Εκλογές σήμερα στο κρατίδιο της Θουριγγίας, όπου κυβερνά ο Αριστερός Μπόντο Ράμελο. Παρά τη σχετική ικανοποίηση για τη μέχρι τώρα θητεία του, η επανεκλογή του δεν θεωρείται σίγουρη και αυτό έχει να κάνει περισσότερο με την αδυναμία των σημερινών εταίρων του, Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων να διατηρήσουν τα ποσοστά τους. Σημαντική αναμένεται και σε αυτό το ανατολικογερμανικό κρατίδιο η άνοδος της Ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Οταν πριν από πέντε χρόνια ο Μπόντο Ράμελο γινόταν ο πρώτος πρωθυπουργός της Αριστεράς σε γερμανικό κρατίδιο, λίγοι πίστευαν ότι η θητεία του θα είναι μακρά. Κι όμως. Ο 63χρονος πρώην συνδικαλιστής κυβέρνησε τη Θουριγγία με τρόπο που ικανοποίησε τη μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών του, όπως τουλάχιστον υποδηλώνουν οι δημοσκοπήσεις. Δεν κυβέρνησε εντελώς «αριστερά», αλλά δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο με ένα ποσοστό 28% και ως δεύτερο κόμμα πίσω από τους Χριστιανοδημοκράτες, που είχαν το 33%, αλλά δεν κατάφεραν να βρουν συμμάχους για να κυβερνήσουν, όπως έκαναν σταθερά όλα τα χρόνια μετά την γερμανική ενοποίηση του 1990.
Αυτή τη φορά ο Μπόντο Ράμελο είναι σταθερά πρώτος σε όλες τις δημοσκοπήσεις ενόψει των σημερινών εκλογών στο κρατίδιο των 2,2 εκατομμυρίων κατοίκων, με ποσοστά περίπου αντίστοιχα εκείνων του 2014, δηλαδή από 26 μέχρι 29%. Θα είναι σίγουρα σημαντικό να κερδίσει την πρώτη θέση, αλλά και να βελτιώσει έστω και κατά τι το ποσοστό του. Αυτό πάντως δεν του διασφαλίζει την συνέχεια της διακυβέρνησής του, αφού είναι αμφίβολο αν ο συνασπισμός με Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους θα συνεχίσει να συγκεντρώνει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Για το Κόμμα της Αριστεράς (die Linke) ένα καλό αποτέλεσμα θα είναι βάλσαμο, μετά τις σημαντικές απώλειες σε όλες τις εκλογικές μάχες, που προηγήθηκαν αυτή τη χρονιά. Δεν θα του λύσει βεβαίως τα εσωτερικά του προβλήματα, αλλά μπορεί να είναι μια τονωτική ένεση κυρίως για τις ρεαλιστικές δυνάμεις μέσα στο κόμμα. Ο Ράμελο, ο οποίος δεν είναι Ανατολικογερμανός υποστήριξε, από την περίοδο που εντάχθηκε στο κόμμα, το 1999, την ανάγκη συνεργασίας με τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και τους Πράσινους. Και θα μπορούσε να έχει ανατρέψει την δεξιά κυριαρχία ήδη από το 2009, αν τότε το SPD δε φοβόταν την συνεργασία μαζί του και δεν προτιμούσε να συνεργαστεί με την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU).

Ακροδεξιό εκκρεμές

Η CDU θα είναι λογικά το δεύτερο κόμμα με ποσοστά γύρω στο 25%. Θα έχει όμως τεράστιο πρόβλημα να βρει συμμάχους αν χρειαστεί να αναζητήσει αυτή δικές της πλειοψηφίες. Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να κάνει το βήμα, που ακόμα δεν έχει τολμήσει κανείς άλλος και να ρίξει γέφυρες προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία. Το κόμμα της Ακροδεξιάς αναμένεται να διπλασιάσει (τουλάχιστον) τα ποσοστά του και από το 10,6% να ξεπεράσει με άνεση το 20%. Αυτό θα κάνει λοιπόν εξαιρετικά δύσκολη την κατάσταση μετεκλογικά. Ο Ράμελο έριξε πάντως και την ιδέα για συνέχιση της συνεργασίας των τριών κομμάτων της προοδευτικής παράταξης, έστω και σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας. Κάτι που αντιμετωπίζουν σκεπτικά όλα τα υπόλοιπα κόμματα. Η αντιπολίτευση το καταδικάζει ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες που θα βρεθούν πιθανότατα κάτω από το 10% (είχαν 12,6% το 2014) θα βρεθούν στα γνωστά διλήμματα που προκαλεί η πασοκοποίησή τους σε ολόκληρη τη χώρα και κυρίως στο ανατολικό της κομμάτι. Οι Πράσινοι δεν προβλέπεται να έχουν την δυναμική που έχουν στη Δύση, όπως φάνηκε άλλωστε και στις εκλογές σε άλλα κρατίδια της ανατολικής πλευράς τους περασμένους μήνες. Ουσιαστικά δήλαδή θα επιβεβαιωθεί το σκηνικό που λίγο πολύ έχει δημιουργηθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Άνοδος της ακροδεξιάς, πτώση των Χριστιανοδημοκρατών, κατρακύλα των Σοσιαλδημοκρατών, άνοδος των Πρασίνων, στασιμότητα με τάση προς τα κάτω της Αριστεράς. Οι ιδιαιτερότητες κάθε κρατιδίου έχουν συχνά να κάνουν και με τα πρόσωπα, αλλά και με τοπικές παραδόσεις. Αλλά η συνολική εικόνα είναι μιας χώρας σε πολιτική αφασία, με άγνωστες ακόμα συνέπειες. Υπό αυτή την έννοια, η προοπτική μιας «προοδευτικής συμμαχίας» φαντάζει ως το μοναδικό αισιόδοξο σενάριο, αν τα κόμματα μπορέσουν να ξεπεράσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα και καταλήξουν σε κάποιους κοινούς στόχους.

Δείγμα γραφής από το Βερολίνο

Η τριμερής αυτή συνεργασία έδωσε την περασμένη εβδομάδα ένα θετικό δείγμα γραφής και στην τοπική Γερουσία του Βερολίνου, όπου Αριστερά, SPD και Πράσινοι πέρασαν νομοθεσία, που ορίζει ανώτατες τιμές για τα ενοίκια για την επόμενη πενταετία και για οικοδομές πριν το 2013. Ήταν ένα αίτημα μαζικών κινητοποιήσεων που έχουν γίνει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο στη γερμανική πρωτεύουσα μετά την «παρανοϊκή» αύξηση των τιμών στον τομέα της κατοικίας. Χριστιανοδημοκράτες και Φιλελεύθεροι ήταν φυσικά αντίθετοι στην παρέμβαση αυτή στον κτηματομεσιτικό τομέα, αλλά το μέτρο χαιρετίζεται από τη μεγάλη πλειοψηφία των Βερολινέζων. Η ρύθμιση θα ισχύσει αναδρομικά από τις 18 Ιουνίου και αφορά περίπου 1,4 εκατομμύρια νοικοκυριά. Όποιος δηλαδή υποχρεώθηκε να συμφωνήσει σε αύξηση ενοικίου μετά από εκείνη την ημερομηνία δικαιούται τα χρήματά του πίσω. Ως ανώτατη τιμή ορίστηκαν τα 9,80 ευρώ ανά τετραγωνικό για τις κατοικίες κατασκευής 2003 έως 2013. Κατώτατη τιμή τα 3,92 ευρώ για τις κατοικίες πριν το 1918 και χωρίς θέρμανση. Οι νέες κατοικίες μετά το 2013 μένουν εκτός για να μην επηρεαστεί η σημερινή οικοδομική δραστηριότητα. Το μέτρο δεν είναι ακριβώς αυτό που ζητούσαν οι διαδηλωτές, στις πιο ακραίες του εκδοχές, αλλά θεωρείται ότι θα προσφέρει μια σχετική ανακούφιση και θα δώσει μια ανάσα σε πολλούς ενοίκους, σε μια χώρα όπου η ιδιοκατοίκηση δεν είναι τόσο διαδεδομένη. Παράλληλα στέλνει ένα μήνυμα και σε άλλες πόλεις, όπου το πρόβλημα είναι εξίσου οξυμένο, καθώς μεγάλες εταιρίες έχουν εισβάλει στο χώρο, καθορίζοντας αυθαίρετα τις τιμές και πιέζοντας μεγάλα κοινωνικά στρώματα κυρίως εκείνα από τη μέση και κάτω.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet