Του Στίβεν Φόρτι*

Η απόφαση της δίκης των ηγετών του κινήματος της ανεξαρτησίας της Καταλονίας για τα γεγονότα του φθινοπώρου του 2017, δυναμίτισε ξανά την καταλανική κρίση. Στις 14 Οκτώβρη, το ανώτατο δικαστήριο της Ισπανίας εξέδωσε μια πολύ σκληρή απόφαση, καταδικάζοντας με 9 έως 13 χρόνια φυλάκισης, με την κατηγορία για στάση και κατάχρηση δημοσίου χρήματος, 9 από τους 12 κατηγορούμενους ηγέτες. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του εισαγγελέα για κατηγορία του αδικήματος της ανταρσίας, το οποίο θα επέφερε πολύ μεγαλύτερες ποινές.
Η απόφαση, αποτέλεσμα της προσφυγής στη δικαιοσύνη εκ μέρους του πρώην συντηρητικού πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι, ενός καθαρά πολιτικού ζητήματος, βάζει τέλος σε μια διετή περίοδο αναμονής, ανοίγοντας συνάμα μια άλλη περίοδο γεμάτη αβεβαιότητες για τη χώρα.

Εγκλωβισμένος ο Σάντσεθ

Κατ’ αρχήν θα πρέπει να περιμένουμε τα αποτελέσματα της προσφυγής των καταδικασθέντων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την επαναφορά των δικαστικών αρχών της Μαδρίτης του αιτήματος έκδοσης του πρώην προέδρου Κάρλες Πουτζδεμόν, ο οποίος έχει καταφύγει στο Βέλγιο.
Σε δεύτερη φάση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η απόφαση δημοσιοποιήθηκε στη μέση της προεκλογικής περιόδου - οι εκλογές έχουν ορισθεί για τις 10 Νοεμβρίου – ενώ η σημερινή κυβέρνηση είναι μεταβατική. Πρόκειται για μια εσκεμμένη απόφαση του σοσιαλιστή ηγέτη Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος μια και δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να καταλήξει σε συμφωνία για το σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας με τους Ποδέμος, σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί εκλογικά την πολιτική αστάθεια εμφανιζόμενος κατεξοχήν μετριοπαθής. Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει και από το σύνολο των δημοσκοπήσεων, παρότι το σοσιαλιστικό κόμμα παραμένει το πρώτο κόμμα, αυτό δεν συνοδεύεται από διεύρυνση της εκλογικής του βάσης. Ταυτόχρονα, η κρίση των τελευταίων δυο εβδομάδων στη Καταλονία λειτουργεί σε βάρος του, εγκλωβίζοντάς τον ανάμεσα στην πίεση που ασκούν οι αυτονομιστές –που χαρακτηρίζουν τη δικαστική απόφαση ως πράξη εκδίκησης και διεκδικούν αμνηστία και ένα νέο δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση– και τη μέγγενη της ισπανικής δεξιάς, η οποία θεωρεί την απόφαση επιεική και ζητά την επιβολή καθεστώτος επιτροπείας στην Καταλονία.

Σε αποσταθεροποίηση

Είναι αναμφίβολο ότι η καταδικαστική απόφαση καθιστά ακόμα πιο δύσκολη τη διέξοδο από την πολιτική κρίση, με δεδομένο ότι στη Βαρκελώνη δεν επικρατεί ούτε σύμπνοια επιδιώξεων, ούτε σαφής πολιτική στρατηγική. Παρά τις συνεχιζόμενες μεγάλες συγκεντρώσεις, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που επικρατούσε πριν από δυο χρόνια: όλοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι η ανεξαρτησία δεν είναι μια υλοποιήσιμη και εφικτή επιλογή. Αυτό εξηγεί και τις συγκρούσεις των προηγούμενων ημερών στους δρόμους της Βαρκελωνης με την αστυνομία. Είναι το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η καταλανική κυβέρνηση και τα κυρία πολιτικά κόμματα που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας, δυσκολεύονται να διοχετεύσουν, όπως στο παρελθόν, τις διεκδικήσεις τους και γιατί ένα μέρος της βάσης τους έχει κυριευθεί από απογοήτευση. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η αυξανόμενη διαφοροποίηση των συνιστωσών του μετώπου υπέρ της ανεξαρτησίας: οι δυο σχηματισμοί, Ρεπουμπλικανική Αριστερά για την Καταλονία (Esquerra Republicana de Catalunya) και Μαζί για την Καταλονία (Junts per Catalunya), που βρίσκονται στη κυβέρνηση, είναι στα πρόθυρα ρήξης εδώ και καιρό. Η Ρεπουμπλικανική Αριστερά για την Καταλονία υποστηρίζει μια ρεαλιστική πορεία στο πρότυπο του Εθνικού Σκωτσέζικου Κόμματος, ενώ το Μαζί για την Καταλονία επιλέγει το δρόμο ενός ανένδοτου αγώνα και επαναφέρει την πρόθεσή του για μονομερή πρόβεια.
Στην πραγματικότητα, πέρα από κάθε διαφορετική αντίληψη, υφίσταται ο μακροχρόνιος αγώνας για την πολιτική ηγεμονία στη Καταλονία. Εκτός των άλλων, ο πρόεδρος της τοπικής κυβέρνησης της Καταλονίας, Κιμ Τόρα, έχει εντελώς απαξιωθεί και είναι ανίκανος να χειριστεί την κατάσταση, ενώ ο πρώην πρόεδρος, Κάρλες Πουτζδεμόν, συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση μιας ούτως ή άλλως αποσταθεροποιημένης κατάστασης. Εν κατακλείδι, στην Βαρκελώνη βρίσκονται σε αναμονή των τοπικών εκλογών που μπορεί να καταγράψουν αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων και να διευκολύνουν το σχηματισμό μιας πιο ρεαλιστικής και ανοικτής σε διάλογο με την Μαδρίτη κυβέρνησης.

Μετεκλογικά σενάρια

Από την μια μεριά, στη Καταλονία, δεν υφίσταται ένας ικανός συνομιλητής, ούτε και από την πλευρά της Μαδρίτης δεν διαμορφώνεται μια πολιτική πρόταση για την έξοδο από τη κρίση. Ενώ πριν λίγους μήνες ο Σάντσεθ μιλούσε για συνταγματική αναθεώρηση και ένα νέο σύστημα χρηματοδότησης, τώρα οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Είναι πρόδηλο, εκτός απροόπτου, ότι μέχρι της 10 Νοεμβρίου δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι και όλα θα εξαρτηθούν από το συσχετισμό των δυνάμεων που θα προκύψει στο Κοινοβούλιο και τις συνεργασίες που θα αναζητήσει ο Σάντσεθ για το σχηματισμό της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις οι επιλογές είναι δυο, αποκλείοντας για την ώρα μια νίκη της δεξιάς: η μια κυβέρνηση των σοσιαλιστών με συνεργασία ή στήριξη από τους Unidas Podemos και Más País (το νέο σχηματισμό των οικολόγων που συγκροτήθηκε από το νούμερο δύο του Ιγγλέσιας, Ινίγο Ερεχόν) ή μια κυβέρνηση μειοψηφίας του Σάντσεθ με εξωτερική στήριξη από τη δεξιά. Στη πρώτη περίπτωση θα είχαμε επανάληψη του παρελθόντος, που θα εξασφάλιζε μια αργή λύση της καταλανικής κρίσης, στη δεύτερη υπόθεση η δυνατότητα εκτόνωσης της κρίσης βρίσκεται στη σφαίρα της ουτοπίας με αποτέλεσμα την κωδικοποίηση της αντιπαράθεσης.

Βαθιά πολιτική κρίση

Η λύση της καταλανικής κρίσης δεν είναι ορατή, το αντίθετο. Ο πραγματικός κίνδυνος συνίσταται, με διακυμάνσεις, στην διατήρηση της έντασης για αρκετά χρόνια. Η πολιτική τάξη σε Μαδρίτη και Βαρκελώνη έχει επιδείξει τα τελευταία επτά χρόνια τεράστια δόση ανευθυνότητας. Όπως ανευθυνότητα συνιστά και η ανικανότητα έναρξης ενός διαλόγου, ακόμα και τώρα που οι συγκεντρώσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία, διαμορφώνοντας ανησυχητικές προοπτικές.
Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Ισπανια διανύει μια περίοδο βαθιάς πολιτικής κρίσης, η οποία ακύρωσε κάθε ισορροπία που είχε διαμορφωθεί με την μετάβαση στη δημοκρατία. Η ισπανική πολιτική τάξη, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της Καταλονίας δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στο πεπερασμένο των κυβερνήσεων απόλυτης πλειοψηφίας. Το γεγονός ότι τα τελευταία τεσσερα χρόνια έγιναν τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις δεν είναι μόνο μια ένδειξη αυτής της ανικανότητας. Πρόκειται για την ξεκάθαρη ήττα, χωρίς καμία επιφύλαξη, της πολιτικής. Πρόκειται για μια ήττα που προκαλεί ένα διογκούμενο αίσθημα δυσαρέσκειας στους πολιτες και μια έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η καταλανική κρίση δεν είναι παρά μια γεωγραφικά προσδιορισμένη εκδήλωση αυτής της πολυεπίπεδης κρίσης. Μοναδική διέξοδος, πέρα από το διάλογο, είναι η ριζική μεταρρύθμιση όλου του ισπανικού συστήματος. Η υλοποίηση αυτής της μεταρρύθμισης προϋποθέτει γενναίους και ικανούς πολιτικούς. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν διαγράφεται στον ορίζοντα.

Μετάφραση: Μαρία Γαβαλά

* Ο Στ. Φόρτι είναι καθηγητής στο Ανεξάρτητο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και ερευνητής στο Ινστιτούτο της Σύγχρονης Ιστορίας στο νέο Πανεπιστήμιο της Λισαβώνας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet