Του Ηλία Ιωακείμογλου

H συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών, δεν είναι η εικόνα μιας οικονομίας που βυθίζεται στην ύφεση, όπως συνήθως ακούγεται. Με δεδομένο ότι η καταγραφόμενη μείωση του ΑΕΠ κατά 0,16% έναντι του τελευταίου τριμήνου1 είναι τόσο μικρή ώστε βρίσκεται στα όρια του στατιστικού λάθους, ότι η προστιθέμενη αξία σε σταθερές τιμές αυξήθηκε, και ότι οι περισσότεροι κλάδοι παραγωγής στον επιχειρηματικό τομέα αύξησαν κατά τι τον όγκο της παραγωγής τους, η συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015, όπως προκύπτει από τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών, δεν είναι η εικόνα μιας οικονομίας που βυθίζεται στην ύφεση, αλλά μιας οικονομίας σε βραχυπρόθεσμη στασιμότητα και αναμονή.
Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε ότι μόλις ξεφύγουμε από τον ασφυκτικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα του τριμήνου, τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών μας δείχνουν ότι είχε εκκινήσει το καλοκαίρι του 2014 και συνεχιζόταν κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015, μια ασθενική πλην όμως υπαρκτή τάση ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας με κινητήρα τις αυξήσεις του συνόλου των μισθών2. Στην παρούσα συγκυρία αργίας μεγάλου μέρους του παραγωγικού συστήματος και του εργατικού δυναμικού, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας ωθείται από τις αυξήσεις των μισθών.
Το πρώτο τρίμηνο του 2015, φαίνεται λοιπόν, ότι συγκροτεί, μαζί με το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνα του 2014, περίοδο προετοιμασίας μιας οικονομικής ανάκαμψης ωθούμενης από τις αυξήσεις του συνόλου των αποδοχών των μισθωτών (και εν τέλει από τις αυξήσεις του μέσου μισθού και του αριθμού των μισθωτών).

Επιδιώκοντας βαθμούς ελευθερίας

Με δεδομένες αυτές τις εξελίξεις, η ελληνική πλευρά θα ήταν καλό να επιδιώκει, στην διαπραγμάτευση με τους «εταίρους», να αποκτήσει βαθμούς ελευθερίας ως προς τη δύνατότητά της να αυξήσει τον κατώτατο μισθό (που αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα στην διαμόρφωση του ύψους του μέσου μισθού) και να περιορίσει την αυθαιρεσία των εργοδοτών που ρίχνει στη ζυγαριά του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων το βάρος των απειλών και της τρομοκρατίας. Η σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, που προβλέπεται στις προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις, θα έχει υποπολλαπλάσια αποτελέσματα σε σύγκριση με την εφάπαξ αύξηση στα 751 ευρώ, διότι θα δοθεί στις επιχειρήσεις η άνεση να προσαρμοστούν κάνοντας χρήση των ευελιξιών και άλλων απορρυθμίσεων της αγοράς εργασίας. Όσο για τις τελευταίες, η διατήρησή τους απειλεί να ακυρώνει κάθε άλλο μέτρο βελτίωσης της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων.
Θα ήταν επίσης καλό, ό,τι συμφωνηθεί στη διαπραγμάτευση να μην στηρίζεται στην άποψη ότι η ελληνική οικονομία έγινε ξαφνικά εξωστρεφής και ότι οι εξαγωγές μπορούν να τη σύρουν σε ανάκαμψη. Δεν ισχύει καθόλου ο ισχυρισμός ότι «η στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό φαίνεται να επιτυγχάνεται το 2013 και το 2014»3. Στη διάρκεια της εφαρμογής του προγράμματος προσαρμογής, όχι μόνο οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών δεν κατέστησαν κινητήρας της ανάπτυξης, αλλά παρουσίασαν και επιδείνωση ως προς την συμβολή τους στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Το εμπορικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκε θεαματικά, όχι όμως επειδή αυξήθηκαν σημαντικά οι εξαγωγές αλλά επειδή το εισόδημά μας συρρικνώθηκε και μαζί με αυτό και οι εισαγωγές.
Αλλά και η ιδέα ότι οι επενδύσεις μπορούν να αποτελέσουν τώρα τον κινητήρα της ανάκαμψης της οικονομίας είναι λανθασμένη: οι επιχειρήσεις διαθέτουν τόσο αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό, ώστε θα ήταν μάλλον απίθανο να προχωρήσουν σε επενδύσεις έως ότου νιώσουν ότι οι παραγγελίες τους σύντομα θα είναι τόσες ώστε δεν θα μπορούν να τις ικανοποιήσουν με το εγκατεστημένο παραγωγικό δυναμικό -και αυτή η στιγμή θα αργήσει ακόμη αρκετά. Εξάλλου στο εξής, και για πολύ χρόνο, κάθε επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να θέτει μεταξύ άλλων και την ερώτηση σε ποιο βαθμό η επένδυση θα επιδεινώσει το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών που θα βρίσκεται για πολύ καιρό ακόμη υπό την αυστηρή επιτήρηση των χρηματιστικών αγορών.

Οι απαιτούμενες αλλαγές

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, στην παρούσα συγκυρία μόνον οι αυξήσεις των μισθών είναι ικανές να αποτελέσουν τον κινητήρα της ελληνικής οικονομίας, χωρίς να οδηγήσουν σε νέες μεγάλες μακροοικονομικές ισορροπίες. Όπως επιβεβαιώνει και η ανάλυση των στοιχείων των τριμηνιαίων Εθνικών Λογαριασμών, η ανάκαμψη της οικονομίας έχει εμφανιστεί ως δυσδιάκριτη μεν, υπαρκτή όμως τάση ωθούμενη από το εισόδημα της μισθωτής εργασίας. Η τάση αυτή πρέπει να ενισχυθεί μέσω διαύλων που μας είναι γνωστοί: εφάπαξ αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, αποκατάσταση των θεσμών ρύθμισης των αγορών εργασίας, επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, περιορισμός της αδήλωτης εργασίας και ανασυγκρότηση της Επιθεώρησης Εργασίας ώστε να αποκτήσει τα μέσα δραστικού περιορισμού της μαζικής παρανομίας σε βάρος του κόσμου της εργασίας. Οι αλλαγές αυτές θα πυροδοτήσουν μια διαδικασία ενάρετων μακροοικονομικών αλληλεπιδράσεων, που θα οδηγήσουν στην οικονομική ανάκαμψη και θα αποκαταστήσουν σε σημαντικό βαθμό τα πλήγματα, την απαξίωση, την τρομοκρατία και τους εξευτελισμούς στους οποίους υποβλήθηκαν οι κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας.

Σημειώσεις:
1. Με στοιχεία διορθωμένα για τις εποχικές διακυμάνσεις της παραγωγής.
2. Ο μέσος μισθός αυξήθηκε επειδή υποχώρησε το ποσοστό ανεργίας. Αυτό δε, μειώθηκε επί τρία συναπτά τρίμηνα επειδή υπήρξε επιβράδυνση της καταστροφής παραγωγικού δυναμικού, επειδή η απασχόληση παρέμεινε σε ολόκληρη τη διάρκεια του 2014 και κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015 σε επίπεδα υψηλότερα από τα αντίστοιχα του 2013, και επειδή υποχώρησε το εργατικό δυναμικό (μετανάστευση, σταθεροποίηση του εισοδήματος των νοικοκυριών από μισθωτή εργασία, ενδεχομένως αποθάρρυνση για αναζήτηση εργασία εξαιτίας της μακροχρόνιας παραμονής στην ανεργία κ.α.).
3. Υπουργείο Οικονομικών: Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων 2015.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet