Στράτης Μυριβήλης «Στη χώρα των αγαλμάτων», Εισαγωγή-Επιμέλεια: Παντελής Μπουκάλας, εκδ. Εστία 2019, σελ. 223

Στράτης Μυριβήλης «Μικρές φωτιές», Επιμέλεια: Παντελής Μπουκάλας, Επίμετρο: Μάριος Κυπαρίσσης-Μώρος, εκδ. Εστία 2019, σελ. 109

Έγραφε ο αείμνηστος λογοτεχνικός κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου, για τον Στράτη Μυριβήλη και τη Ζωή εν Τάφω, που δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη γραφή το 1924 και έκανε νέα έκδοση το 1930: «Ήταν ένας αδιαμφισβήτητα μεγάλος πεζογράφος. Η Ζωή εν Τάφω ήταν βιβλίο ασύγκριτα καλύτερο και από τα αντίστοιχα των Ρ. Ντορζελές (Ξύλινοι σταυροί στο μέτωπο - 1932) και Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (Ουδέν νεότερον από το δυτικό μέτωπο -1930). Έγραφε όμως επίσης: «Θα μου επιτραπεί να υποστηρίξω -διατηρώντας, κατά τ’ άλλα, όλο τον σεβασμό μου- ότι αν οφείλομε να μην αμφισβητήσομε τον πεζογράφο Μυριβήλη, τον θεωρητικό του λόγο μπορούμε να τον παραμερίσομε, χωρίς απώλειες».
Αυτή είναι η περίπλοκη περίπτωση του Στράτη Μυριβήλη, που αγαπήθηκε από το κοινό και που έχει απασχολήσει τις εφημερίδες και την κριτική τόσο για τη μεγάλη του ικανότητα ως πεζογράφου όσο και για τις πολιτικές του αντιφάσεις, έως και ακρότητες, που τον οδήγησαν από την υπεράσπιση των κεντροαριστερών, πολύ προοδευτικών για την εποχή τους, θέσεων του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, στην αγκαλιά των φυλετικών ιδεολογιών που γιγαντώθηκαν τη δεκαετία του ’30 και συνέχισαν τη διαδρομή τους, παρότι ηττημένες, και μεταπολεμικά.
Ευκαιρία να τα ξαναδούμε όλα αυτά είναι η έκδοση δύο βιβλίων από την Εστία που έχουν αξία: το ένα είναι η μοναδική του και μάλλον ξεχασμένη ποιητική συλλογή «Μικρές φωτιές» η οποία κυκλοφόρησε μέσα στην Κατοχή (1942) και που, σύμφωνα με τον Μάριο Κυπαρίσση-Μώρο, που έγραψε το επίμετρο, θα πρέπει να την δει κανείς ως τη «λυρική» πλευρά του συγγραφέα, μαζί με το πεζογράφημα «Το τραγούδι της Γης» που κυκλοφόρησε πέντε χρόνια πριν (1937). Η συλλογή αυτή, λέει ο ίδιος, μπορεί επίσης να ειδωθεί παράλληλα με δύο έργα του Ελύτη, το «Ήλιος ο πρώτος» και «Καλωσύνη στις λυκοποριές», της ίδιας περίπου περιόδου.
Το άλλο είναι η «Χώρα των αγαλμάτων», ανθολογία από τα τέσσερα «χρωματιστά» -όπως λέγονται- βιβλία, δηλαδή τις τέσσερις συλλογές διηγημάτων που είχαν κυκλοφορήσει με τίτλους «Το πράσινο βιβλίο» (1936), «Το γαλάζιο βιβλίο» (1939), «Το κόκκινο βιβλίο» (1952) και «Το βυσσινί βιβλίο» (1959). Στο νέο βιβλίο περιέχονται τα 12 από τα 56 συνολικά διηγήματα των ανθολογημένων τόμων και η επιλογή έχει γίνει από τις Χριστίνα Αγγελοπούλου, Λενιώ Μυριβήλη και Εύα Καραϊτίδη.
Και τα δύο βιβλία τα έχει επιμεληθεί ο Παντελής Μπουκάλας, ο οποίος έχει γράψει και εισαγωγή στο ένα από αυτά, στην ανθολογία «Στη χώρα των αγαλμάτων». Και τα δύο βιβλία αποτελούν πολύ κομψές εκδόσεις, με εκτενή εισαγωγή ή επίμετρο. Βασικός και δεδηλωμένος στόχος τους είναι να γνωρίσουν τις λιγότερο γνωστές πλευρές του Μυτιληνιού συγγραφέα στις νεότερες γενιές, γι’ αυτό και έχει επιλεγεί το μονοτονικό σύστημα, καθώς και μια κάποια προσαρμογή της ορθογραφίας στη γραμματική Τριανταφυλλίδη, την ώρα που οι τέσσερις συλλογές διηγημάτων θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν κανονικά, στο πολυτονικό και με την αρχική τους ορθογραφία.

Ελληνικότητα, κάτι σπουδαιότερο από φυλή

Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι εύκολο να κρίνει κανείς με σημερινά μέτρα τις πολιτικές αντιθέσεις και τον ιδεολογικό πολτό της δεκαετίας του ’30, αν και η εποχή μας μοιάζει να επιστρέφει σε ένα βαθμό σε αυτόν. Παρόλα αυτά, για να έχουμε μια κάπως καλύτερη εικόνα για τα γραπτά του Μυριβήλη εκείνης της εποχής είναι καλό να τα τοποθετήσουμε στη χρονολογική τους θέση. Ξέροντας, μάλιστα, ότι τα καλύτερα μυθιστορήματά του, τα αντιπολεμικά διαμάντια «Η Ζωή εν Τάφω» και «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» -που και αυτό αφορά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραλληλίστηκε με τον «Γυρισμό» του Ρεμάρκ- έχουν ήδη γραφεί. Το ίδιο και ο επίσης γνωστότατος «Βασίλης ο Αρβανίτης», του οποίου πάντως η τρίτη και οριστική έκδοση κυκλοφόρησε το 1943, προσαρμοσμένη στο αίτημα της «ελληνικότητας», όπως λέει η Αγγέλα Καστρινάκη στο βιβλίο της «Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950» (Πόλις).
Ο Δημήτρης Τζιόβας, στο βιβλίο του «Ο μύθος της γενιάς του Τριάντα» (Πόλις) υποστηρίζει πάντως ότι η στροφή προς το λαϊκό πολιτισμό στο έργο του Πρεβελάκη ή του Μυριβήλη, όπου «επικουρεί τον όψιμο αντικομμουνισμό και φυλετισμό του», είναι διαφορετική από τη λαϊκότητα που ανακαλύπτουν στον Θεόφιλο ο Σεφέρης και ο Ελύτης.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ορμώμενος και από το προαναφερθέν μυθιστόρημα του Μυριβήλη «Το τραγούδι της Γης» (1937), υποστηρίζει μια γαιολατρική προσέγγιση της ελληνικότητας. «Από τη γη μας θα διδαχθούμε το πνεύμα μας, την πρωταρχική μορφή του πολιτισμού μας. Η συνείδηση της γης μας είναι η συνείδηση του εαυτού μας». Η διαφορά ανάμεσα σε Τσάτσο και Σεφέρη στο θέμα αυτό, λέει ο Τζιόβας, είναι ότι ο πρώτος βλέπει την ελληνικότητα ως ζήτημα καταγωγής και γνησιότητας, ενώ ο δεύτερος ως ζήτημα ανασύνθεσης και διαρκούς ανασυγκρότησης. «Η θεώρηση της πνευματικής παράδοσης ως εδαφικής οντότητας αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια επιβίωση του γεωγραφικού μεγαλοϊδεατισμού. (…) Η μετέπειτα πορεία και η αυξανόμενη συντηρητικοποίηση των Καραντώνη, Μυριβήλη και Τσάτσου δείχνει τη διαφορετική αφετηρία και τη βαθύτερη διαφορά αντιλήψεων που τους χώριζε από τους φιλελεύθερους της γενιάς τους, όσον αφορά τη θεώρηση του Ελληνισμού και της ελληνικότητας. Στην πρώτη περίπτωση, των συντηρητικών ελληνοκεντρικών, η ελληνικότητα είναι δεδομένη εκ προοιμίου, άχρονη ουσία και δωρεά, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, των φιλελεύθερων (σ.σ. με προεξάρχοντα τον Θεοτοκά, αλλά και τους Ελύτη, Σεφέρη), διαρκής ανασύνθεση και αναδιαπραγμάτευση». Οι τελευταίοι «δεν αποσυνδέουν βέβαια την ελληνικότητα από γεωγραφικούς ή τοπιογραφικούς προσδιορισμούς, όπως δείχνει η επιμονή τους στην ιδιαιτερότητα του τοπίου, αλλά φιλτράρουν τα πάντα μέσα από ένα αισθητικό φίλτρο και επιμένουν στην πνευματική φυσιογνωμία του Ελληνισμού, απωθώντας τον φυλετικό προσδιορισμό του. Είναι η αρχετυπική αντίληψη που μετατρέπει τον Ελληνισμό σε πνεύμα και αξία, κάτι δηλαδή σπουδαιότερο από φυλή».

«Δεν συγχωρώ τον σκοτωμό ενός ανθρώπου»

Βέβαια τίποτα δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Ένα διήγημα του Μυριβήλη από τα καλύτερά του, εφάμιλλο του αντιπολεμικού εαυτού του στη «Ζωή εν Τάφω», είναι το «Λουλούδι της Φωτιάς» και δημοσιεύεται στο «Κόκκινο βιβλίο» το 1952. Επίσης η ιδεολογική στροφή του δεν τον εμποδίζει να παραμένει φανατικός δημοτικιστής και να υπογράφει, μαζί με άλλους σημαντικούς συγγραφείς και διανοούμενους, υπέρ του Κακριδή μέσα στην Κατοχή.
Ο Ι.Θ. Κακριδής είχε γράψει το βιβλίο «Η ελληνική κλασική παιδεία» σε δημοτική και μονοτονικό! Το πειθαρχικό συμβούλιο της Φιλοσοφικής Αθήνας αποφάσισε την προσωρινή παύση του εν έτει 1942. Ο Στράτης Μυριβήλης συνυπογράφει τότε κείμενο διαμαρτυρίας κατά της δίωξης Κακριδή. Θα έλεγε κανείς ότι η υπεράσπιση -μεταξύ άλλων- του δικαιώματος του Κακριδή να χρησιμοποιεί μονοτονικό, δικαιολογεί απόλυτα και τη σημερινή προσαρμογή των κειμένων του Μυριβήλη στο ίδιο τονικό σύστημα.
Τέλος, για να ψηλαφίσουμε και το πότε ακριβώς κάνει ο Μυριβήλης ιδεολογική στροφή, θα πρέπει να σταθούμε σε μια μικρή αντίφαση. Η μελετήτρια του έργου του Μυριβήλη, Νίκη Λυκούργου, λέει ότι η αντίθεσή του προς την κομμουνιστική ιδεολογία ήταν δηλωμένη ρητά ήδη από το 1930.
Σε συνέντευξή του ωστόσο προς τον Κωστή Μπαστιά (ο οποίος τότε ήταν πολύ κοντά στη Δημοκρατική Ένωση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου), που δημοσιεύτηκε στις 29-4-1932 στο περιοδικό «Εβδομάς» (και την βρίσκουμε σε τόμο των εκδόσεων Καστανιώτη με εισαγωγή και επιμέλεια του Αλέξη Ζήρα), υπάρχει και ο εξής διάλογος δημοσιογράφου και συνεντευξιαζόμενου (με κάποιες αλλαγές στην ορθογραφία):
« - Το κοινωνικό πρόβλημα υπάρχει στο έργο σας;
- Όσο μπορεί να παρουσιασθεί μόνο του από τους ανθρώπους και τα πράγματα. Προθέσεις εγώ δεν έχω. Μπορεί ο ίδιος να είμαι αριστερός, αλλά δεν νομίζω πως η τέχνη μου πρέπει να υπηρετήσει μια πολιτικήν ιδεολογία. Ζωή φτιάνω με το έργο μου, τίποτε άλλο.
- Είπατε ότι είσαστε αριστερός. Εννοείτε κομμουνιστής;
- Τι να σας πω. Σιχαίνομαι όσο λίγοι τη σημερινή κατάσταση και λιγοστοί όσο εγώ ποθούνε την αλλαγή. Για καμιά σκοπιμότητα δεν συγχωρώ τον σκοτωμό ενός ανθρώπου. Η βία μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Γι’ αυτό είμαι αριστερός, αλλά έχω αντιρρήσεις ως προς μερικούς τρόπους για την επιβολή ιδεών. Βέβαια δεν μπορώ να πω πως τα συνθήματα που δίνει αυτή την ώρα η Δημοκρατική Ένωσις είναι κείνα που χρειάζονται. Νομίζω όμως ότι με λίγη αποφασιστικότερη τακτική, με πιο θερμή και ξεκαθαρισμένη στάση όλα γίνονται. Κι αυτό περιμένω, κι αν το βρω, θα δίνω πάντα τη συνδρομή μου σαν στρατιώτης που αγωνίζεται για το καλύτερο».

Μανώλης Πιμπλής
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet