Της Βιβής Κεφαλά

Στις 9 Οκτωβρίου άρχισε η τρίτη κατά σειρά στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην βόρεια Συρία με την κωδική ονομασία «Πηγή ειρήνης». Ευκαιρία –ή κατ’ άλλους ώθηση στην τουρκική εισβολή στην Συρία- έδωσε η διαταγή του προέδρου Τράμπ για απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή, πράγμα που επέτρεψε στην Άγκυρα να αρχίσει την εισβολή, χωρίς να έρθει σε σύγκρουση με την Ουάσιγκτον.
Δεδηλωμένος στόχος της νέας αυτής εισβολής είναι -σύμφωνα με τον τούρκο πρόεδρο- η διασφάλιση των συνόρων της χώρας του από την δράση των κούρδων τρομοκρατών, η οποία θα αποτραπεί με την εκδίωξή τους και τη δημιουργία μίας «ζώνης ασφαλείας» βάθους τριάντα χιλιομέτρων στο συριακό έδαφος και μήκους πεντακοσίων. Εάν και εφόσον ευοδωθούν τα τουρκικά σχέδια για τη στρατιωτική κατάληψη ολόκληρης της τουρκο-συριακής μεθορίου, η Άγκυρα θα εγκαταστήσει στην περιοχή αυτή, όπως έχει προαναγγείλει, ένα με δύο εκατομμύρια άραβες πρόσφυγες από την Συρία, από τα σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια που έχουν καταφύγει στο έδαφός της. Έτσι, θα έχει επιτύχει δύο βασικούς στόχους: από την μία πλευρά θα απομονώσει τους Κούρδους που ζουν στην Τουρκία από αυτούς που ζουν στην Συρία, τα εδάφη των οποίων εφάπτονται και, από την άλλη, θα έχει διασπάσει τις κουρδικές περιοχές στην Συρία και θα έχει αλλοιώσει τον πληθυσμό με την μετεγκατάσταση των προσφύγων, αποκλείοντας έτσι την πιθανότητα δημιουργίας ομόσπονδου κουρδικού κρατιδίου στην Συρία.

Κοινός παρονομαστής

Αντιμέτωποι με την τουρκική επιθετικότητα και εγκαταλελειμμένοι από τις ΗΠΑ, οι κουρδικές δυνάμεις στράφηκαν προς το συριακό καθεστώς, με το οποίο βρέθηκε ένας ελάχιστος κοινός παρονομαστής, αφού ούτε το καθεστώς Άσαντ μπορεί να ανεχθεί την κατάληψη συριακού εδάφους από τον τουρκικό στρατό, ήδη κατέχεται το Αφρίν, ούτε οι Κούρδοι μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους την τουρκική εισβολή. Όσον αφορά την Ομοσπονδία της Ρωσίας, αυτήν την στιγμή δεν θέλει να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την Τουρκία, και μάλιστα για να υπερασπιστεί τους Κούρδους, οι προθέσεις των οποίων απέναντι στο συριακό καθεστώς ήταν ασαφείς και οι οποίοι υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, η Μόσχα δεν μπορεί να επιτρέψει στην Άγκυρα να επιβάλει τους όρους της στην Συρία, δημιουργώντας ένα τουρκικό προτεκτοράτο στα βόρεια της χώρας, πόσο μάλλον που η Άγκυρα έχει ταχθεί υπέρ της ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ, το οποίο διασφαλίζει τα ρωσικά συμφέροντα, και στην διατήρηση του οποίου στην εξουσία η Μόσχα διαδραματίζει έναν ζωτικό ρόλο, τον οποίο θέλει να διατηρήσει.
Έτσι, από τις 15 Οκτωβρίου ο συριακός στρατός μαζί με τις κουρδικές δυνάμεις μάχονται για την ανακατάληψη σημαντικών πόλεων της συρο – τ��υρκικής μεθορίου, ενώ στην Μαμπίζ, από όπου αποχώρησαν αμερικανοί και γάλλοι στρατιώτες, άρχισαν να περιπολούν ρωσικές δυνάμεις, ώστε να αποτρέψουν το ενδεχόμενο σύγκρουσης τουρκικών και συριακών δυνάμεων. Αυτό όμως αποτελεί μία προσωρινή λύση εξισορρόπησης ασυμβίβαστων στόχων και πολιτικών, όπως συμβαίνει με την Τουρκία και την Συρία. Προφανώς, η Μόσχα γνωρίζει ότι η ρωσο-τουρκική συνεργασία στηρίζεται σε σαθρές βάσεις και βλέπει την επαναπροσέγγιση Άγκυρας – Ουάσιγκτον να προχωρά –δεδομένου ότι ο τούρκος πρόεδρος παίρνει όλα όσα θέλει από τον αμερικανό ομόλογο του. Με αυτά τα δεδομένα, όμως, το βασικό ζητούμενο για το Κρεμλίνο είναι να εκμεταλλευθεί τις παλινωδίες του Λευκού Οίκου με κινήσεις τακτικής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εγκατάλειψη των Κούρδων, των μοναδικών συμμάχων των ΗΠΑ στην Συρία, και η απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από την χώρα αυτή, φαίνεται να ευνοούν την Τουρκία. Στην πραγματικότητα όμως, η απόσυρση των δυτικών δυνάμεων από την Συρία όχι μόνο δεν αποτελεί «λευκή επιταγή» για την Άγκυρα αλλά αντίθετα την καθιστά απολύτως τρωτή απέναντι σε ένα κοινό μέτωπο Δαμασκού, Τεχεράνης, Μόσχας και Κούρδων, που το δημιούργησε η ίδια της η πολιτική.

Πενθήμερη κατάπαυση πυρός

Ως εκ τούτου, παρά το βέτο που άσκησαν Μόσχα και Ουάσιγκτον στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την υιοθέτηση καταδικαστικής απόφασης σχετικά με την τουρκική εισβολή στην Συρία, η Ομοσπονδία της Ρωσίας χαρακτήρισε απαράδεκτη την τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Συρία και υπογράμμισε ότι θα πρέπει να περιοριστεί σε βάθος το πολύ δέκα χιλιομέτρων εντός του συριακού εδάφους, επικαλούμενη το Πρωτόκολλο των Αδάνων, δηλαδή την συμφωνία του 1998 μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού, που απέτρεψε την περαιτέρω όξυνση των μεταξύ τους σχέσεων, για την αντιμετώπιση του Κουρδικού.
Στις 17 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ έπεισαν την Τουρκία για την κήρυξη κατάπαυσης του πυρός για πέντε ημέρες, ώστε να υποχωρήσουν οι κούρδοι μαχητές από την περιοχή και να αποφευχθούν περαιτέρω απώλειες αμάχων. Τόσο ο Ντόναλντ Τράμπ όσο και ο Ρετζέπ Ταγίιπ Ερντογάν θριαμβολογούν, ο πρώτος διότι έκανε μία «υπέροχη συμφωνία για τους Κούρδους» και ο δεύτερος διότι η συμφωνία αυτή «νομιμοποιεί την επιχείρηση στην βορειο-ανατολική Συρία». Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, η Άγκυρα έσπευσε να υπογραμμίσει ότι δεν πρόκειται για εκεχειρία, διότι κάτι τέτοιο «γίνεται μόνο μεταξύ νόμιμων δρώντων», επομένως πρόκειται για μια μονομερή ενέργεια, ανθρωπιστικού χαρακτήρα (!) αφού οι Κούρδοι είναι τρομοκράτες. Επίσης, υπαναχώρησε στο θέμα του Κομπάνι, το οποίο στο πλαίσιο της συμφωνίας δεν περιλαμβάνεται στη λεγόμενη ζώνη ασφαλείας. Υπενθυμίζεται ότι η σημασία του Κομπάνι είναι τόσο στρατηγική, εφόσον είναι πολύ κοντά στα τουρκικά σύνορα, όσο και συμβολική, δεδομένου ότι εκεί κατάφεραν να σταματήσουν οι κουρδικές δυνάμεις την προέλαση των τρομοκρατών του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους.

Το ζήτημα των τζιχαντιστών

Ακριβώς το ζήτημα των τζιχαντιστών αναδεικνύει μία ακόμα πτυχή της τουρκικής εισβολής στην Συρία, δηλαδή την αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας, η οποία κάθε άλλο παρά έχει ηττηθεί, όπως διατείνονται οι ΗΠΑ, με το σκεπτικό ότι δεν ελέγχουν πλέον εδάφη στην Συρία και το Ιράκ και απώλεσαν τις διοικητικές δομές που είχαν δημιουργήσει. Σύμφωνα με τον αμερικανό πρόεδρο, ό,τι απέμεινε από την ισλαμική τρομοκρατία στην Συρία μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί από την Τουρκία, ενώ είχε δηλώσει ότι θα εξόπλιζε κουρδική συνοριοφυλακή ώστε να αποτρέψει πιθανή επάνοδο τζιχαντιστών στην Συρία. Οι δηλώσεις αυτές γίνονται την στιγμή που είναι γνωστό ότι η Τουρκία υποστηρίζει μέλη ισλαμικών τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως συμβαίνει στην Ιντλίμπ αλλά και χρησιμοποίησε δυνάμεις τους ως εμπροσθοφυλακή στην τωρινή επίθεση εναντίον της Βόρειας Συρίας. Από την πλευρά της η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι οι ίδιοι οι Κούρδοι είναι τρομοκράτες και ότι είναι εκείνοι που απελευθερώνουν φυλακισμένα μέλη ισλαμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων στις περιοχές τους για να εκβιάσουν Ευρωπαίους και Αμερικανούς, τη στιγμή που ο ίδιος απειλεί ότι θα ανοίξει τα σύνορα και οι πρόσφυγες θα πλημυρίσουν την Ευρώπη.
Είναι προφανές ότι από το 2012 μέχρι σήμερα, η πολιτική εκβιασμών, πιέσεων, απειλών και χρήσης βίας που ακολουθεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να πετύχει τους περιφερειακούς του στόχους φαίνεται να αποδίδει, πράγμα που τον ενισχύει πολιτικά και στο εσωτερικό της χώρας του, πράγμα το οποίο χρειάζεται όλο και περισσότερο. Όμως, η εικόνα αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, μια και, ο τούρκος πρόεδρος έχει ανοίξει πάρα πολλά μέτωπα και έχει δημιουργήσει πάρα πολλά προβλήματα σε συμμάχους και μη. Αυτή την περίοδο τηρούν στάση αναμονής, η οποία όμως δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον .Έτσι, η θέση του τούρκου προέδρου θα μπορούσε να παρομοιαστεί με αυτήν ενός σχοινοβάτη που πετάει μπάλες στον αέρα, στις οποίες προστίθενται συνεχώς καινούργιες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet