A statue of Greek philosopher Socrates is seen outside the Athens Academy November 7, 2011. REUTERS/John Kolesidis (GREECE - Tags: SOCIETY)

Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

Tο προσχέδιο νόμου για τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ και τη νέα αρχή διασφάλισης ποιότητας (ΕΘ.Α.Α.Ε.) συνιστά ένα ακόμα στάδιο στη συνολική υποβάθμιση της έρευνας και της ανάπτυξης των ΑΕΙ στη χώρα μας. Οι προβλέψεις του νομοσχεδίου θα δημιουργήσουν ένα πλαίσιο σαφέστατα πιο καταστροφικό από αυτό που είχε δημιουργηθεί με τον νόμο 4009, γνωστό και ως «νόμο Διαμαντοπούλου». To εν λόγω προσχέδιο αποτελεί συνέχεια μιας σειράς μέτρων που δηλώνουν την αποστροφή έως εχθρότητα που διακατέχει την κυβέρνηση για τα πανεπιστήμια. Το προσχέδιο που δημοσιοποιήθηκε παρουσιάζει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
Υπάρχει έλλειμμα τεχνογνωσίας και σε απλά και σε σύνθετα ζητήματα λειτουργίας των πανεπιστημίων. Για παράδειγμα, εξαγγέλθηκε ότι θα γίνονται δαπάνες σε έργα των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ), στο βαθμό που υπάρχουν διαθέσιμα στον προϋπολογισμό των έργων, χωρίς πρότερη έγκριση. Η δυνατότητα δαπανών χωρίς έγκριση ισχύει για ελάχιστα έργα, κυρίως ιδιωτικής χρηματοδότησης και δεν υπάρχει για έργα ΕΣΠΑ, ΕΛΙΔΕΚ, ΕΤΠΑ, «Ερευνω-Δημιουργώ-Καινοτομώ» κ.α. Στη συντριπτική πλειοψηφία των έργων, η επιλογή αυτή οδηγεί στον εισαγγελέα με την κατηγορία της κατάτμησης τον επιστημονικά υπεύθυνο του έργου. Η ανυπαρξία τεχνογνωσίας γίνεται επίσης φανερή από την θεσμοθέτηση απίθανων λεπτομερειών (π.χ. δείκτες) στην αξιολόγηση των ΑΕΙ από την ΕΘ.Α.Α.Ε. Το σύστημα αυτό όπου εφαρμόστηκε, απλά καταργήθηκε λόγω της ατέρμονης γραφειοκρατίας που δημιούργησε.
Υπάρχει άγνοια κινδύνου. Οι ρυθμίσεις για τον τρόπο ορισμού του προέδρου και του Δ.Σ. της ΕΘ.Α.Α.Ε. εγείρουν νομικά ζητήματα ανεξαρτησίας της Αρχής και έρχονται σε αντίθεση με τις προϋποθέσεις που θέτει η ENQA (Ευρωπαϊκή Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας). Αν χάσουμε την αποδοχή της ENQA, τα πανεπιστήμια μας θα τεθούν εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου διασφάλισης ποιότητας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα πτυχία μας δεν θα αναγνωρίζονται στο εξωτερικό.

Προχειρότητα

Υπάρχει προχειρότητα στη θεσμοθέτηση βασικών κανόνων στη λειτουργία των ΕΛΚΕ. Η απεμπλοκή των ΕΛΚΕ από τις δεσμεύσεις του δημόσιου λογιστικού, διαδικασία που είχε ξεκινήσει και επί ΣΥΡΙΖΑ χωρίς βαρύγδουπες δηλώσεις, γίνεται χωρίς ουσιαστικό βάθος. Θυμίζουμε ότι η υπαγωγή των ΕΛΚΕ στο δημόσιο λογιστικό έγινε κατόπιν επιμονής των δανειστών της χώρας μας. Στις εξαγγελίες του ΥΠΑΙΘ υπάρχουν ορισμένα θετικά μέτρα προς την κατεύθυνση απεμπλοκής, υπάρχουν μέτρα ελάχιστης πρακτικής σημασίας (π.χ. κατάργηση των ετήσιων προϋπολογισμών), αλλά υπάρχουν και μέτρα που ανοίγουν στους ασκούς του Αιόλου. Ο περιορισμός του προληπτικού ελέγχου και η ενίσχυση του κατασταλτικού, περιορίζει τη γραφειοκρατία, αλλά πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες ατασθαλιών και – χειρότερο όλων – δεν εξασφαλίζει νομικά κανέναν επιστημονικά υπεύθυνο έργου. Το τελευταίο μπορεί να οδηγήσει δικαίους και αδίκους σε εκ των υστέρων καταλογισμούς δαπανών και στις δικαστικές αίθουσες.
Υπάρχει άγχος να ικανοποιηθεί το νεοφιλελεύθερο κοινό μέσω της εμμονικής χρήσης λέξεων, όπως «ποιότητα», «ανταγωνιστικότητα», «διαφάνεια», «αξιοκρατία», «επιβράβευση» κλπ. Πολιτική που ασκείται με επικοινωνιακή στόχευση έχει σύντομη διάρκεια ζωής και ακυρώνει το νόημα των εννοιών που υπερπροβάλλει. Η όποια προσπάθεια αναβάθμισης της έρευνας στην Ελλάδα, προϋποθέτει τη στενότατη σύνδεση των πανεπιστημίων, των ερευνητικών κέντρων και του υπουργείου Παιδείας. Η κυβέρνηση της ΝΔ κατεδάφισε το βασικό πυλώνα αυτής της σύνδεσης, μεταφέροντας τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας στο υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Τέλος, επισημαίνουμε ότι στη νεοφιλελεύθερη λογική χωράει μόνο ότι πουλιέται και αγοράζεται. Αυτό εξηγεί και το ότι πουθενά στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει ως δείκτης αξιολόγησης η συνεισφορά στην τοπική ανάπτυξη, η συνεισφορά στην κοινωνική ισότητα, στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην τέχνη και στον πολιτισμό.

Δυσμενείς συνέπειες για τα πανεπιστήμια

Υπάρχει αδυναμία αναγνώρισης των συνεπειών ορισμένων διατάξεων στην καθημερινότητα των πανεπιστημίων. Η πρόβλεψη σύνδεσης της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων με την «αριθμητική σχέση αποφοίτων προς εισερχόμενους φοιτητές» και την «αξιολόγηση των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών από τους φοιτητές» θα οδηγήσει τα μέλη ΔΕΠ σε πληθωρισμό βαθμολογίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι διαβάσουν – δεν διαβάσουν οι φοιτητές, θα περνούν τα μαθήματα. Επιπλέον, οι δείκτες αξιολόγησης που θεσμοθετούνται εξ ορισμού, υπονομεύουν συγκεκριμένα γνωστικά πεδία και πανεπιστημιακά Τμήματα. Τα Τμήματα Φιλολογίας, Ιστορίας, Καλών Τεχνών, όπου δεν έχει παγκοσμίως ακόμα εμπεδωθεί ένα αξιόπιστο σύστημα ετεροαναφορών ή υπάρχει μια κουλτούρα δημοσίευσης στα ελληνικά (που πρακτικά σημαίνει ελάχιστες ετεροαναφορές), οδηγούνται σε κίνδυνο υποβάθμισης. Το τελευταίο συνιστά μια απειλή και για την ίδια την χρήση της ελληνικής γλώσσας στο ακαδημαϊκό περιβάλλον των δημοσιεύσεων άρθρων και βιβλίων.

Υπάρχει αδιαφορία για τα αποτελέσματα που επέφεραν οι πολιτικές σύνδεσης της χρηματοδότησης με την αξιολόγηση σε άλλες χώρες που ήδη εφαρμόστηκε. Τα πιο ξεκάθαρο αποτέλεσμα είναι ότι τα μεγάλα πανεπιστήμια απορρόφησαν το μεγαλύτερο τμήμα της χρηματοδότησης, ενώ τα μεσαίου και μικρού μεγέθους πανεπιστήμια έχασαν χρηματοδότηση (το 20% στο πλαίσιο που προτάθηκε). Το επιχείρημα ότι τα πανεπιστήμια θα αποφασίσουν τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογηθούν, είναι ρητορικό. Το προσχέδιο θέτει συγκεκριμένα ποσοτικά κριτήρια, που κανένα πανεπιστήμιο σε φάση ανάπτυξης δεν μπορεί να ικανοποιήσει πλήρως. Με λίγα λόγια, η σύνδεση αξιολόγησης και χρηματοδότησης επιφέρει προβλέψιμα αποτελέσματα: είναι ένας άνισος ανταγωνισμός μεταξύ άνισων μερών. Πρακτικά αυτό σημαίνει απαξίωση των πανεπιστημίων της περιφέρειας, υδροκεφαλισμό συγκέντρωσης φοιτητών στα μεγάλα πανεπιστήμια και υπονόμευση των αναπτυξιακών προοπτικών της επαρχίας και άρα συνολικά της χώρας.

Τιμωρητικές αξιολογήσεις

Υπάρχει περιορισμός της διοικητικής και δημοσιονομικής αυτοτέλειας των πανεπιστημίων. Αυτό προκύπτει από πληθώρα άρθρων του προσχεδίου (π.χ. άρθρο 7). Τα πανεπιστήμια χάνουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τα του οίκου τους, ακόμα και για καθαρά ακαδημαϊκά ζητήματα. Η αξιολόγηση της ΕΘ.Α.Α.Ε. είναι αποκλειστικά και μόνο τιμωρητική. Το προσχέδιο προβλέπει πολλές ποινές, ανάμεσα σε αυτές και μείωση της χρηματοδότησης, για όσα πανεπιστήμια δεν έχουν ικανοποιητικούς δείκτες. Η πραγματική αξιολόγηση θα έπρεπε να προβλέπει ακριβώς τα αντίθετα: μηχανισμούς ενίσχυσης και βελτίωσης των αδύναμων για να γίνουν και αυτοί δυνατοί και να προσφέρουν στην ανάπτυξη της έρευνας, της τέχνης, των παραγωγικών δυνάμεων στην χώρα.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν ευθύνονται για την ανεργία. Η ανεργία προκαλείται από τις αδυναμίες της αγοράς. Η αύξηση της έρευνας και ο πολλαπλασιασμός των πτυχιούχων μεσοπρόθεσμα συμβάλουν στο μέλλον της χώρας. Αντί της τιμωρητικής «αξιολόγησης» και του περιορισμού της αυτοτέλειας, χρειάζεται να ενισχυθεί η πορεία των ελληνικών πανεπιστημίων στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο συμπράξεων των ΑΕΙ. Αν δεν μπορεί να το κάνει η ΝΔ, θα το ξανακάνει ο ΣΥΡΙΖΑ.

* Πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet