FILE PHOTO: Catalan separatist protesters call for a "Million mask march" protest marking November 5 Guy Fawkes Day, in Barcelona, Spain, November 5, 2019. REUTERS/Enrique Calvo/File Photo

Του Στίβεν Φόρτι*

Αυτή την Κυριακή οι Ισπανοί επιστρέφουν στις κάλπες: θα είναι η τέταρτη μέσα σε μόνο τέσσερα χρόνια. Κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί από το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο. Η κόπωση μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος είναι εμφανής, όπως και η έλλειψη εμπιστοσύνης έναντι των πολιτικών κομμάτων και των θεσμών. Σύμφωνα με το Κέντρο Κοινωνιολογικών Ερευνών, η πολιτική και τα κόμματα αποτελούν το δεύτερο από τα κυριότερα προβλήματα των Ισπανών μετά την ανεργία (που είναι ακόμη στο 14%, η υψηλότερη στην ΕΕ μετά την Ελλάδα). Πρόκειται για ένα πολύ ανησυχητικό γεγονός που είναι πιθανό να επιδράσει στις εκλογές της Κυριακής οι οποίες, σύμφωνα με όλους τους δημοσκόπους, είναι οι πλέον αβέβαιες των τελευταίων ετών.

Καταλανική κρίση και αποχή

Η αβεβαιότητα οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: από τη μια πλευρά, η καταλανική κρίση, που αναζωπυρώθηκε μετά την πρόσφατη καταδίκη των αυτονομιστών ηγετών για τα γεγονότα του φθινοπώρου του 2017, με συγκρούσεις για πρώτη φορά με την αστυνομία, θα μπορούσε να προκαλέσει μια ισπανική εθνικιστική αντίδραση που πιθανό να ευνοήσει τα δεξιά σχήματα. Από την άλλη, η αποχή –ο μεγάλος άγνωστος παράγοντας αυτών των εκλογών, πολύ περισσότερο από το παρελθόν– είναι πιθανό να αυξηθεί, κυρίως σε βάρος της αριστεράς, γιατί, εκτός των άλλων, η επανάληψη των εκλογών είναι συνέπεια της ανικανότητας, ή της απροθυμίας του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE) και των Unidas Podemos (UP) να καταλήξουν σε μια κυβερνητική συμφωνία τους προηγούμενους μήνες.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, πάντως, η κατάσταση μάλλον δεν θα αλλάξει πολύ σε σχέση με τις εκλογές της προηγούμενης 28ης Απρίλη. Το PSOE θα παραμείνει πρώτο κόμμα (25-30%), αλλά δεν θα κατορθώσει να βελτιώσει τα προ έξι μηνών αποτελέσματα, κινδυνεύοντας μέχρι και να χάσει κάποιους βουλευτές. Αυτό θα είναι μια αποτυχία για τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ που παρατράβηξε το σχοινί με τους Unidas Podemos κατά τη διάρκεια του θερινού αδιεξόδου, φορτώνοντας την ευθύνη της επανάληψης των εκλογών στον Πάμπλο Ιγκλέσιας, με στόχο να επιτύχει μια ευρεία νίκη και να μπορέσει να κυβερνήσει μόνος του. Ο κίνδυνος είναι να καταλήξει σαν την Τερέζα Μέι, η οποία το 2017 βγήκε αποδυναμωμένη από τις πρόωρες εκλογές.
Οι UP φαίνεται να αντέχουν, έστω και με δυσκολία (12-14%), χάρις και στην καλή επίδοση του Ιγκλέσιας στη μοναδική τηλεοπτική αντιπαράθεση μεταξύ των υποψηφίων που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη Δευτέρα. Το Más País, ο σχηματισμός που δημιουργήθηκε από το πρώην νούμερο δύο του Podemos, Ινίγκο Ερεχόν, δεν φαίνεται να αποσπά ψήφους από το κόμμα του Ιγκλέσιας και μάλλον θα δυσκολευτεί να μπει στη Βουλή (3-4%). Όμως, οι μεγαλύτερες αλλαγές θα γίνουν στη δεξιά: Οι Ciudadanos, το φιλελεύθερο σχήμα που όλο και περισσότερο προσανατολίζεται προς τα δεξιά, φαίνεται ότι θα χάσει σχεδόν το ήμισυ της συναίνεσής του (8-10%) επιτρέποντας έτσι τόσο στο Λαϊκό Κόμμα (PP) να ανακάμψει και να περάσει το 20%, όσο και στην ακροδεξιά του Vox (11-14%) να αυξηθεί, που θα μπορούσε να αποτελέσει την τρίτη κοινοβουλευτική ομάδα.

Περίπλοκος ο σχηματισμός κυβέρνησης

Η αβεβαιότητα πάντως είναι μεγάλη. Όχι μόνο λόγω του άγνωστου παράγοντα της αποχής. Κυρίως επειδή θα χρειαστεί να καταλάβουμε τι θα συμβεί το Σάββατο, την παραμονή των εκλογών, με την αυτονομιστική καταλανική πλατφόρμα Δημοκρατικό Τσουνάμι να έχει προκηρύξει μια ημέρα κινητοποίησης. Υπάρχουν κάποιοι που φοβούνται ότι μπορεί μέχρι και να καταληφθούν τα εκλογικά τμήματα στην Καταλονία ή να υπάρξουν νέες συγκρούσεις με την αστυνομία. Η δεξιά, προφανώς, δεν θα χάσει την ευκαιρία να κατηγορήσει το PSOE για «ανοχή» εκείνων που θέλουν να διασπάσουν την Ισπανία. Με λίγα λόγια, η συναισθηματική αντίδραση ενός τμήματος του εκλογικού σώματος στα γεγονότα των τελευταίων 24 ωρών θα μπορούσαν να μετατρέψουν τις δημοσκοπήσεις σε άχρηστα χαρτιά.
Αποκλείοντας, όμως, τουλάχιστον προς το παρόν, μια νίκη της δεξιάς, που δεν θα είχε πρόβλημα να συμφωνήσει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, όπως συνέβη ήδη σε διάφορες περιφέρειες (Ανδαλουσία, Μαδρίτη, κλπ), η Βουλή που θα βγει από τις εκλογές της Κυριακής δεν μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από αυτή των τελευταίων έξι μηνών. Ο σχηματισμός κυβέρνησης θα είναι επομένως περίπλοκος. Τα πιθανά σενάρια είναι δύο: ή μια νέα προσπάθεια του Σάντσεθ να καταλήξει σε μια συμφωνία με τους Unidas Podemos και τα περιφερειακά και εθνικιστικά σχήματα, συμπεριλαμβανομένων των καταλανών αυτονομιστών, ή μια εξωτερική στήριξη του Λαϊκού Κόμματος ή/και των Ciudadanos σε μια σοσιαλιστική κυβέρνηση μειοψηφίας.
Ο Σάντσεθ προτιμάει αναμφισβήτητα τη δεύτερη επιλογή: κατά την προεκλογική εκστρατεία το επανέλαβε πολλές φορές, υπερασπιζόμενος ένα κεντρώο και μετριοπαθές προφίλ και φθάνοντας στο σημείο να συναγωνίζεται τη δεξιά στη χρήση σκληρών μεθόδων για την αντιμετώπιση της αναζωπύρωσης της καταλανικής αυτονομιστικής κρίσης. Πρέπει όμως να δούμε αν η δεξιά θα είναι πρόθυμη: το PSOE απείχε το φθινόπωρο του 2016 –μετά την εκπαραθύρωση του Σάντσεθ από τη γενική γραμματεία, καθώς τότε ήταν αντίθετος στην επανεκλογή του Ραχόι– για να αποφύγει τρίτες εκλογές μέσα σε ένα χρόνο. Ο Πάμπλο Καζάδο και ο Άλμπερτ Ριβέρα, υποψήφιοι αντίστοιχα του PP και των Ciudadanos, θα κάνουν το ίδιο; Δεν είναι δεδομένο. Αν δεν συμβεί αυτό, νέες εκλογές περιμένουν στη γωνία.
Αν οι Unidas Podemos δεν έχουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα καλύτερο από αυτό που λένε οι δημοσκοπήσεις και ο Σάντσεθ δεν επανέλθει στο δρόμο που τον είχε φέρει στην κυβέρνηση τον Ιούνιο του 2018, με μια ομιλία που έβλεπε προς τα αριστερά και υπερασπιζόταν το διάλογο με τη Βαρκελώνη, η Ισπανία θα στραφεί προς το κέντρο. Με την εξωτερική στήριξη της δεξιάς, η δεύτερη κυβέρνηση Σάντσεθ δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά ένας «μακρονισμός» ή ένα είδος μεγάλου συνασπισμού αλά ισπανικά. Πράγμα που, εκτός των άλλων, θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης της καταλανικής κρίσης.

Διάλογος και νέα συμφωνία

Μολονότι το κίνημα υπέρ της αυτονομίας δεν έχει καμία πιθανότητα να επιτύχει την πολυπόθητη ανεξαρτησία (ο συσχετισμός δυνάμεων είναι προφανής και η διεθνής υποστήριξη ανύπαρκτη), είναι αναμφίβολο ότι διαθέτει μια κοινωνική αποδοχή στην Καταλονία άνω του 40%, που δεν μπορεί κανείς να υποκρίνεται πως δεν βλέπει. Άρα δεν είναι δυνατό μόνο με τη σκληρή καταστολή της Μαδρίτης να υπάρξει έξοδος από τη μεγαλύτερη πολιτική και εδαφική κρίση των τελευταίων σαράντα χρόνων: αυτό μπορεί να γίνει μόνο με διάλογο και με μια νέα συμφωνία που θα επιτρέπει στο μεγαλύτερο μέρος των Καταλανών να νιώθουν ότι είναι κομμάτι ενός ανανεωμένου συλλογικού σχεδίου. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται θάρρος και, πρώτα απ’ όλα, πρέπει να είναι δυνατό να σχηματιστεί μια κυβέρνηση, έχοντας επίγνωση ότι η εποχή του δικομματισμού και των απολύτων πλειοψηφιών έχει τελειώσει.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

* Ο Στ. Φόρτι είναι καθηγητής του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης και ερευνητής στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet