Του Παναγιώτη Στάθη*

Οι ιστορικές επέτειοι εξαντλούνται συνήθως στην εθνική κατήχηση και στην απόδοση τιμών στους ήρωες προγόνους. Η επανάσταση του 1821 συνιστά τον κύριο σταθμό διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους και την ιδρυτική πράξη συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Από αυτή την άποψη, κινούμαστε ακόμη στον αστερισμό της κοσμοαντίληψης την οποία παρήγαγε. Η επέτειος των 200 χρόνων είναι μια ευκαιρία ιστορικής επαναπροσέγγισης της Επανάστασης, αναστοχασμού της μετέπειτα πορείας της ελληνικής κοινωνίας και, συνακόλουθα, μιας ανοιχτής συζήτησης για το παρόν και το μέλλον της, για τις προσδοκίες των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και τις δυνατότητες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.
Μια σοβαρή οργάνωση των παραπάνω θα απαιτούσε έναν προγραμματισμό δεκαετίας, καθώς θα έπρεπε να περιλάβει ερευνητικά προγράμματα υποδομής (συγκρότηση βιβλιογραφίας, ευρετηριάσεις πηγών και κειμένων, διαδικτυακή ενοποίηση ευρετηρίων, διαδικτυακή ενοποιημένη πρόσβαση σε πηγές και ιστοριογραφικά έργα, δημοσίευση ανέκδοτων πηγών, μετάφραση και έκδοση ξενόγλωσσων αρχειακών πηγών και κειμένων –οι ελλείψεις στις ρωσικές και τις οθωμανικές πηγές είναι μεγάλες–, χρηματοδότηση ατομικών και συλλογικών ερευνών και μελετών, προσανατολισμένων ιδιαίτερα σε πεδία λιγότερο μελετημένα, οργάνωση συνεδρίων). Θα έπρεπε επίσης να περιλάβει συζήτηση και επανεξέταση της δημόσιας ιστορίας της Επανάστασης και ειδικότερα την αναμόρφωση των σχετικών σχολικών προγραμμάτων σπουδών, την έκδοση εγχειριδίων, ή ακόμη και τη δημιουργία ενός σύγχρονου ιστορικού μουσείου της Επανάστασης: είναι ενδεικτικό της σύγχρονης ελληνικής ιδεολογίας ότι δεν υπάρχει δημόσιο μουσείο για την Επανάσταση, καθώς το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο ανήκει στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία.
Οι ευθύνες της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην καθυστέρηση του προγραμματισμού διοργάνωσης της επετείου είναι μεγάλες και η οικονομική κρίση δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Άλλωστε, η ολοκληρωμένη πρόταση για την αναμόρφωση των προγραμμάτων σχολικής ιστορίας, την οποία έγκαιρα έκανε επιτροπή ειδικών επιστημόνων που συστάθηκε από το υπουργείο Παιδείας δεν υλοποιήθηκε ποτέ, ούτε πειραματικά.

Συντηρητική και εθνοκεντρική προσέγγιση

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έσπευσε, ορθώς, να θεσπίσει τον εορτασμό της επετείου. Ωστόσο, οι στόχοι της σύστασης της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» υποδηλώνουν μια απολύτως συντηρητική, εθνοκεντρική προσέγγιση της ιστορίας και μια πρόθεση αυταρχικής επιβολής της, που παραπέμπουν περισσότερο στη μετεμφυλιακή περίοδο, παρά σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία που ζει και δρα σε έναν ολοένα και πιο διεθνοποιημένο κόσμο. Όπως περιγράφεται στο σχετικό νόμο, στόχοι της Επιτροπής είναι η «ανάδειξη των αξιών του ελληνικού έθνους, του πολιτισμού και της ιστορίας», «η ανάδειξη των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και ιδιαιτεροτήτων της Ελλάδος» και «η δημιουργία ενιαίας εικόνας (branding) της χώρας και των φορέων του ελληνικού κράτους». Στο νομοσχέδιο, μάλιστα, προβλεπόταν και «η ανάπτυξη εθνικού αφηγήματος της Ελλάδας», φράση που τελικά αποσύρθηκε. Τίποτε από αυτά, όμως, δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ενιαίο, ούτε πρέπει να υποταχθεί σε μια εθνικιστική ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας. Αλλά οι διατυπώσεις του νόμου μοιάζει να απηχούν περισσότερο μια ρεβανσιστική διάθεση της πιο συντηρητικής πτέρυγας της Δεξιάς απέναντι στις απειλές που δέχθηκε η ηγεμονία της συντηρητικής νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, κυρίως στην τελευταία δεκαετία.
Οι ομιλίες του προέδρου της Βουλής, Κώστα Τασούλα, του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και της διορισθείσας προέδρου της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», Γιάννας Αγγελοπούλου είχαν ορισμένα στοιχεία που μοιάζουν ενθαρρυντικά: π.χ. την επανειλημμένη σύνδεση της Ελληνικής Επανάστασης με την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, που υποδηλώνει την πρόσληψη της ως μέρος των φιλελεύθερων κινημάτων της εποχής, καθώς και την έμφαση στη δημοκρατική διάσταση της Επανάστασης και, συνακόλουθα, η αποφυγή της μονοδιάστατης εθνικοαπελευθερωτικής πρόσληψης της. Ενθαρρυντικό, επίσης, στοιχείο ήταν η απουσία σύγκρισης του παρόντος με την «ηρωική» εποχή του Αγώνα, μιας σύγκρισης που επανειλημμένως διατυπωνόταν στο παρελθόν και στην οποία λάνθανε μια αίσθηση κατωτερότητας απέναντι στα «περασμένα μεγαλεία που διηγώντας τα να κλαις». Ταυτόχρονα, όμως, στις προαναφερόμενες ομιλίες προβληματίζει η συχνή χρήση του όρου «παλιγγενεσία», αντί του όρου «επανάσταση» και η αναφορά στην αναγέννηση του «πεπτωκότος έθνους», που υποδηλώνουν την εμμονή στην εθνική συνέχεια. Εξάλλου, σε φράσεις του τύπου «να αναλογιστούμε τι πετύχαμε και τι χάσαμε» (υπογραμμίζω το πρώτο πληθυντικό) λανθάνει μια αντίληψη ενιαίας ελληνικής κοινωνίας και υποστασιοποίησης του ελληνικού έθνους. Η ελληνική κοινωνία δεν ήταν και δεν είναι ομοιογενής και ομοιόμορφη. Για τούτο και οι προκύπτουσες διαφορετικές αφηγήσεις και ερμηνείες του παρελθόντος αντανακλούν διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, κουλτούρες και ιδεολογίες. Από αυτή την άποψη, είναι θετική η διακηρυγμένη πρόθεση της Γιάννας Αγγελοπούλου να συμμετέχουν ενεργητικά και να συμβάλουν όλοι οι Έλληνες στο διάλογο για τον εορτασμό της επετείου και στη συζήτηση γα την ιστορία της Επανάστασης. Εδώ όμως είναι απαραίτητη μια κρίσιμη επισήμανση: δεν έχουν όλες οι αφηγήσεις την ίδια εγκυρότητα. Παρά τις ζωντανές αντιπαραθέσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας και τον αναγκαίο πλουραλισμό των ιστοριογραφικών προσεγγίσεων, η εξέλιξη της ελληνικής ιστορικής επιστήμης είναι σε θέση να αποκλείει ξεπερασμένες πλέον και μονοδιάστατες εθνικιστικές ερμηνείες του ‘21 και, γενικότερα, της ελληνικής ιστορίας.

Προβληματική σύνθεση της Επιτροπής

Ερωτήματα προκαλούν ορισμένα ζητήματα που αφορούν στη σύνθεση της Επιτροπής «Ελλάδα 2021». Η επιλογή της Γιάννας Αγγελοπούλου σχετίζεται προφανώς με τη θεώρηση ως πετυχημένου του έργου της στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, μολονότι έχουν εκφραστεί και σοβαρές αντιρρήσεις γι’ αυτή την αποτίμηση. Εάν, ωστόσο, επιλέχθηκε με κύριο κριτήριο τις εντυπωσιακές τελετές των Ολυμπιακών αγώνων και ιδιαίτερα αυτές της έναρξης και της λήξης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διοργάνωση της επετείου της Επανάστασης χρειάζεται πολύ περισσότερα και πιο σύνθετα πράγματα από εντυπωσιακές φιέστες, όσο καλλιτεχνικά άρτιες και αν είναι.
Η εκκλησία αποτελεί το μόνο διακριτό θεσμό που συμμετέχει με εκπρόσωπο της στην Επιτροπή (η Ακαδημία προφανώς συνιστά διαφορετική περίπτωση). Η επιλογή αυτή υποδεικνύει την αδυναμία της συντηρητικής παράταξης να ξεφύγει από τον εναγκαλισμό με την ορθόδοξη εκκλησία, αλλά προκαλεί και ανησυχία για την προσπάθεια επιβολής μιας εθνικής ταυτότητας με κύριο πυλώνα το ορθόδοξο δόγμα. Στα σύγχρονα ανεξίθρησκα κράτη η θεσμική εμπλοκή θρησκευτικών οργανισμών σε κατεξοχήν πολιτικές επετείους δεν έχει καμιά εύλογη δικαιολογία.
Ερωτήματα επίσης γεννά η υποεκπροσώπηση στην Επιτροπή ιστορικών και, ιδιαίτερα, ιστορικών με ερευνητική ειδίκευση στην ιστορία της Επανάστασης. Επίσης η υπερεκπροσώπηση αθροιστικά των χώρων των θετικών επιστημών, των τεχνών και των επιχειρήσεων συγκριτικά με τις κοινωνικές επιστήμες απηχεί προφανώς την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί αριστείας, με τη θεοποίηση των εννοιών της καινοτομίας, της επιχειρηματικότητας και της ιδιωτικής οικονομίας. Εξάλλου, αντίθετη στις διακηρύξεις περί πλουραλισμού είναι η μικρή συμμετοχή στην Επιτροπή προσώπων από την Αριστερά. Η υπαγωγή της Επιτροπής απευθείας στον πρωθυπουργό μπορεί να θέλει να υποδηλώσει τη μεγάλη σημασία που δίνει στην επέτειο, υποδεικνύει όμως και μια ισχυρή διάθεση συγκεντρωτισμού. Η δημοκρατική αρχή θα επέβαλε η επιτροπή διοργάνωσης μιας τόσο σημαντικής επετείου να υπαχθεί στον αντιπροσωπευτικότερο θεσμό της Βουλής. Τέλος, η πολυπρόσωπη και ανόμοια σύνθεση της Επιτροπής σε ό,τι αφορά τόσο την επαγγελματική προέλευση, όσο και τις χώρες που ζουν τα μέλη της, αποτελεί μάλλον ένα στοίχημα για την οργανωτική και διευθυντική της αποτελεσματικότητα. Δίνει την εντύπωση του πλουραλισμού, αλλά διατρέχει τον κίνδυνο να αποτελέσει απλώς μια τιμητική επιτροπή και το βάρος της οργάνωσης να πέσει σε λίγα πρόσωπα ή και σε άλλα όργανα.
Σε κάθε περίπτωση, το έργο της Επιτροπής μένει να κριθεί. Σημαντικό μέτρο της κριτικής θα είναι πόσο χώρο θα δώσει στο «ασεβές του ερευνητικού λόγου» που αποτελεί «προϋπόθεση της έρευνας», όπως έγραψε πρόσφατα ο Αντώνης Λιάκος, και, επεκτείνοντας το, πόσο χώρο θα δώσει και στο «ασεβές» των εκδηλώσεων, μολονότι οι πρόσφατες αντιδράσεις στην παρέμβαση αλά silly walk των κοριτσιών στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν δημιουργούν ευοίωνες προσδοκίες.

* Ο Παναγιώτης Στάθης είναι ιστορικός
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet