Η αναθεωρητική Βουλή, που θα ολοκληρώσει το έργο της μετά το πέρας της συζήτησης στην Ολομέλεια και την ψήφιση, ακολούθως, των αναθεωρητέων άρθρων του Συντάγματος αύριο Δευτέρα 25 Νοεμβρίου, οδεύει να μείνει στην ιστορία ως η απεμπόληση, με ευθύνη της κυβέρνησης, μιας μεγάλης ευκαιρίας να αποκτήσει η χώρα ένα σύγχρονο, προοδευτικό Σύνταγμα, ικανό να εμφυσήσει νέο πνεύμα στον νομικό και πολιτικό πολιτισμό της χώρας.
Στην χορεία των πολλών χαμένων ευκαιριών που θα μπορούσαν, αν υλοποιούνταν, να προσδώσουν αυτή τη νέα ποιότητα στον θεμελιώδη νόμο του κράτους (συνταγματική κατοχύρωση, π.χ., της προστασίας της εργασίας, της ίσης αμοιβής για ίση εργασία αδιακρίτως φύλου και ηλικίας, της απαγόρευσης διακρίσεων βάσει φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, τον εξορθολογισμό των σχέσεων πολιτείας- εκκλησίας, της κοινωνικής προστασίας, της δημόσιας υγείας, του δημόσιου χαρακτήρα αγαθών όπως το νερό, κ.ο.κ.), προτάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης που απορρίφθηκαν από την κυβερνητική πλειοψηφία, ξεχωρίζει αυτό που θα είναι ο μεγάλος χαμένος της συνταγματικής αναθεώρησης: το Άρθρο 32 παρ. 3 του Συντάγματος και η ευκαιρία για μια ουσιαστική θεσμική υπέρβαση στον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η κυβερνητική πλειοψηφία εμφανίζεται αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει την συμφωνημένη αποσύνδεση της προεδρικής εκλογής από τη διάλυση της Βουλής, προς αποφυγή πρόωρων βουλευτικών εκλογών —την οποία αποσύνδεση, υπενθυμίζεται, είχε εισηγηθεί στην προηγούμενη, προτείνουσα Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση—, για να προχωρήσει στη θεσμοθέτηση της εκλογής του Προέδρου με ιδιοτελή, ακραιφνώς παραταξιακή στόχευση. Η πρόταση που, εκτός κοσμογονικού απροόπτου, θα περάσει η κυβερνητική πλειοψηφία, προβλέπει την εκλογή Προέδρου —η οποία τοποθετείται τον Φεβρουάριο, άρα με αυτοδύναμη κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας 158 εδρών— με απλή πλειοψηφία 151 ψήφων στην τέταρτη ψηφοφορία, εάν δεν επιτευχθεί ευρεία πλειοψηφία στις τρεις προηγούμενες, ενώ για την πέμπτη, τελική, ψηφοφορία προκρίνεται σχετική πλειοψηφία επί των παρόντων βουλευτών.
Πρόκειται για κραυγαλέα παραβίαση του θεμελιώδους πνεύματος του Συντάγματος, το οποίο σαφώς επιφυλάσσει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ρυθμιστικό, ενοποιητικό και συμβολικό ρόλο εγγυητή της εύρυθμης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Για επικίνδυνη υπονόμευση του θεσμικού ρόλου του Προέδρου, το κύρος του οποίου παραδίδεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο έλεος του ακραίου ενδεχόμενου να εκλέγεται ακόμη και με μόλις 75 ψήφους.
Θα το αποτολμήσει η κυβερνητική πλειοψηφία;
Έχει ήδη ξεκινήσει να το επιχειρεί όταν, ως αξιωματική αντιπολίτευση στην προηγούμενη Βουλή, υπερψήφιζε μεν τότε την πρόταση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για την εκλογή Προέδρου με άμεση, αδιαμεσολάβητη προσφυγή στην ψήφο του λαού, αν μετά από έξι ανεπιτυχείς προσπάθειες δεν υπήρχε πλειοψηφία 180 ψήφων, για να περάσει τώρα, ως κυβέρνηση, σε διαμετρικά αντίθετη θέση.
Το εύλογο, κατά την ταπεινή μας γνώμη, επιχείρημα ότι η απευθείας εκλογή από τον λαό χωλαίνει συνταγματικά καθ’ όσον αναβαθμίζει πολιτειακά τον Πρόεδρο και θέτει, έτσι, εν αμφιβόλω τη θεμελιώδη διάκριση του πολιτεύματος —πολιτεύματος προεδρευόμενης και όχι προεδρικής δημοκρατίας— δεν αντέχει ως αντεπιχείρημα υπέρ της μετάβασης στο όλως αντίθετο, δηλαδή στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τη Βουλή (ορθότατα μεν) ακόμη και με σχετική πλειοψηφία (κάκιστα δε).
Αυτή η επιλογή θα υποβαθμίσει στα μάτια των πολιτών την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και των πολιτειακών θεσμών, θα αμφισβητήσει την ειλικρινή προσήλωση στο θεμελιώδες πρόταγμα της Δημοκρατίας, που είναι ο σεβασμός της μειοψηφίας ως συνεγγυητή και συνυπεύθυνου για την τήρηση της δημοκρατικής ομαλότητας, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από ό,τι η ατέλεια της άλλης επιλογής.
Η οποία ατέλεια, σε τελική ανάλυση, θα μπορούσε ενδεχομένως, υπό συνθήκες άλλες από τις παρούσες, να θεραπευτεί (αν δεν προσκρούσει σε μικροκομματικές σκοπιμότητες, και αν έχει τη στήριξη μιας ευρείας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στο όνομα της διαφύλαξης της δημοκρατικής ομαλότητας) εντός εικοσιτετραώρου, με μια ρητή διευκρινιστική προσθήκη στα συναφή άρθρα του Συντάγματος , πιο συγκεκριμένα στο Άρθρο 35, το οποίο ορίζει, επί λέξει, τις «Εξουσίες και [την] ευθύνη από τις πράξεις του Προέδρου».
Θα μπορούσε αυτό να αποτελέσει μια εύλογη λύση; Ναι — αν τα μέχρι στιγμής πεπραγμένα της κυβέρνησης δεν προεξοφλούσαν με βεβαιότητα την παντελή έλλειψη διάθεσης αποδοχής της από την κυβερνώσα πλειοψηφία.
Από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας αύριο Δευτέρα επί του αναθεωρητέου Άρθρου 32 για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό αν η πολιτική ζωή του τόπου θα εισέλθει ή όχι σε μια περίοδο θεσμικής ανωμαλίας. Αναμένεται, άρα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Αλλά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η ψηφοφορία για έναν επί πλέον λόγο. Αν η κυβέρνηση επιμείνει στην υπερψήφιση του τρόπου εκλογής του Προέδρου της επιλογής της, είναι μάλλον βέβαιο ότι δύσκολα θα μπορεί να ελπίζει ότι θα επιτύχει τη συνηγορία της αξιωματικής αντιπολίτευσης –και όχι μόνο αυτής— υπέρ της πρότασής της για την ψήφο των εκτός επικρατείας Ελλήνων. Υπενθυμίζεται ότι, πρώτον, πρόκειται για μια εκκρεμότητα για την συνταγματική άρση της οποίας απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον των 2/3 του συνόλου των βουλευτών και, δεύτερον, ότι την πλειοψηφία αυτή ο κ. Μητσοτάκης φλέγεται να την εξασφαλίσει κατά το δυνατόν πιο διευρυμένη, όχι μόνο για να επιτύχει την νομοθετική κατοχύρωση της ψήφου των εκτός επικρατείας —κατοχύρωση την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε ως «εκ των ουκ άνευ» όρο προκειμένου να συμβάλει, με τις ψήφους της Κ.Ο. του, στη διευρυμένη αποδοχή της πρότασης— αλλά και για να μπορεί να την επικαλεστεί ως δικαιολογία απέναντι στη δυσαρέσκεια των ομογενών (στην ψήφο των οποίων έχει πολλά επενδύσει...) μετά την αθέτηση της διαβεβαίωσής του προς αυτούς ότι θα ισχύσει απαρεγκλίτως η επιστολική ψήφος.

Κωστής Γιούργος
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet