Σαράντα ποιήματα που μιλούν για εκείνα που μιλάνε πάντα τα ποιήματα: Τον έρωτα, το θάνατο, την ίδια την ποίηση



Της Άννας Χατζησοφιά*

Τον Τάσο τον γνωρίζω αιώνες, κυρίως από την κοινή πολιτική μας πορεία. Είναι, λοιπόν, αρκετά δύσκολο να δω το ποιητικό του έργο ξεχνώντας τον Τάσο τον σύντροφο, τον φίλο, τον ευαίσθητο Τάσο αλλά και τον τόσο αποφασιστικό σε ό,τι αναλάμβανε να κάνει, τον ευγενή, τον σταθερό, τον υποστηρικτικό, τον ανυποχώρητο. Με άλλα λόγια είναι δύσκολο να διαχωρίσω τον ποιητή Τάσο Κουράκη από την ποίηση του.
Και δεν υπάρχει λόγος να το κάνω εκτός ίσως από τον προφανή, ότι το έργο ενός δημιουργού από τη στιγμή που φεύγει από εκείνον αποκτά τη δική του ύπαρξη. Μια ύπαρξη, όμως, διαρκώς μεταβαλλόμενη, καθώς άλλο είναι το ποίημα που διαβάζω εγώ, άλλο ο καθένας από εμάς, άλλο είναι το ποίημα που διάβασα χθες, και άλλο αυτό που θα διαβάσω αύριο. Δεν μπαίνουμε ποτέ δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, δεν διαβάζουμε ποτέ δυο φορές το ίδιο ποίημα.
Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να μιλήσω για το βιβλίο ως να μην γνωρίζω τον ποιητή προσωπικά και θα προσπαθήσω να τον υποψιαστώ μέσα από τα ποιήματα του.
Κρατάω στα χέρια μου μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Δεν θέλω να πεθάνω γιατί πώς θα ζω μετά χωρίς εκείνη;» Ή μάλλον μία συλλογή με τρεις τίτλους: «Δεν θέλω να πεθάνω», (μεγάλη γραμματοσειρά), «πώς θα ζω μετά χωρίς εκείνη;» (μικρότερη γραμματοσειρά) και στη μέση ο τρίτος τίτλος, ένα μεγάλο κόκκινο «γιατί;» Σαν μια ανοιχτή αιμάσσουσα πληγή. Ίσως ο πραγματικός τίτλος της συλλογής να είναι αυτό το «γιατί». Ένα γιατί που πλανιέται σε τέσσερεις πράξεις και σαράντα ποιήματα. Σαράντα ποιήματα που μιλούν για εκείνα που μιλάνε πάντα τα ποιήματα: Τον έρωτα, το θάνατο, την ίδια την ποίηση.
Η πρώτη πράξη, η Αστερόσκονη ξεκινάει με το θάνατο. Ή μάλλον με το θάνατο ξεκινάει η πρώτη πράξη. Με την κατάβαση στον Άδη. Το ποιητικό υποκείμενο, ως άλλος Ορφέας και Δάντης, αρχίζει την κατάβαση στο έρεβος, εκεί όπου «αβέβαιη είναι η μάχη με τους δαίμονες». Οδηγός του στο ταξίδι τι άλλο; η ποίηση.

 

Δεν γράφω ποιήματα για να συνταιριάξω λέξεις./ Πελεκάω το χέρι μου μέχρι τις φλέβες/ αξίνα της ζωής για όταν θα έρθει ο καιρός να/ σκάψω το μνήμα του φόβου.

Τροχίζω τα ναι και τα όχι στα δάχτυλα./ Θα χρειαστούν  στο μακρινό ταξίδι/ ίσαμε τη σκόνη των αστεριών,/ για τις θύελλες που σκίζουν τα πανιά/ πριν ακόμη σαλπάρω.

 

Ο Ορφέας θα συναντήσει στην κατάβαση την Ευρυδίκη του, ο Δάντης την Βεατρίκη του, μια Βεατρίκη τραυματισμένη, με ένα κόκκινο γιατί στη μέση του στήθους. Τα στήθη της πουλιά που φύγανε, όμως εκείνος συνέχισε να κοινωνεί το σώμα της και ίσως για αυτό, ή μάλλον σίγουρα για αυτό, κέρδισε μια δεύτερη ευκαιρία. Και αυτή η δεύτερη ευκαιρία είναι η αιτία «που ολοσχερώς αλλάζει η όραση» του ποιητή και έτσι, μετά το Καθαρτήριο, ανεβαίνουμε στο δεύτερο επίπεδο περνώντας στη δεύτερη πράξη, το Ψυχογράφημα, όπου ο ποιητικός λόγος συναντάται με το δοκιμιακό δημιουργώντας ένα υβρίδιο, ποιήματα σε δοκιμιακή μορφή.
Όπως την Ατομικότητα, όπου ο ανατέμνεται η μοναδικότητα του ανθρώπου.

 

Αυτό που ονομάζουμε ατομικότητα είναι μια μυστηριακή σχέση, καθώς ο καθένας φέρει μέσα του όλους τους άλλους και οι άλλοι τον ίδιο. Φέρουμε όλοι εν σπέρματι τους άλλους, τις ιδέες και τις πράξεις τους. Υπάρχουμε μέσα στον άλλον και υπάρχουν κι οι άλλοι μέσα μας ως ιδέες, ως διαφωνία, ως κοινωνική πρακτική.

[…]

Η μοναδικότητα του ανθρώπου είναι κάτι που μεταγγίζεται διαρκώς από τους άλλους, και συνεχώς εξελίσσεται και μεταβάλλεται. Στο τέλος, μοναδικότητα είναι η δυνατότητα να περνάς από τον έναν στον άλλο. Αυτό είναι εφικτό, καθώς η χώρα σου είναι ο Άνθρωπος. Σ’ αυτό το περιβόλι τάχτηκες να ζήσεις. Και μη νομίζεις, χιλιάδες ήτανε να γεννηθούνε στη θέση σου, αλλά προέκυψες τυχαία εσύ.

[…]

Αυτά τα συγκοινωνούντα δοχεία, τελικά, προς όλες τις χωρικές και χρονικές διαστάσεις, είναι η ατομικότητα, η ίδια δηλαδή η ουσία του κάθε ανθρώπου.

 

Στον Παραλλαγμένο λόγο που διερευνά τη σχέση λόγου - σκέψης:

 

Οι μόνοι που διαφοροποιούνται είναι τα παιδιά (πριν υποστούν την κοινωνική συμμόρφωση από την οικογένεια και το σχολείο) και οι «τρελοί», που έχουν το ακαταλόγιστο, πριν κι αυτοί αντιμετωπιστούν με εγκλεισμό ή φαρμακευτική λοβοτομή. Ενίοτε δε και μερικά φωτεινά πνεύματα, διάττοντες αστέρες της ελευθεριακής σκέψης και δράσης.

[…]

Τότε, σε εκείνη την εποχή, αν ξεπεράσουμε την πρώτη φάση της αλληλοεξόντωσης εξαιτίας της Μεγάλης Αλήθειας της αυθεντικής σκέψης, όσες και όσοι επιβιώσουν θα μάθουν να ζουν σ’ έναν άλλο πολιτισμό επικοινωνίας όπου το νόημα των λέξεων θα επαναπροσδιοριστεί, θα ζυγιστεί αλλιώς, και η καθαρότητα της σκέψης θα συναντήσει την καθαρότητα των αιθέρων, ίσως και τη διαύγεια ενός Σ’ ΑΓΑΠΩ.

 

Επιστέγασμα της δοκιμιακής φάσης είναι ο Χειμωνανθός που ξεκινάει ως δοκίμιο, διερευνώντας το τι επηρεάζει θετικά τον ψυχικό παράγοντα, πώς επιδρά η φύση, οι τέχνες, οι φίλοι στην ψυχή μας, για να απολήξει σε καθαρή ποίηση.

 

Να προσέχουμε τον ψυχικό παράγοντα, καθώς αυτός επηρεάζει τη σωματική μας υγεία. Ωστόσο, φοβάμαι ότι όταν λέμε κάτι τέτοιο, συνήθως εννοούμε μόνο την αποφυγή των στρεσογόνων παραγόντων. Το φόβο, το θυμό, το άγχος της δουλειάς, το διαρκές ανικανοποίητο και ένα σωρό άλλες αρνητικές ψυχικές καταστάσεις. Δηλαδή αναφερόμαστε συνήθως στις αρνητικές πρακτικές που επιβαρύνουν τρομακτικά όλον τον οργανισμό μας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

[…]

Ας μάθουμε να αναγνωρίζουμε το φως μέσα στο σκοτάδι, να βλέπουμε στο χιόνι όχι μόνον τους κλεισμένους δρόμους αλλά και το χειμωνανθό. Με άλλα λόγια, να μη βλέπουμε μόνο τη μαύρη κηλίδα στο άσπρο χαρτί, αλλά και την ίδια τη λευκότητα του χαρτιού.

 

Η ανθισμένη πλέον ψυχή συνεχίζει την ανάβαση για να ανασάνει στην τρίτη πράξη που επιγράφεται: Οι ανάσες της ψυχής μου, όπου ανασαίνει με τι άλλο; Αγάπη και έρωτα.
Εδώ συναντάμε τον έρωτα, μετουσιωμένο σε Αγία Αγάπη που νικά το θάνατο, μετατρέποντας τον σε άλλη διάσταση ύπαρξης στη ζωηθάνατο.

 

Και κείνοι λειτουργούσαν ως εάν ήταν η τελευταία στιγμή/ που προσέρχονταν σε κοινή αγάπη, έρωτα και πάθος./ Λες και αισθάνονταν ότι θα ήταν η στιγμή που θα έβγαινε η τελευταία/ τους πνοή.

[…]

Έτσι βρίσκονταν, έτσι βίωναν το τώρα και το τέλος,/ τη ζωή και το θάνατο./ Γι’ αυτό και η ζωή τους ήταν πιο ζωή./

Είναι αυτό που τώρα πια ονόμαζαν ζωηθάνατο σε μία λέξη/ και μία εκφορά./ Αχ/

Η απουσία σου είναι η απόδειξη ότι υπάρχεις.

 

Έχοντας νικήσει πλέον το θάνατο, η ψυχή ανεβαίνει προς το φως, στην τελευταία πράξη. Μια ανάβαση Με στοχασμό και μ’ όνειρο.

Εδώ η ποίηση συνυφαίνεται με τη φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που είναι άλλοτε υπαρξιακή, άλλοτε πολιτική, άλλοτε και τα δύο.

Στη Χρησιμότητα του κενού ανακαλύπτει τη σπουδαιότητα του αναστοχασμού στην πολιτική δράση.

 

Όχι πάντα μπροστά./ Αλλά και αναστοχασμός και ερώτημα: Προς τα πού;

 

Βηματίζει μαζί με τη Βαδ��ζουσα Ιστορία, συνειδητοποιεί ότι υπάρχει και ένας Κόσμος των Δεν. Ό τόπος που δεν πήγαμε, το βιβλίο που δεν διαβάσαμε. Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είμαστε μόνο όλα όσα επιλέξαμε, αλλά και όσα, κυρίως όσα, δεν επιλέξαμε.
Και επειδή, όπως λέει ο ποιητής, είμαστε οι επιρροές μας στο ποίημα Δαχτυλοπλέξιμο, ασυνείδητα, ή και όχι, συνομιλεί διακειμενικά με τον Καλντερόν ντε λα Μπάργκα και τον Σαίξπηρ, και το ποιητικό εγώ, ως άλλος Σιγισμούνδος και Πρόσπερος, αναρωτιέται για τη σύνδεση ζωής και ονείρου.

 

Πόσο πιο πλήρης όμως θα ήταν η ίδια η ζωή αν δεν χρωματιζόταν απλώς από την σελήνη του ονείρου αλλά δαχτυλοπλεκόταν μαζί του. Εάν δηλαδή εισχωρούσε το όνειρο στις πλέξεις της ζωής και γινόταν μέρος της ύφανσης.

 

Εξάλλου όπως ομολογεί στο «Ποίημα και ο ποιητής»:

 

Ένα ποίημα δεν είναι έργο του ποιητή

Είναι μια ιδιότητα του.

Κι είναι ένας τρόπος να αποκαλύπτεται.

 

* Το κείμενο αποτέλεσε την ομιλία της Α. Χατζησοφιά στην παρουσίαση του βιβλίου του Τ. Κουράκη.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτισμός )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet