Ολοένα και περισσότεροι γερμανοί αναλυτές ζητούν να τελειώνει αυτό το άνοστο και ανούσιο έργο, που ακούει στο όνομα «μεγάλος συνασπισμός». Η εποχή Μέρκελ έχει πλέον τελειώσει και είναι ώρα να το παραδεχτεί και η ίδια η καγκελάριος. Το μόνο που κρατά ακόμα κολλημένους μεταξύ τους Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες είναι ο φόβος της επόμενης πανωλεθρίας, όταν θα γίνουν πρόωρες εκλογές. Γιατί κανείς δεν πιστεύει πια, ότι αυτή η κατάσταση μπορεί να κρατήσει για μια πλήρη τετραετία.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Η χθεσινή 9η Νοεμβρίου είναι μια τετραπλή ιστορική επέτειος για την Γερμανία. Το 1918 ανακηρύχθηκε η Γερμανική Δημοκρατία, το 1923 ο Αδόλφος Χίτλερ έκανε στο Μόναχο ένα (προσωρινά) αποτυχημένο πραξικόπημα, το 1938 ξεκινούσε το πογκρόμ κατά των Εβραίων με τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» και το 1989 άνοιγε το Τείχος του Βερολίνου. Οι Γερμανοί έχουν, λοιπόν, αρκετούς λόγους και για να τη θυμούνται, αλλά και για να την ξεχάσουν. Γράφοντας αυτές τις γραμμές δε γνωρίζαμε αν θα μπορούσε να υπάρξει κάποια έκπληξη, που θα έκανε και την 9η Νοεμβρίου 2019 ιστορική. Αλλά θα στοιχηματίζαμε πως όχι. Η σημερινή πολιτική ηγεσία δεν δείχνει ικανή για τέτοιους αιφνιδιασμούς.

Αναπόφευκτο το διαζύγιο

Είναι ενδεικτικό το πώς περιέγραψε η Ανγκέλα Μέρκελ την πτώση του τείχους κάνοντας λόγο για «τύχη». Αν ήταν μαθήτρια σε διαγώνισμα ιστορίας είναι αμφίβολο αν μια τέτοια ερμηνεία θα της εξασφάλιζε καλό βαθμό. Κακοί είναι οι βαθμοί της και στις δημοσκοπήσεις, όχι μόνο σε σχέση με τα εκλογικά ποσοστά του κόμματός της όσο περισσότερο αναφορικά με την εικόνα της κυβέρνησής της συνολικά. Το ηλεκτρονικό «Spiegel» μεσοβδόμαδα συνέχιζε να ζητά την παραίτησή της και τον τερματισμό αυτού του συνασπισμού από θλιβερές κομματικές φιγούρες. Είναι κάτι που βεβαίως εμμονικά κάνει εδώ και μερικούς μήνες το συγκεκριμένο έντυπο. Αλλά όλα δείχνουν ότι κάποια στιγμή οι εκκλήσεις του θα εισακουστούν. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι πολιτικοί παρατηρητές θεωρούν ότι μόνο με ένα θαύμα θα μπορέσει να συμπληρώσει τετραετία αυτή η κυβέρνηση, που μοιάζει να μισεί τον εαυτό της για αυτό και του βάζει συνεχώς τρικλοποδιές. Για σήμερα, Κυριακή, για παράδειγμα, ήταν προγραμματισμένο ένα ακόμα ραντεβού για ένα ζήτημα, που δίχασε από την πρώτη μέρα της συγκυβέρνησης και που συνεχίζει να διχάζει. Οι διαφωνίες για τη «βασική σύνταξη», κεντρική προεκλογική υπόσχεση των Σοσιαλδημοκρατών, αλλά μέτρο έντονα αμφισβητούμενο από τους συντηρητικούς εταίρους λόγω κόστους συνεχίζονται και για πολλούς μπορεί να αποτελέσουν και την αφορμή για ένα διαζύγιο, που φαντάζει αναπόφευκτο. Όπως λένε οι οπαδοί της λύσης αυτής οι μεγάλοι συνασπισμοί είναι έτσι κι αλλιώς η έσχατη λύση και χρειάζονται μόνο σε κρίσιμες και ταραγμένες περιόδους. Δεν είναι καλό να καταντούν ρουτίνα.

Συνέταιροι στο φόβο

Ο μόνος πραγματικός λόγος, που μοιάζει να κρατά ζωντανό τον κατ΄ ευφημισμό «μεγάλο συνασπισμό», είναι ο φόβος για το τι θα μπορούσαν να φέρουν οι κάλπες. Οι Σοσιαλδημοκράτες χτυπούν σταθερά μονοψήφια ποσοστά σε μια σειρά από κρατίδια και τρώγονται μεταξύ τους εδώ και μήνες, στην προσπάθεια να αναδείξουν μια νέα ηγεσία, που δεν θα απέχει τόσο πολύ από αυτό που καθημερινά βιώνει η κομματική βάση. Απαξίωση και απογοήτευση. Ο εκλεκτός της κομματικής νομενκλατούρας Ολαφ Σολτς, ο διάδοχος του κυρίου Σόιμπλε στο υπουργείο Οικονομικών δηλαδή, έρχεται δεύτερος και καταϊδρωμένος σε όλες τις εσωτερικές μετρήσεις και αναζητείται εναγωνίως τρόπος να βελτιώσει κάπως την εικόνα του. Οι ελπίδες του να διεκδικήσει με σοβαρές πιθανότητες την καγκελαρία είναι μηδαμινές. Αλλά φυσικά δεν υπάρχουν και κάποιοι ελκυστικοί «δελφίνοι» στον ορίζοντα. Μάλιστα, ένας εκ των υποψηφίων, ο Νόρμπερτ Βάλτερ-Μπόργιανς έφτασε να αναρωτηθεί δημόσια αν το SPD με βάση τα ποσοστά του έχει δικαίωμα να ορίσει κάποιον ως «υποψήφιο καγκελάριο». Μπορεί λοιπόν οι νεολαίοι και όσοι ακόμα μέσα στο κόμμα αυτοαποκαλούνται «αριστεροί» να απειλούν με εκλογές, αλλά η απειλή μπορεί να αποδειχτεί και μπούμερανγκ. Και τα μετεκλογικά αδιέξοδα ακόμα μεγαλύτερα.
Στις τάξεις των Χριστιανοδημοκρατών τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Το πρώτο κόμμα των περασμένων εκλογών δεν έχει κανένα λόγο να ζητά προσφυγή στις κάλπες. Αλλά δεν μπορεί να παραδεχτεί και ότι τις φοβάται. Κάτι για το οποίο θα είχε κάθε λόγο, αν λάβει κανείς ως αξιόπιστες όλες τις προβλέψεις, που μιλούν για ένα ακόμα (ιστορικά) χαμηλότερο αποτέλεσμα. Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι που εκτιμούν ότι θα είναι μια καλή ευκαιρία να ξεφορτωθούν την «γκαφατζού» πρόεδρο του κόμματος, Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ και να χρίσουν υποψήφιο καγκελάριο τον ηττημένο της εσωκομματικής μάχης ένα χρόνο πριν, τον Φρίντριχ Μερτς. Τον «άνθρωπο των αγορών» (και τραπεζών). Μια τέτοια διχαστική διαδικασία όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα κυλούσε «αναίμακτα» και θα μπορούσε να έχει καταστροφική επίδραση στο εκλογικό αποτέλεσμα, από τη στιγμή, που από τη μια μεριά οι Πράσινοι και από την άλλη οι ακροδεξιοί της «Εναλλακτικής» φιλοδοξούν και έχουν βάσιμες ενδείξεις για να το πιστεύουν κιόλας, ότι τα δικά τους ποσοστά θα είναι ρεκόρ. Φυσικά προς τα πάνω.

Όλα στην «τύχη»

Έτσι το Βερολίνο ζει μια καθημερινότητα βαρετή και άνοστη με την κυρία Μέρκελ να ελπίζει πάλι στην «τύχη». Η οποία, αλήθεια είναι, της χαμογέλασε πολλές φορές. Αλλά ως γνωστόν η τύχη κάποια στιγμή γυρίζει. Η ίδια η καγκελάριος δε μπορεί να είναι τόσο αφελής για να πιστεύει τα απλοϊκά αφηγήματα, που σερβίρει στην εκλογική της πελατεία. Είτε είναι ο μύθος της καλής και συνετής Σουαβής νοικοκυράς, είτε μια μοιρολατρική αντίληψη της ιστορίας, που βλέπει την κοινωνία ως αντικείμενο και όχι ως υποκείμενό της. Τριάντα χρόνια από την πτώση του τείχους και μετά από 15 σχεδόν χρόνια καγκελαρίας πρέπει να έχει καταλάβει ότι η γερμανική επανένωση, που λανσαρίστηκε κάποια στιγμή και ως μοντέλο για την ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν ήταν παρά ένα απάνθρωπα ακραίο νεοφιλελεύθερο πείραμα, που δεν υπολόγιζε κοινωνικές συνέπειες και αντιμετώπιζε τους πολίτες ως παθητικά και πειθήνια πιόνια. Ο λογαριασμός κάποια στιγμή θα πληρωνόταν.
Η αποδόμηση που βιώνει σήμερα το γερμανικό πολιτικό σύστημα, η επανεμφάνιση στους δρόμους ακροδεξιών «πολιτοφυλάκων», η αμηχανία των ελίτ απέναντι στις αυξανόμενες ανισότητες, η αδυναμία τους να κάνουν το παραμικρό για να τις αντιμετωπίσουν, η αδιαφορία τους για το τι συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όλα αυτά δεν είναι άσχετα με τον τρόπο που η Γερμανία προσπάθησε να κρύψει κάτω από το χαλί τα πολύ υπαρκτά προβλήματα μιας διαδικασίας προσάρτησης της άλλοτε Ανατολικής Γερμανίας, που μόνο ιδανική δεν ήταν. Επειδή ακριβώς επέβαλε αποφάσεις χωρίς να πείθει. Μια τακτική που επαναλήφθηκε αργότερα και στα χρόνια της κρίσης της ευρωζώνης απέναντι στους εταίρους.
Η καγκελάριος δηλώνει σήμερα «αναρμόδια» για το γεγονός ότι οι Ανατολικογερμανοί νοιώθουν ακόμα πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ουσιαστικά δηλώνει αναρμόδια για όλους τους Γερμανούς, που ανησυχούν για το μέλλον τους και παρασύρονται από ακραίες ρητορείες. Κουρασμένη και άβουλη επιλέγει να παραιτηθεί πρώτα από τις ευθύνες της πριν τελικά παραιτηθεί και από το θρόνο της. Όταν ήταν στην κορυφή, όταν όλος ο πλανήτης την θαύμαζε και την χειροκροτούσε είχε μια ιστορική ευκαιρία να πει στους συμπατριώτες της κάποιες δυσάρεστες αλήθειες. Έμοιαζε να το τολμά για μια στιγμή. Αλλά γρήγορα το μετάνοιωσε. Και άφησε τα πράγματα στην «τύχη». Κυριολεκτικά.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet