Βασίλης Βασιλικός «Οι ρεμπέτες και άλλες ιστορίες», επίμετρο: Θανάσης Αγάθος,
εκδ. Κέδρος, σελ. 181




Ο Βασίλης Βασιλικός είπε κάποτε ότι δεν γίνεσαι συγγραφέας εάν δεν έχεις γράψει εκατό βιβλία! Τό ’πε και τό ’κανε, έχει γράψει πάρα πολλά βιβλία, κάτι όμως που από μία άποψη έχει αποβεί σε βάρος του έργου του, καθώς δεν είναι εύκολο για τους κριτικούς λογοτεχνίας να το αποτιμήσουν συνολικά. Το γεγονός, μάλιστα, ότι κάποια βιβλία τα έχει ξαναγράψει, τα έχει δηλαδή αλλάξει σε περιεχόμενο και τίτλο και τα έχει εκδώσει ξανά, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο το έργο τους.
Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια υπάρχουν μελετητές, όπως ο επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας Θανάσης Αγάθος αλλά και ο λογοτεχνικός κριτικός Αριστοτέλης Σαΐνης, που έχουν σκύψει πολύ δραστήρια πάνω στο έργο του ξεκαθαρίζοντας πολλά πράγματα και προκαλώντας νέες εκδόσεις βιβλίων που δεν τους δόθηκε, όταν πρωτοβγήκαν, η δέουσα προσοχή.
Ενα τέτοιο βιβλίο είναι Οι ρεμπέτες. Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε, το 1977, και μάλιστα από σχετικά άγνωστο εκδοτικό οίκο (εκδόσεις Χιωτέλλη), ο Βασιλικός είχε βγάλει άλλα οκτώ βιβλία! Ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του στην Άντεια Φραντζή: «Από το ’74 έως το ’78 εκδίδω παλιά και καινούρια. Υπάρχει ένα πάθος γραφής μοναδικό, ίσως, για οτιδήποτε γινότανε».
Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι σημαντικό για πολλούς λόγους. Ένας είναι ότι πρόκειται για συλλογή διηγημάτων, είδος πεζού λόγου με το οποίο δεν έχει τόσο πολύ καταπιαστεί. Οπότε μας γνωρίζει έναν διαφορετικό Βασιλικό. Ένας δεύτερος είναι η κοινωνική ευαισθησία του συγγραφέα στα κείμενα αυτά, η πραγματικά προοδευτική, χωρίς να δείχνει στρατευμένη, ματιά του στα πράγματα. Ένας τρίτος λόγος είναι ότι με την ποικιλία των θεμάτων του, δίνει μια καλή ενδεικτική εικόνα του κλίματος της δεκαετίας του ’70 και των θεμάτων που την απασχολούσαν στο σημερινό αναγνώστη. Και ένας τέταρτος ότι το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε το επικαιρικό φόντο να μη φαίνεται σήμερα παλαιϊκό, να μην επηρεάζει σε τίποτα τη φρεσκάδα του λόγου, να μη καταργεί τη σημασία του έργου, αντίθετα μάλιστα, να την ανεβάζει στα μάτια μας αφού με σημερινό τρόπο μπορεί κανείς να διαβάσει τι συνέβαινε τότε από κάποιον που ζούσε την εποχή του και την τέχνη του με πάθος και αφοσίωση.

Ταχύτητα και επιμέλεια ταυτοχρόνως

Αυτό μάλιστα το πάθος της γραφής μοιάζει με σημερινό βλέμμα να είναι το ανάλογο της τωρινής διαδικτυακής λογοδιάρροιας, με μια όμως σημαντική διαφορά: ο Βασιλικός, ναι, γράφει συνεχώς γιατί δεν μπορεί αλλιώς, γράφει με το πάθος που άλλοι συγγραφείς γράφουν τώρα καθημερινά στο φέισμπουκ, διοχετεύει όμως εντέλει τη δημιουργικότητά του και τη διάθεσή του για επικαιρικό σχόλιο όχι σε αποσπασματικές παρατηρήσεις που αύριο μεθαύριο θα τις έχει καταπιεί η ιντερνετική καταβόθρα, αλλά σε πραγματικά πεζογραφήματα που υπακούουν απολύτως στους όρους που επιβάλλει η συγγραφή βιβλίων και, βέβαια, η εκτύπωσή τους. Με αυτή την έννοια, και υπό το φως των σημερινών εξελίξεων στο χώρο της γραφής και της ανάγνωσης, που σε μεγάλο βαθμό απορροφώνται, ως δραστηριότητες, από τη σκοτεινή ύλη της μαύρης οθόνης του υπολογιστή, ο Βασίλης Βασιλικός αποδεικνύεται ένας προδρομικός, εντελώς μοντέρνος συγγραφέας που έκανε, ως τέτοιος, αυτό που θα έκαναν αργότερα πολλοί άλλοι, συγγραφείς και μη, πολύ πιο πρόχειρα και επικαιρικά. Με τον τρόπο του, γράφοντας συνεχώς, αφηγούμενος ιστορίες συνήθως βιωμένες, πλάθοντας ήρωες, προσφέρει ταυτόχρονα και την τέρψη του καλού πεζογραφικού λόγου και το σχόλιο που πηγαίνει χέρι χέρι μ’ αυτές. Ο λόγος του έχει το γνώρισμα να σε κάνει να διακρίνεις και την ταχύτητα και την επιμέλεια ταυτοχρόνως. Υπάρχουν φράσεις πρόχειρες, αλλά μάλλον επίτηδες αφημένες έτσι, και υπάρχουν και προτάσεις μιας μαγιάς μοναδικής. Όπως όταν λέει σε ένα από τα, κατά τη γνώμη μας, καλύτερα διηγήματα της συλλογής, «Το μπαούλο»: «Και γύρισα σπίτι ξαλαφρωμένος μπορώ να πω, που δεν είχα άλλο ν’ ασχολούμαι μ’ ένα παρελθόν που τίποτα δεν μπορούσε να μου προσφέρει αφού τίποτα δεν βρίσκεται αληθινά αν πρώτα δεν χαθεί, αν δεν γίνει κοπριά και πατηθεί καστανόχωμα για τα λουλούδια».

Ωραίοι χαρακτήρες και ξεχασμένα επεισόδια

Στο «Μπαούλο» ο αφηγητής, που έλειπε χρόνια στις ΗΠΑ, όπως άλλωστε και ο Βασίλης Βασιλικός, αποφασίζει να αναζητήσει ένα παρατημένο μπαούλο με πολύτιμα γράμματα στην αποθήκη μιας πολυκατοικίας όπου έμενε παλιότερα. Το βρίσκει και δεν είναι κενό, όπως το κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, αλλά, από ένα μοιραίο λάθος, το περιεχόμενο καταλήγει στα σκουπίδια. Σε άλλο διήγημα μιλάει για τη φυλή Μπάο Μπάο και τη σπιτονοικοκυρά του που απρόσμενα – έχει όμως βαθύτερο και σημαντικό λόγο- ενδιαφέρεται ιδιαίτερα γι’ αυτή («Οι πρωτόγονοι»), σε άλλο για παλιούς δωσίλογους που έψαχναν στα θεμέλια εβραϊκών σπιτιών της Θεσσαλονίκης να βρουν κρυμμένους θησαυρούς, μαζί με την ιστορία ενός παιδικού φίλου του Βασιλικού που χάθηκε στα κρεματόρια αλλά και του περίφημου σφαγέα των Θεσσαλονικέων Εβραίων Μέρτεν (και των Ελλήνων συνεργατών του) που ερχόταν ινκόγκνιτο τη δεκαετία του ’50 στην Ελλάδα («Ο φίλος μου ο Ίνο»). Μέχρι και το ξεχασμένο τρομοκρατικό επεισόδιο με τους Μολούκους που πήραν ως ομήρους τους επιβάτες ενός τρένου και τους μαθητές ενός σχολείου στην Ολλανδία αναφέρεται στο ομώνυμο διήγημα («Οι Μολούκοι»), όπως και μια ιστορία με παλιό φίλο του αφηγητή, με μεγάλες οικολογικές ευαισθησίες, που απρόσμενα γίνεται οπαδός του έκπτωτου βασιλιά («Αρίστος ο οικολόγος»), διήγημα στο οποίο θίγεται και ο προβληματισμός της εποχής για την ανεύρεση κοιτασμάτων πετρελαίου στη Θάσο και τις επιπτώσεις που αυτό θα είχε στον τουρισμό και το φυσικό περιβάλλον. Όσο για το διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, το πρώτο και εκτενέστερο, μιλάει για την αναβίωση του ρεμπέτικου τη δεκαετία του ’70 και το πώς η Πλάκα είχε χωριστεί σε βόρεια (η πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή) και νότια (της πιο χυδαίας διασκέδασης), με πολύ ωραίους χαρακτήρες παλαιών ρεμπετών και νεορεμπετών.

Μια μοντέρνα  πεζογραφική περσόνα

Εν κατακλείδι: ξέραμε ήδη για τον Βασιλικό ότι είναι σημαντικός όχι μόνο για το «Ζ» που τον έκανε παγκόσμια γνωστό και του έδωσε τον τίτλο του πιο πολυμεταφρασμένου Έλληνα πεζογράφου μετά τον Καζαντζάκη. Αλλά και για το γεγονός ότι έφερε στον ελληνικό χώρο ένα είδος γραφής σχεδόν άγνωστο ως τότε, που ανακάτευε το fiction με το non fiction, που έκανε το ντοκουμέντο να είναι λογοτεχνία και τη λογοτεχνία να μοιάζει με ντοκουμέντο. Τώρα συνειδητοποιούμε σιγά σιγά κάτι ακόμα: ότι ένα από τα μεγάλα του όπλα είναι ακριβώς αυτό που νομίζαμε αχίλλειο πτέρνα του, δηλαδή η πληθώρα των γραπτών του. Τώρα φαίνεται να διαλύεται ένα σύννεφο και να βλέπουμε σταδιακά πιο καθαρά ότι αυτή η πληθώρα μπορεί να είναι μέρος ενός σημαντικού σχεδίου, ότι δηλαδή δεν είναι μόνο τα χωριστά έργα του μεμονωμένα σημαντικά, αλλά και ότι το σύνολο όλων των έργων του, αξεδιάλυτο έστω ακόμα, συγκροτεί μια μοντέρνα πεζογραφική περσόνα και μάλιστα προδρομικής αξίας. Μπορούμε δηλαδή να δούμε μέσα από το έργο αυτό ότι ο όγκος της πληροφορίας, του λόγου, του υλικού, έστω και αν δεν μπορεί εύκολα να τιθασευτεί, είναι μέρος μιας νέας πραγματικότητας που είναι διαχειρίσιμη παρόλα αυτά και όχι μη διαχειρίσιμη. Μας μαθαίνει με άλλα λόγια ότι ακόμα και μέσα από την πληθώρα και το εφήμερο που είναι η καθημερινότητά μας, μπορεί κανείς να συγκροτήσει εαυτό και συνείδηση, αρκεί να έχει στο μυαλό του τους βασικούς -πρακτικούς και ουσιαστικούς- κανόνες κτήσης της γνώσης και διαχείρισης του χάους.

Μανώλης Πιμπλής
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet