστημα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης είναι εξαιρετικά δύσκολη, όχι μόνο πολιτικά αλλά και τεχνικά, απαιτεί δουλειά μηνών ή και ετών. Όμως, η απόφαση του ΣτΕ απαιτεί άμεση νομοθετική παρέμβαση, εντός των επόμενων εβδομάδων. Εκτίμησή μου είναι ότι αυτή η παρέμβαση θα γίνει σύντομα και θα είναι απλώς διορθωτική, δεν θα επεκταθεί σε ριζικές μεταβολές. Είναι άλλο ζήτημα αν επιχειρηθεί στο μέλλον τέτοια ριζική αλλαγή. Πάντως, όσο καθυστερεί η νομοθετική παρέμβαση, τρέχουν αναδρομικές αξιώσεις των συνταξιούχων από την ημέρα της απόφασης κι εφεξής.


Πώς τίθεται το θέμα της αναδρομικότητας; Τα ρεπορτάζ διαμόρφωσαν ένα πλήρες κομφούζιο.


Το ΣτΕ κλείνει τις αποφάσεις του με τη σκέψη ότι, αν οι κρίσεις του περί αντισυνταγματικότητας ίσχυαν από τη θέση του νόμου σε ισχύ το 2016, αυτό θα συνεπαγόταν δυσβάστακτη δημοσιονομική επιβάρυνση. Για να διασώσει τη βιωσιμότητα του συστήματος, ορίζει ότι οι κρίσεις του επιφέρουν αποτελέσματα από την ημέρα που βγήκε η απόφαση και εφεξής. Άρα δεν αναγνωρίζει αναδρομικότητα. Το ίδιο είχε κάνει και τον Ιούνιο του 2015, με την απόφαση που έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές του 2012, πάλι χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. Παραμένει ένα μεσοδιάστημα όπου το ζήτημα της αναδρομικότητας μένει ανοιχτό. Το διάστημα από τον Ιούνιο του 2015, την προηγούμενη απόφαση του ΣτΕ, μέχρι το Μάιο του 2016 που ψηφίστηκε ο ν. 4387. Εδώ υπάρχει και μια ερμηνευτική διχογνωμία. Κάποιοι θεωρούν ότι αυτό το μεσοδιάστημα εκτείνεται μέχρι το χρονικό σημείο πλήρους εφαρμογής του νόμου, που σε κάποιες περιπτώσεις φτάνει μέχρι και την 1/1/2019. Αυτή όμως είναι μια αρκετά αβέβαιη ερμηνευτική εκδοχή.


Μ΄ άλλα λόγια η απόφαση του ΣτΕ δεν πιέζει δημοσιονομικά την κυβέρνηση.


Η απόφαση συνολικά είναι αρκετά ευνοϊκή από την άποψη αυτή, αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, αυτό δεν είναι δωράκι στη νέα κυβέρνηση. Το περιεχόμενο της απόφασης έχει οριστικοποιηθεί από τον Ιούνιο του 2018. Παρόλα αυτά, από τις πρώτες δηλώσεις της κυβέρνησης διαφαίνεται μια αμηχανία, την οποία προσπαθεί να καλύψει με διάφορες κορόνες. Είναι αλήθεια πως καμία κυβέρνηση, ούτε η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα ήθελε να σκάσει στα χέρια της μια τέτοια απόφαση, ιδίως για το θέμα των περικοπών στις συντάξεις άνω των 1.300 ευρώ.


Τι ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόμαστε


Υπάρχει όμως και το πολιτικό σχέδιο της ΝΔ που υπερβαίνει μεν την απόφαση του ΣτΕ, αλλά μπορεί και να την αξιοποιήσει.


Το τι θα κάνει η κυβέρνηση δεν μπορώ να το ξέρω. Το βέβαιο είναι ότι κάτι θα κάνει. Αλλά ας επανέλθουμε σ’ αυτό που λέγαμε στην αρχή. Το συνταξιοδοτικό και ευρύτερα το ασφαλιστικό –βάζω μέσα και την ασφάλιση υγείας– είναι ένα από τα πιο μεγάλα ζητήματα που έχουμε. Σ’ αυτό το τεράστιο ζήτημα βλέπω στην κοινωνία μια, επιτρέψτε με να πω, οκνηρία. Να το αφήσουμε στα δικαστήρια, στους ειδικούς, στην επιτροπή σοφών, στους τεχνοκράτες. Όμως είναι πολύ σοβαρό πολιτικό ζήτημα για να το αφήσουμε στους τεχνοκράτες. Τι πρόβλημα έχει το ασφαλιστικό σύστημα, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά παντού; Τα ασφαλιστικά συστήματα, όπως τα ξέρουμε, είναι φτιαγμένα μετά τον πόλεμο, με συνθήκες δημογραφικές, κοινωνικές, οικονομικές που δεν υπάρχουν πια. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι στηρίζονται στις εισφορές. Οι εργαζόμενοι καταβάλλουν εισφορές απ’ τις οποίες πληρώνονται οι συνταξιούχοι. Το σύστημα λειτουργούσε όσο υπήρχε αδιάκοπη απασχόληση με πλήρη ωράρια και στοιχειωδώς αξιοπρεπείς αμοιβές. Τίποτε απ’ αυτά δεν ισχύει σήμερα. Το τσεκούρι που έπεσε στους μισθούς στα μνημονιακά χρόνια ήταν μαχαίρι στις εισφορές. Η ανεργία που έφτασε στο 28%, επίσης. Είμαστε σε μια συγκυρία όπου το αναδιανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα που έχουμε και εμείς και, με τη μια ή την άλλη μορφή, οι άλλες χώρες της Ευρώπης δεν είναι, δομικά πια, βιώσιμο. Ακόμη και ο ν. 4387 δεν δίνει απάντηση σ’ αυτό, διαχειρίζεται την κρίση του, με αξιοπρεπή μεν τρόπο, καθώς οι αναλογιστικές μελέτες λένε ότι βγαίνει έως το 2060, αλλά αναλογιστικά αυτό δεν είναι πολύ μακρυά. Να υπενθυμίσουμε σημαντικά θετικά του νόμου που δεν έχουν αναδειχθεί επαρκώς: Ένα, η προστασία των χαμηλών συντάξεων. Θυμόμαστε τι έγινε με τις περικοπές του 2012 που ήταν αναλογικές. Δεύτερο, οι χαμηλού εισοδήματος ελεύθεροι επαγγελματίες, ιδίως οι νέοι, είχαν μεγάλη ελάφρυνση στις εισφορές τους. Τρίτο, έχουμε τώρα ενιαίο ταμείο, με ενιαίους κανόνες. Είναι μια ριζοσπαστική εξέλιξη, τεράστια μεταρρύθμιση. Αλλά για να επανέλθουμε στο ζήτημα: χρειάζεται μια σοβαρή προεργασία και μια σοβαρή συζήτηση από τις πολιτικές δυνάμεις, τις κοινωνικές δυνάμεις, τα συνδικάτα κλπ., για το τι είδους ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόμαστε. Το συνδικαλιστικό κίνημα θα έπρεπε να πρωτοστατεί στο ζήτημα αυτό. Είναι μειονέκτημα ότι και διεθνώς δεν αναδεικνύεται μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση, μολονότι έχει ξεκινήσει μια συζήτηση.


Ναι, ήδη έχει αρχίσει και στη Γαλλία. Ο Μακρόν παραχωρεί μεγάλη φέτα στους ιδιώτες. Αυτό μπορεί να ενθαρρύνει τους εδώ.


Η μόνη εναλλακτική που ακούμε να συζητιέται είναι η ιδιωτικοποίηση, δηλαδή η μια πλευρά. Γι’ αυτό θα έπρεπε να δραστηριοποιηθούν οι δυνάμεις της Αριστεράς και τα συνδικάτα για να αρχίσει να ακούγεται και η άλλη εναλλακτική. Ιδέες υπάρχουν. Για παράδειγμα, στη Γαλλία, παρότι κι εκεί «καταπιέζεται» και δεν ακούγεται πολύ, συζητιέται ο λεγόμενος κοινωνικός ΦΠΑ. Δηλαδή, χρηματοδότηση του συστήματος όχι πια με βάση τις εισφορές, που θα παραμείνουν, αλλά με βάση ενός φόρου στις συναλλαγές ή ενός μέρους του ΦΠΑ που θα πηγαίνει στα ταμεία. Είναι, κατά τη γνώμη μου, η μόνη ρεαλιστική, βιώσιμη λύση, αν θέλουμε να διατηρήσουμε ένα στοιχειωδώς δίκαιο και αξιοπρεπές σύστημα συντάξεων. Ένα παρόμοιο σύστημα, με στρεβλώσεις βέβαια στη διαχείρισή του, ήταν το αγγελιόσημο στο ταμείο των δημοσιογράφων. Θα μπορούσε να εξεταστεί ως πείραμα, πώς λειτούργησε. Ήταν κοινωνικός πόρος, χρηματοδότηση του συστήματος από τις συναλλαγές, όχι τις αποδοχές. Η ιδέα, π.χ., για ένα «καθολικό αγγελιόσημο», θα μπορούσε να είναι μια λύση. Οι εισφορές φυσικά θα παραμείνουν.


Η κρατική συμμετοχή;


Είναι δυο κατηγοριών. Η άμεση και η εγγυητική, που σημαίνει πως, ό,τι κι αν γίνει, το κράτος εγγυάται την καταβολή των συντάξεων σε περίπτωση αδυναμίας, για οποιονδήποτε λόγο, του δημόσιου ασφαλιστικού φορέα –όχι όμως και του ιδιωτικού. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Η πλήρης εξάρτηση των συντάξεων από τις εισφορές, πέραν του ότι προοπτικά δεν είναι βιώσιμη, δημιουργεί και ένα άλλο πρόβλημα. Προέκυψε πρώτη φορά το 1992 με τον νόμο Σιούφα και τον διαχωρισμό νέων και παλαιών ασφαλισμένων. Θα δούμε, μελλοντικά, φαινόμενα κοινωνικού ανταγωνισμού αν επιμείνουμε στον παλαιό τρόπο χρηματοδότησης του συστήματος. Νομίζω ότι με την απόφαση του ΣτΕ μας δίνεται η ευκαιρία να πιάσουμε ξανά τη συζήτηση σε βάθος. Το ΣτΕ με τον τρόπο του έδειξε ότι το ζήτημα είναι πρώτα απ’ όλα ένα ζήτημα πολιτικό, και σ’ αυτό το επίπεδο πρέπει να λυθεί. Εντωμεταξύ, αν δει κανείς την ποικιλία των απόψεων τόσο της μειοψηφίας όσο και της πλειοψηφίας, και τις κρίσεις με ψήφους 13 – 12, τότε καταλαβαίνει πόσο σύνθετο είναι το ζήτημα και ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρα λάθος ή σωστό.

Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet