Έξι γκολ, έξι τέρματα σ' έξι ζωές...

Οι τελευταίες μέρες του Νίκου Γόδα πριν την εκτέλεσή του στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας


Έχει μπει ο χειμώνας του ’48. Βρέχει ασταμάτητα. Λέει ο Λούβαρης στον Γόδα:
- «Σκέψου να μας πάρουνε, Νίκο, με τέτοια βροχή!
- Δεν θα το ήθελα.
- Γιατί;
- H τσιριμονιά τελειώνει βιαστικά και δεν έχεις την άνεση να δεις τους μακελάρηδες κατάματα. Σαν βρέχει δεν μπορείς να ανοίξεις τα μάτια, είναι και το νερό που τρέχει και δεν βλέπεις όπως πρέπει, είναι σα να σου κλείνουν τα μάτια με το έτσι θέλω. Εγώ θέλω να είναι καλοκαιρία, να τον κοιτάω κατάματα για να δω πόσο σίγουρος νιώθει αυτός που με σκοτώνει»!
Ξημερώνει Κυριακή 19 του Νοέμβρη 1948. Οι φύλακες ειδοποίησαν το Νίκο Γόδα ότι τον ζητούν στη διεύθυνση. Καταλαβαίνει ότι έρχεται το τέλος και κάτω από τα ρούχα του βάζει την ερυθρόλευκη φανέλα και το άσπρο σορτσάκι. Οι άλλοι κρατούμενοι, μελλοθάνατοι, ισοβίτες ή με βαριές ποινές, στριμώχτηκαν στα σίδερα του κελιού τους κι άρχισαν να φωνάζουν, όπως έκαναν σε κάθε εκτέλεση: «Λαέ της Κέρκυρας, πάλι απόψε παίρνουν αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης για εκτέλεση». Η φυλακή μπορεί ν’ αντηχούσε απ’ τις φωνές, οι φωνές μπορεί να ακούγονταν μέχρι τα σπίτια απέναντι, αλλά σε λίγη ώρα ο Μικρασιάτης Νίκος Γόδας, τριάντα χρονών, βασικός ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού στα χρόνια της Κατοχής, στεκόταν μπροστά στο απόσπασμα φορώντας την ερυθρόλευκη φανέλα. “Νενικήκαμεν. Ζήτω οι ολυμπιονίκες του σοσιαλισμού. Γεια σας, συναθλητές μου” θα είναι τα τελευταία του λόγια, πριν αντηχήσουν οι πυροβολισμοί του αποσπάσματος. Ο ήλιος σκάει πίσω απ’ τα βουνά και δεν ξέρεις τί είναι πιο κόκκινο, η φανέλα που φοράει κατάσαρκα ο Νίκος, που οι λευκές λωρίδες της κοκκίνισαν απ’ το αίμα, ή ο ήλιος;
Πριν από την εκτέλεση γίνεται προσπάθεια να σωθεί ο Γόδας και λόγω της μεγάλης του ποδοσφαιρικής αξίας. Το μεταβαρκιζιανό κράτος βάζει ως όρο απαράβατο να υπογράψει δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Νίκος Γόδας αρνείται ακόμα και λίγο πριν οδηγηθεί στο απόσπασμα όταν τον καλεί ο Διευθυντής των Φυλακών Κέρκυρας για την έσχατη νουθεσία. Γράφει στους γονείς του: «Θέλω να ζήσετε καλά. Πεθαίνω για την πατρίδα μου και τα ιδανικά μου». Επιχειρηματίες και άλλοι παράγοντες φίλαθλοι του Ολυμπιακού παρεμβαίνουν και ζητούν να βρεθεί τρόπος να σωθεί ο Γόδας, όπως έγινε με τους άλλους ΕΛΑΣίτες ποδοσφαιριστές των “ερυθρόλευκων”, Ανδρέα Μουράτη, Γιώργο Δαρίβα. Κάνουν διάβημα στον δήμαρχο Πειραιά και Πρόεδρο του Ολυμπιακού, βιομήχανο Μιχάλη Μανούσκο, να μεσολαβήσει να μη γίνει η εκτέλεση. Πιο προκλητικός από όλους απαντά: «Όπως έστρωσε να κοιμηθεί»!
 
Πίσω στο χρόνο...
 
Στις 19 Νοεμβρίου συμπληρώθηκαν 71 χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Γόδα στο κολαστήριο του Λαζαρέτου της Κέρκυρας. Ο ξεριζωμένος Μικρασιάτης, ο εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ο λοχαγός του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς, επέλεξε να πεθάνει φορώντας τη φανέλα του Ολυμπιακού, φωνάζοντας ως άλλος Φειδιππίδης ότι... νίκησε! Πρώτη του, επίσημη, ομάδα ήταν ο Άρης Πειραιά μια πολύ δυνατή ομάδα της Κοκκινιάς, ενώ στη συνέχεια αγωνίστηκε στον «Κεραμεικό» Καμινίων, σωματείο του ομώνυμου εργοστασίου. Την περίοδο της κατοχής, �� Γόδας παίρνει μεταγραφή για τον Ολυμπιακό, που εξελίχθηκε σε μία από τις μεγάλες αγάπες της ζωής του. Το 1942 είναι πλέον βασικός μεσοεπιθετικός του Ολυμπιακού και σκοράρει στη νίκη με 4-0 κατά του Εθνικού, ενώ το ίδιο κάνει και κατά του Απόλλωνα. Τον Μάιο του 1943 ξεκινά βασικός στην ενδεκάδα του Ολυμπιακού, στον τελικό του τουρνουά που διοργανώνει ο Δήμος Πειραιά με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους είναι πρωταγωνιστής στον τελικό αγώνα του Κυπέλλου Χριστουγέννων, όταν ο Ολυμπιακός κερδίζει τον Παναθηναϊκό με 5-2. Ο θρύλος του Ολυμπιακού Αντρέας Μουράτης έλεγε ότι ο Γόδας «καλλιτέχνιζε». Την ίδια εποχή είναι ενεργό μέλος του ΚΚΕ και λοχαγός του 5ου Επίλεκτου Λόχου του ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά, με τον οποίο παίρνει μέρος στις μεγαλύτερες μάχες που γίνονται στον Πειραιά. Πρώτα στη μάχη της Ηλεκτρικής και μετά στη μάχη της 7ης Μαρτίου.
Τον Δεκέμβρη του 1944 ο Γόδας πολεμά τους Άγγλους στο νεκροταφείο της Ανάστασης στον Πειραιά. Όπως διηγήθηκε χρόνια μετά ο Σταμάτης Σκούρτης, σύντροφος του Γόδα και ανθυπολοχαγός του, θα του πει σε κάποια ανάπαυλα της μάχης: «Σύντροφε ανθυπολοχαγέ, εμείς απ’ όλους τους άλλους ΕΛΑΣίτες είμαστε πιο προνομιούχοι. Όσοι από μας σκοτωθούμε, είμαστε τυχεροί, θα θαφτούμε σε κανονικό και μάλιστα προνομιούχο μνήμα».  
Στις αρχές του 1945 και αμέσως μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, ο Γόδας μαζί με τον λόχο του περιπλανήθηκε στη Βοιωτία και τη Λαμία, μέχρι που αρρώστησε από πνευμονία και γύρισε στην Αθήνα. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται στη δίκη παρωδία που έμεινε στην ιστορία ως "δίκη του ασύλου της Κοκκινιάς". Ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας του Γόδα ήταν και τα αδέρφια Λουκάς και Δημήτρης Κασιδιάρης, συνεργάτες της “Ειδικής Ασφάλειας” των Γερμανών. Οδηγείται στις Φυλακές Αβέρωφ και μετά στις Αίγινας, όπου συνεχίζει να παίζει ποδόσφαιρο με την ομάδα που έχουν δημιουργήσει οι φυλακισμένοι. Και μετά στο κολαστήρι της Κέρκυρας, όπου έζησε τρία χρόνια, χωρίς να υπογράψει δήλωση μετανοίας για να σωθεί.  
 
Ένα κόμικ για τον Γόδα...

Στη μνήμη του Νίκου Γόδα κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες στο διαδίκτυο κόμικ με τίτλο: “έξι γκολ, έξι τέρματα σ' έξι ζωές...” όπου εξιστορούνται οι τελευταίες μέρες του πριν την εκτέλεση. Το κόμικ είναι βασισμένο σε αποσπάσματα από το βιβλίο του Σταμάτη Σκούρτη “Ώσπου να ξημερώσει”.  Μπορείτε να το διαβάσετε στη διεύθυνση http://online.fliphtml5.com/zanqk/bvgt/?1574103438905&fbclid=IwAR36hzT68JtypHEWSUOXVQzrRDsDU_v2-F8eV8pwfTBHla-oyfPflBFHEOw#p=1  

Μ. Διόγος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet