Στη διαδικασία της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ τέθηκε ήδη το ζήτημα της εκλογής του προέδρου του κόμματος. Γελιούνται όσοι νομίζουν ότι το ζήτημα το έθεσαν οι προσερχόμενοι στη διεύρυνση, ας πούμε πολιτικά στελέχη που παλιότερα βρίσκονταν αλλού ή πολίτες που θέλουν να γίνουν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Είχε τεθεί από ΜΜΕ και από διάφορους παράγοντες του πολιτικού βίου, που σύγκριναν τις συνεδριακές διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ με τη γενική ψηφοφορία που διοργανώνουν άλλα κόμματα, συγκεκριμένα η ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ – παλιότερα το ΠΑΣΟΚ. Τελευταία μάλιστα ο Αλέξης Τσίπρας προκλήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία επειδή, λέει, δεν τολμάει, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, να θέσει τον εαυτό του στην κρίση της «βάσης του κόμματος» ή – γιατί όχι; –, του λαού συνολικά.

Γιατί επιλέγεται η εκλογή με γενική ψηφοφορία


Η εκλογή προέδρου με γενική ψηφοφορία των μελών του κόμματος είναι μια διαδικασία που κερδίζει έδαφος στην Ευρώπη. Το φαινόμενο έχει δύο αιτίες. Η μία είναι ότι τα κόμματα σταδιακά παύουν να είναι δομημένες λαϊκές οργανώσεις, τα μέλη τους είναι ουσιαστικά ανοργάνωτα και η κομματική δομή μεταβάλλεται σε εκλογικό μηχανισμό, στον οποίο μετέχουν στελέχη που ενδιαφέρονται να αναδειχτούν σε κρατικές θέσεις αιρετών ή διορισμένων. Η διαδικασία συνελεύσεων και συζητήσεων προτάσεων, εκλογής αντιπροσώπων, συνεδρίων και συνδιασκέψεων, αποφάσεων που λαμβάνονται με ψηφοφορία και είναι δεσμευτικές, εκλογής κομματικών οργάνων κλπ. ατονεί. Στην Ελλάδα έτσι κι αλλιώς αυτή τη διαδικασία εφάρμοζαν και εφαρμόζουν με αυστηρό τρόπο μόνο τα κόμματα της Αριστεράς. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες το κάνουν, ή το έκαναν μέχρι πρόσφατα, όλα τα κόμματα: η δομή και οι διαδικασίες τους έχουν επηρεαστεί, μετά τον 19ο αιώνα, από τις διαδικασίες των κομμάτων που προήλθαν από το εργατικό κίνημα. Το πρότυπο κόμματος που επικράτησε στην Ευρώπη είναι ουσιαστικά αντιγραφή – συχνά με μάλλον αντιδημοκρατικές παραλλαγές – της οργάνωσης των σοσιαλιστικών και των κομμουνιστικών κομμάτων.

Η δεύτερη αιτία για την «άμεση» εκλογή του επικεφαλής είναι η εδραίωση του προέδρου ή αρχηγού ως απόλυτου κυριάρχου. Εδώ το υπόδειγμα προέρχεται από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις ή τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Ο γενικός διευθυντής ή «τσέο» (δεν καταλαβαίνω γιατί ειρωνεύτηκαν την Κατερίνα Νοτοπούλου, κι εγώ έτσι θα το έλεγα – γιατί να διστάσουμε να εξελληνίσουμε όρους που μας έρχονται από άλλες γλώσσες;) και ο προπονητής, αυτοί λοιπόν είναι απόλυτοι κυρίαρχοι, δίνουν εντολές που εκτελούνται ώσπου να απολυθούν. Η σταδιακή εξομοίωση των πολιτικών κομμάτων με ιδιωτικές επιχειρήσεις ακολουθεί την ίδια μετατροπή που γίνεται, επίσης σταδιακά, σε κρατικές υπηρεσίες και οργανισμούς, επειδή, τάχα, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι αποτελεσματικότερες – όπως είδαμε με τον Μαρινόπουλο και με την Τομας Κουκ, με τη Λέμαν Μπράδερς κ.ο.κ.

Όσο οι πρόεδροι είναι κυρίαρχοι


Στα ελληνικά κόμματα που εφαρμόζουν αυτήν τη διαδικασία ισχύει το «Αν χάσεις, παραιτείσαι!», αλλά ίσαμε τότε οι πρόεδροι είναι κυρίαρχοι. Στο ΚΙΝΑΛ μάλιστα, η πρόεδρος, επικαλούμενη τους εκλογείς της κατάργησε απόφαση – για τη συμφωνία των Πρεσπών – και εφάρμοσε τη δική της γνώμη που είχε μειοψηφίσει, ενώ στη Νέα Δημοκρατία η παντοδυναμία του προέδρου πρόσφατα κατοχυρώθηκε καταστατικά. Η κυριαρχία του προέδρου ενισχύεται μάλιστα από το γεγονός ότι σε τέτοιες εκλογές συμμετέχουν περισσότεροι άνθρωποι από όσα είναι τα μέλη του κόμματος – δίνω δύο ευρώ και ψηφίζω – δηλαδή η κυριαρχία προέρχεται από νόθευση της βούλησης των μελών του κόμματος. Η κατάληξη αυτής της διαδικασίας είναι πάντα μια άμεση σχέση ηγέτη και βάσης, όπως την προπαγάνδιζε στον Μεσοπόλεμο η Άκρα Δεξιά. Αυτού του είδους η άμεση σχέση ουσιαστικά καταργεί τη συμμετοχή των μελών, παρουσιάζει μια ψευδή εικόνα συμμετοχής. Ο λόγος είναι ότι ο ψηφοφόρος είναι μόνος του, η απόφασή του δεν συνδέεται με συλλογικές διαδικασίες, και γι’ αυτό είναι αδύναμος: η συμμετοχή του και η απόφασή του για την ψήφο είναι ασήμαντη.

Στο συνέδριο τα πράγματα είναι διαφορετικά


Τα επιχειρήματα υπέρ της εκλογής του προέδρου με καθολική ψηφοφορία των μελών είτε με ελεύθερη συμμετοχή όσων πολιτών θέλουν ή πληρούν κάποιες προϋποθέσεις (π.χ. πληρώνουν ένα σχετικά μικρό ποσόν) είναι κυρίως δύο. Το πρώτο επιχείρημα είναι ότι αυτή η διαδικασία κατά κάποιον τρόπο δεσμεύει όσους ψήφισαν να υποστηρίξουν το κόμμα. Αυτό δεν είναι αληθές, όπως έδειξαν τα εκλογικά αποτελέσματα της Νεας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ (του ΚΙΝΑΛ στη συνέχεια). Τελικά οι πολίτες αποφάσισαν στην κάλπη των εθνικών εκλογών με άλλα πολιτικά κριτήρια από εκείνα της κομματικής κάλπης. Το ίδιο ισχύει και για τη στράτευση. Φαίνεται μάλιστα ότι εδώ συμβαίνει το αντίθετο του αναμενόμενου: η πλειονότητα θεωρεί ότι με τη συμμετοχή στην ψηφοφορία έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει. Το μόνο που απομένει, το δεύτερο επιχείρημα, είναι το προπαγανδιστικό στοιχείο. Για λίγες ημέρες θα αναφέρεται στον Τύπο είτε θετικά (πήγαν πολλοί) είτε αρνητικά (πήγαν λιγότεροι από όσοι στον δικό μας). Αυτό όμως, η θετική αναφορά, γιατί θα έχει ευνοϊκό προπαγανδιστικό αποτέλεσμα; Σάμπως είχε στην περίπτωση του Γιώργου Παπανδρέου που ισχυρίστηκε ότι την πρώτη φορά τον ψήφισαν ένα εκατομμύριο άνθρωποι;

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα θα υπήρχε και ένα στοιχείο αστειότητας. Είναι απίθανο να εμφανιστεί αντίπαλος του Αλέξη Τσίπρα, αφού όλοι ξέρουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι συντριπτικό και, άλλωστε, ο αντίπαλος θα έπρεπε να παρουσιάσει ένα διαφορετικό σχέδιο για το κόμμα και την πολιτική του που σήμερα δεν υπάρχει. Εκλογή με γενική ψηφοφορία και έναν μόνο υποψήφιο ή με δύο που λένε το ίδιο δεν έχει μεγάλο νόημα. Στο συνέδριο που ψηφίζει πολιτική απόφαση, η οποία δεσμεύει την ηγεσία, και κατόπιν την εκλέγει τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ακόμα και ο μοναδικός υποψήφιος έχει συμμετάσχει στην προσυνεδριακή συζήτηση και στο ίδιο το συνέδριο, έχει συνταχθεί με προτάσεις, έχει αντιταχθεί σε άλλες ή έχει υποβάλει δικές του.

Επίπλαστο κύρος


Για να επανέλθουμε στις εξουσίες του προέδρου που έχει εκλεγεί με γενική ψηφοφορία, αυτή η εκλογή αυξάνει το κύρος του στο κόμμα, προπάντων απέναντι στα ηγετικά όργανα του κόμματος. Είναι όμως σκόπιμο να εξασφαλίζεται το αυξημένο κύρος εξαρχής; Φυσικά, πρόεδρος χωρίς κύρος δεν θα μακροημερεύσει, επειδή δεν θα μπορεί να ηγείται. Αυτό είναι εμφανές σήμερα στο ΚΙΝΑΛ, ενώ στη Νέα Δημοκρατία η εσωκομματική ισχύς του Κυριάκου Μητσοτάκη προέρχεται αποκλειστικά από τις θηριώδεις αρμοδιότητες και εξουσίες του πρωθυπουργού. Κύρος που προέρχεται από τον τρόπο εκλογής είναι επίπλαστο κύρος, δεν οφείλεται στο ότι ο κάτοχός του έχει αποδείξει την αξία του. Κι επειδή μετά την εκλογή δεν θα δεσμεύεται από συλλογικές αποφάσεις – και δεν θα δεσμεύεται ό,τι κι αν λέει το καταστατικό –, πρώτον, το κόμμα θα κυβερνιέται δικτατορικά και, δεύτερον, επειδή ακριβώς θα κυβερνιέται δικτατορικά, η συμμετοχή των μελών θα ατονίσει, τα κομματικά όργανα θα είναι μονάχα ιμάντες μεταβίβασης της θέλησης του αρχηγού.


Η ιδιομορφία της Αριστεράς


Η εξέλιξη αυτού του είδους είναι καταστροφική για τα κόμματα της Αριστεράς. Τα αστικά κόμματα δεν τα νοιάζει ή μάλλον αυτή η κατάσταση τα βολεύει: στο κάτω κάτω οι ηγεσίες τους θέλουν να περιορίσουν όσο είναι δυνατό τον επηρεασμό των αποφάσεων και της πολιτικής τους από τη λαϊκή τους βάση, επειδή σε αυτήν, έστω διαθλασμένα, που θα έλεγε ο Πουλαντζάς, επιδρά η ταξική πάλη, τα ρεύματα που διατρέχουν την κοινωνία. Η Αριστερά όμως αυτόν τον επηρεασμό τον θέλει, από αυτόν ζει και με αυτόν πολιτεύεται. Η ιδιομορφία μάλιστα της Αριστεράς εδώ είναι ότι αυτός ο επηρεασμός δεν προέρχεται από το ότι ο αρχηγός «αφουγκράζεται» την κοινωνία. Τα μηνύματα της κοινωνίας τα επεξεργάζονται τα μέλη του κόμματος στις οργανώσεις τους και στα όργανά του, το κόμμα τα συζητάει συλλογικά και έτσι διαμορφώνει την πολιτική του. Αυτός ο τρόπος είναι πρόσωπο, ας το πούμε έτσι, της αυριανής κοινωνίας της αλληλεγγύης και της απουσίας του αυταρχισμού και της αυθεντίας, δηλαδή του προγράμματος της Αριστεράς.


Θόδωρος Παρασκευόπουλος

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet