Δύο νέα βιβλία κυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες για το Πολυτεχνείο και την τελευταία φάση της δικτατορίας γενικότερα. Το ένα είναι το «Όλη νύχτα εδώ» (εκδ. Καστανιώτη), μια πολύ σημαντική συλλογή συνεντεύξεων πρωταγωνιστών του Πολυτεχνείου τις οποίες πήρε ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός και το άλλο το «Στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μια μαρτυρία για τα χρόνια της δικτατορίας» (εκδ. Πόλις) μια πολύ ενδιαφέρουσα αφήγηση του εκ των πρωταγωνιστών στην εξέγερση της Νομικής, Γιάννη Σεργόπουλου.

Αυτό που ονομάζουμε «Πολυτεχνείο», εγκλωβίζεται, συνήθως, όπως έχει ήδη καίρια επισημανθεί, σε ένα δίωρο καταστολής. Το τανκ, η πόρτα που πέφτει. Οι εικόνες αυτά δείχνουν, αυτά αναπαράγουν. Ωστόσο πρόκειται για ένα τετραήμερο εξέγερσης, από τις 14 μέχρι τις 18 Νοεμβρίου του 1973, με τους κλεισμένους «μέσα» και τους επίσης εξεγερμένους «έξω», οι οποίοι μάλιστα είναι δημογραφικά αδιευκρίνιστοι, και πάντως δεν είναι απαραίτητα φοιτητές.
Επίσης οι «έξω» δεν είναι αναγκαστικά ακριβώς έξω από το Πολυτεχνείο. Υπάρχουν φυσικά πολλοί που βρίσκονται εκεί, όμως οδοφράγματα είχαν στηθεί σε πολλά σημεία του κέντρου, αυτοκίνητα και λεωφορεία είχαν αναποδογυριστεί. Ωστόσο, όπως γράφει και ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός, το κτίριο του Πολυτεχνείου, στη συλλογική μνήμη, έχει αναχθεί ως το απόλυτο «κέντρο» των γεγονότων ενώ ελάχιστα γεγονότα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία έχουν τόσο πολύ ταυτιστεί με ένα κτίριο. Όπου στην πραγματικότητα μπήκαν φοιτητές όλων των σχολών, με τους πρώτους που κατεβαίνουν να είναι του Φυσικομαθηματικού, της Νομικής και της Ιατρικής αλλά να προστίθενται διαρκώς και άλλοι, καθώς όλες οι σχολές, εκείνη την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου, πραγματοποιούσαν γενικές συνελεύσεις.
Το ότι το πράγμα επικεντρώθηκε στην καταστολή, το ότι επίσης οι εντός του Πολυτεχνείου ελάχιστη πληροφόρηση είχαν για το τι γινόταν έξω, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά, καθώς και το ότι η πληροφόρηση ήταν ούτως ή άλλως είδος εν ανεπαρκεία την εποχή εκείνη, όλα αυτά συνετέλεσαν στο να υπάρχει ασάφεια ως προς τον αριθμό των συμμετεχόντων και κυρίως των νεκρών, των τραυματιών και των συλληφθέντων. Βέβαια τώρα το ζήτημα θεωρείται αποσαφηνισμένο, έστω κι αν πήρε πάνω από τρεις δεκαετίες για να γίνει πλήρης (;) ταυτοποίηση των θυμάτων. Έχουν γραφτεί κείμενα – με προεξάρχον το εκτενές κείμενο του ιστορικού Λεωνίδα Καλλιβρετάκη «Πολυτεχνείο 1973 – Το ζήτημα των θυμάτων», που δημοσιεύτηκε το 2004 από τις εκδόσεις Φιλιππότη, στον τόμο «Πολυτεχνείο ’73. Ρεπορτάζ με την Ιστορία (επιμέλεια: Γιώργος Γάτος). Και ξέρουμε (με την επιφύλαξη ότι τα θύματα μπορεί να είναι περισσότερα), ότι οι νεκροί είναι 24, οι τραυματίες 1.103 και οι συλλήψεις έφτασαν τις 2.060, από τις οποίες οι 866 πραγματοποιήθηκαν κατά τη βίαιη εκκένωση του Πολυτεχνείου τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου από μονάδες καταδρομέων-αλεξιπτωτιστών και τεθωρακισμένων.
Από τους 1.103 τραυματίες, τώρα, οι 124 χτυπήθηκαν από σφαίρες. Αρκετοί έφαγαν σφαίρα και από την ταράτσα του παρακείμενου υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Άλλοι από πυρά αστυνομικών και στρατιωτικών στο έδαφος. Όλοι αυτοί διακομίζονταν με δυσκολία σε διάφορα νοσοκομεία της Αθήνας, καθώς τα ασθενοφόρα δεν είχαν εύκολη πρόσβαση. Όπως εύγλωττα σημειώνει και πάλι ο Ιάσονας Χανδρινός, τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1973, τουλάχιστον με βάση τη στατιστική, αποτελούν το βιαιότερο εξεγερσιακό γεγονός της νεότερης ελληνικής ιστορίας μετά τα Δεκεμβριανά.
Το βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, είναι μια σπουδαία δουλειά του νεαρού ιστορικού. Περιέχει κοντά στις 85 εκτενείς συνεντεύξεις, η λήψη και η επεξεργασία των οποίων διήρκεσε σχεδόν 10 χρόνια. Ο Χανδρινός πήρε τις συνεντεύξεις, έδωσε τα κείμενα για τελική επεξεργασία και έγκριση στους συνεντευξιαζόμενους, αφαίρεσε τις δικές του ερωτήσεις και μαζί με μια εκτενή δική του εισαγωγή 35 σελίδων, ένα πολύ κατατοπιστικό ενδεκασέλιδο χρονολόγιο γεγονότων καθώς και αναλυτικό ευρετήριο, μας προσφέρει ένα βιβλίο οκτακοσίων σχεδόν σελίδων, σημαντικό από πολλές απόψεις.
Γιατί μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι έχουν γραφτεί πολλά για τα γεγονότα αυτά, ότι είναι τόσοι και τόσοι που κατά καιρούς τα αφηγήθηκαν στις εφημερίδες, που δεν έχουμε να μάθουμε πολλά ακόμα. Κι όμως! Το γεγονός ότι πρώτη φορά γίνεται μια τέτοια συστηματική έρευνα, ότι έχει εχέγγυα επιστημονικά και όχι δημοσιογραφικά, ότι ο επιμελητής του τόμου αναζήτησε όχι μόνο τους πιο προβεβλημένους αλλά και τους πολλούς εκείνους που συμμετείχαν χωρίς να δώσουν κάποια συνέχεια σε αυτό, το ότι γενικότερα αναζήτησε και μαρτυρίες ανθρώπων που δεν διαμόρφωσαν την κυρίαρχη αφήγηση γύρω από τα γεγονότα – αφήγηση, η αυθεντικότητα της οποίας διεκδικήθηκε τόσο από μεμονωμένα άτομα όσο και από κομματικές οργανώσεις διαφόρων τάσεων –, όλα αυτά προκαλούν ρήγματα στα στερεότυπα και εμπλουτίζουν, αν δεν επαναπροσδιορίζουν, την ιστορική αλήθεια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 84 συνολικά μαρτυρίες οι 19 αφορούν σε ανθρώπους που κινήθηκαν εκτός του χώρου του Πολυτεχνείου και μάλιστα από τους 19 αυτούς, οι 7 τραυματίστηκαν από σφαίρες. Περιττό να πούμε ότι οι περισσότερες αφηγήσεις είναι συγκλονιστικές και στα μάτια ενός ουδέτερου παρατηρητή, σημερινού αναγνώστη, σχεδόν μυθιστορηματικές. Ο τότε ασκούμενος δικηγόρος Δημήτρης Παπαζήσης, για να πάρουμε ένα τυχαίο παράδειγμα, που δεν βρέθηκε μέσα στο Πολυτεχνείο αλλά παρακολουθούσε από κοντά και εντέλει συμμετείχε ενεργά, κεντρώας προέλευσης και μετά ΠΑΣΟΚ, είδε μπροστά του τον τραυματισμό του Γιάννη Κουτσοχέρα, που πήγε να προστατεύσει άλλους -μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Παπαζήση-, χτυπήθηκε και εντέλει έχασε το μάτι του. Ο Δημήτρης Παπαζήσης, όμως, παραλίγο να χάσει και αυτός το πόδι του, όταν πήγε να μαζέψει τραυματία και έφαγε και αυτός σφαίρα. Ήταν ένα σημείο στη γωνία Πατησίων και Αβέρωφ, στο φανάρι της νησίδας, όπου έπεφταν τα παιδιά γιατί εκεί υπήρχε οπτική επαφή από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Πήγε και εκείνος να μαζέψει ένα τραυματία, έφαγε σφαίρα στο πόδι, σφύριζαν δίπλα του κι άλλες σφαίρες, αφού κάποιοι ήθελαν να τον αποτελειώσουν. Προστάτευε μόνο το κεφάλι του με τα χέρια, μη μπορώντας να κουνηθεί. Κάποιοι εντέλει τον απομάκρυναν από κει, τον έβαλαν στο Πολυτεχνείο, τον πήγαν στο ιατρείο, από εκεί στο Πρώτων Βοηθειών (όπου αναγνώρισε και μία αστυνομικό με πολιτικά που ψάρευε πληροφορίες και ονόματα, κατόπιν στο «Ρυθμιστικό» και μετά στο ΚΑΤ. Στο «Ρυθμιστικό», μόλις έβγαιναν από το ασθενοφόρο και στους διαδρόμους, αστυνομικοί με πολιτικά τους βαρούσαν με κλομπ. Ο τραυματιοφορέας αναγκάστηκε να δώσει σπρωξιά στο φορείο να φύγει με φόρα. Και μετά, όταν αποφάσισαν να τον μεταφέρουν στο ΚΑΤ, έβγαλαν το φορείο από το παράθυρο για να μην ξαναπεράσει από τους διαδρόμους. Στο ΚΑΤ διαπιστώθηκε ότι από τις καθυστερήσεις είχε πάθει θρόμβωση και σηψαιμία, τελευταία στιγμή όμως το πόδι του σώθηκε και δεν το έκοψαν.


Και λίγα κάναμε…


Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε όμως και ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για την ίδια περίοδο. Είναι η μαρτυρία του Γιάννη Σεργόπουλου, φοιτητή της Νομικής (μπήκε στη σχολή το 1968) ο οποίος συμμετείχε ενεργά και στο Πολυτεχνείο, κυρίως όμως στα γεγονότα της Νομικής που προλείαναν το έδαφος το Φεβρουάριο του 1973, πληρώνοντας σημαντικό τίμημα για τη δράση του. Καθώς είχε μια τριετία σχεδόν διαρκούς αντιστασιακής δράσης, ξεκινώντας από μικρούς πυρήνες και από συλλόγους φοιτητών κοινής καταγωγής (λ.χ. συλλόγους Αρκάδων, Κρητών κ.λπ.), μετά με ενεργό συμμετοχή στις πρώτες συγκεντρώσεις που με κάθε προφύλαξη – ανοιχτές αλλά σε ημέρα και ώρα που καθορίζονταν τελευταία στιγμή – πραγματοποιούνταν στα σκαλιά της Νομικής στην αίθουσα Σαριπόλων, είχε μπει στο στόχαστρο της Ασφάλειας. Χωρίς ούτε αυτός να έχει ενταχθεί σε παράταξη της Αριστεράς, βαθιά δημοκράτης από πατέρα δεξιό (περιγράφει ωραία και την ιστορία ρήξης και συμφιλίωσης μαζί του), κατά της βίας ως μεθόδου αντίστασης, πρωταγωνίστησε στα γεγονότα της Νομικής και υπήρξε από τους 10-20 που θεωρήθηκαν ηγετική ομάδα των εξεγερμένων και συνελήφθησαν. Συνελήφθη μυθιστορηματικά μέρα μεσημέρι στην οδό Ακαδημίας, καθώς περπατούσε στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής, όταν αυτοκίνητο της Ασφάλειας σταμάτησε και τον πήρε σηκωτό. Προσήχθη στη Μεσογείων και από εκεί παραδόθηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ δίπλα στην αμερικανική πρεσβεία (με διοικητή τον Νικ. Χατζηζήση) όπου βασανίστηκε επανειλημμένα για μήνες. Ενδιάμεσα γνώρισε εξευτελισμούς και βασανισμούς και σε άλλα κέντρα κράτησης, λ.χ., στο διαβόητο ΚΕΣΑ (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας) όπου διοικητής ήταν ο ίδιος ο Δημήτρης Ιωαννίδης και βασανιστής ο στρατονόμος Νίκος Καίνιχ (με καταγωγή από τους Βαυαρούς του Όθωνα). Απελευθερώθηκε με τη γενική αμνηστία. Οι περιγραφές του Γιάννη Σεργόπουλου στο βιβλίο («Στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μια μαρτυρία για τα χρόνια της δικτατορίας», εκδ. Πόλις) είναι πολύ γλαφυρές και ταυτόχρονα ουσιαστικές και ψύχραιμες, δίνοντας συνολικά το κλίμα της εποχής. Συχνά αναρωτήθηκε αν όλα αυτά άξιζαν τον κόπο, ακόμα και τότε, όταν λ.χ. τον μετέφεραν με περιπολικό και περνούσαν μπροστά από τους ανυποψίαστους Κολωνακιώτες που εξακολουθούσαν να ζουν αμέριμνα χωρίς να έχουν ιδέα για το μαρτύριο του κρατουμένου που περνούσε ανάμεσά τους. Καταλήγει όμως σήμερα ότι «λίγα κάναμε». Και ότι «έπρεπε να φανούμε ακόμα πιο πείσμονες στον αγώνα μας για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, για τη δημοκρατία, για την πατρίδα και την ελευθερία».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet