Όταν ήμουν μικρή, στην Κοσμηρά Ιωαννίνων, ανέβαινα κατά το βουνό με τον αδερφό μου, θα ήταν το παιδί δύο χρονών τότε. Και βρήκαμε μία οχιά. Τεράστια ήταν και νεκρή, είχε σφαγμένη την κοιλίτσα της. Εγώ ήξερα τα φίδια τα χτυπάς στο κεφάλι, όχι στη κοιλιά. Με πόνεσε η ψυχή μου.

Αργότερα το έμαθα, η οχιά για να γίνει μάνα, πρέπει να πεθάνει. Τα φιδάκια της της σκίσανε την κοιλιά για να βγούνε στο φως κι εκείνη ξεσκισμένη, κουρελιασμένη, πέθανε πάνω στα νταμάρια. Το δέρμα της είχε ήδη αρχίσει να το ξεραίνει ο ήλιος. Πήρα το παιδί και προχωρήσαμε μακριά από το πτώμα.

Συμπαθέστατα πλάσματα οι οχιές, γεννιούνται σκοτώνοντας τη μάνα τους και πεθαίνουν για να γεννήσουν τα παιδιά τους. Τα οξύμωρα μας κρατούν όρθιους μέσα σε όλο αυτό το απάνθρωπο χάος, έτσι δεν είναι;

Έτσι νομίζω πως είναι.

Κακή σοδιά

Σαν τη Δημοκρατία, που γεννάει φίδια κι εκείνα τη σκοτώνουν, έπειτα παίρνουν τον ρόλο της, βαφτίζονται μικρές δημοκρατίες και πεθαίνουν όταν θα έρθει το νέο αίμα. Κι εκεί είναι ρίσκο, τι νέο αίμα πρόκειται να σκοτώσει το παλιό;

Τώρα ζούμε την κακή σοδιά. Κακή, σα να βγήκε νεκρή από την κοιλιά. Αμείλικτη, βάρβαρη. Ξέρετε πως συμβαίνει με την βαρβαρότητα, φυσικά και ξέρετε, μας τα μαθαίνει αυτά τα φοβερά η ιστορία: Πρώτα χτυπούν τον αδύναμο, μετά τον λιγότερο συμπαθή, μετά όλους. Την γλώσσα, την πέννα, την ελευθερία. Όλα.

Πώς το είπε αυτός ο γελωτοποιός; Να ανοίξουν τα ξερονήσια για τους πρόσφυγες. Μετά καταψήφισε και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ. Κι αυτοί στα ξερονήσια, ποιος θα τους εμποδίσει; Μετά όλοι, έτσι πάει. Πρώτα οι πρώτοι κι έπειτα πρώτοι έσονται οι έσχατοι.

Τώρα περιμένουμε το επόμενο βήμα. Χτύπησαν τον Δημήτρη. Την πέννα, το πνεύμα, ξέρετε τώρα, λογοκρισία. Ανέδειξαν σε αρθογράφους κάτι χυδαία μυαλά που δεν ήθελαν μετανάστες στον ηλεκτρικό, ανέδειξαν σε κυβερνητικούς αξιωματούχους ανθρώπους που ξέρασαν ρατσισμό και τώρα οι υπερασπιστές τους πολεμάνε εξαγριωμένοι τις πέννες που δεν άλλαξαν γραφή.

Γεμίσαμε οχιές

Που λέτε, οι οχιές. Οι οχιές γεννιούνται για να πεθάνουν, όπως όλοι μας, αλλά αυτές θα πεθάνουν στη γέννα κι όμως, επιμένουν να ζευγαρώσουν. Επιμένουν, επιμένουν, γι’ αυτό κι έχουμε ακόμα οχιές.

Συμπαθέστατα πλάσματα οι οχιές, κουβαλούν πάνω τους το βάρος της ιστορίας. Δεν ξέρεις ποτέ τι θα γεννήσουν. Σαν τη Δημοκρατία, αλλά αυτό το έγραψα ήδη, ε;

Γεμίσαμε χαφιέδες. Παντού, σα μολυσμένο σπίτι. Σαν το τέλος του Μακόντο, θυμάστε που έγραφε ο Μάρκες ότι την ημέρα που θα έσβηνε για πάντα από το χάρτη το χωριό Μακόντο, θα ήταν η ημέρα που θα γέμιζαν τα σπίτια σαρκοβόρα, κόκκινα μυρμήγκια; Ε, εμείς γεμίσαμε οχιές.

Τώρα είναι επικίνδυνες, πολύ. Διψούνε για πολεμικές ιαχές και αλληλοεξόντωση δική μας, για να συρθούν έπειτα πάνω στα ζεστά μας αίματα. Εξάλλου, πρώτος νεκρός υπάρχει κι αυτός είναι η δημοσιογραφία: Η ανεξάρτητη, η δυναμική. Πρώτος νεκρός η δημοσιογραφία, γεμίσανε τα γραφεία μας από οχίτσες κι οχίτσες, πες τούτο, κάνε τα’ άλλο.

ΚΙ έπειτα, με κλεισμένα τα αφτιά των πολλών αυτού του κόσμου, ξεκίνησε να γίνεται η δουλίτσα. Όπου’ ναι ο μπιντές εκεί’ ναι κι οι οχιές.

Βάρβαρη περίοδος

Ζούμε μία βάρβαρη περίοδο, άσχημη πολύ. Όποιος μπήκε σε νοσοκομείο το κατάλαβε πριν από τους υπόλοιπους. Τώρα ένας-ένας το μαθαίνουν όλοι. Οι βασικές αρχές παραμένουν αρχές ανέγγιχτες για την ώρα: Να αναπνέεις, να έχεις να φας. Οι προθέσεις, όμως δείχνουν το μέλλον: Πρώτα οι πρόσφυγες στα ξερονήσια, μετά οι ΛΟΑΤΚΙ κάτω από το χαλί, να μην φαίνονται, μετά οι ελεύθερες πέννες και στο τέλος η ανάσα σου και το φαγητό σου.

Ξέρετε, όλοι τα βάζουν με την Κασσάνδρα. Η Κασσάνδρα με τις κακές προβλέψεις της, η Κασσάνδρα με τις κακές ειδήσεις της. Όμως, η Κασσάνδρα είχε πάντα δίκιο. Αν την άκουγε ο Πάρης, θα σωζότανε η Τροία. Αν την είχε ακούσει ο Αγαμέμνονας, θα έσωζε τη ζωή του (και τη δική της). Η Κασσάνδρα, όπως κι η οχιά, πέθανε από τη γέννα της.

Παλιά τα καλοκαίρια βλέπαμε πολλές οχιές, κυρίως στο μπάνιο. Έψαχναν το νερό. Άμα ήξερα τι θάνατος τις περιμένει, δεν θα τις φοβόμουν τόσο.

Όλγα Στέφου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet