** Παρότι, όπου εφαρμόστηκαν στην Ευρώπη, η ποιότητα των υπηρεσιών μειώθηκε και το κόστος παρέμεινε ίδιο



Οι συγκρούσεις των ΜΑΤ με τα σωματεία των γιατρών των αττικών νοσοκομείων, αλλά και την ΠΟΕΔΗΝ την περασμένη Τετάρτη στο Ζάππειο έκρυβαν κάτι πολύ περισσότερο από μία απλή συνδικαλιστική διεκδίκηση. Εντός του Ζαππείου, ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος (όχι στο σύνολό του βεβαίως) επιχειρούσε να παζαρέψει την επίσημη είσοδο των επιχειρηματιών της υγείας στο χώρο της δημόσιας υγείας, μέσω των περιβόητων ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα). Με τις ΣΔΙΤ ο ιδιωτικός τομέας μπαίνει όχι από την πίσω πόρτα αλλά από την κύρια είσοδο, νικητής και τροπαιοφόρος, στα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία.

Η διαχείριση των νοσοκομείων στην αγορά

Τι ακριβώς προσπαθεί να καταφέρει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τις ΣΔΙΤ; Να παραδώσει ουσιαστικά τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της υγείας με το πρόσχημα της μείωσης του λειτουργικού κόστους.
Πηγές με γνώση του πράγματος και της κατάστασης έλεγαν στην “Εποχή” ότι παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, οι ΣΔΙΤ έχουν αποτύχει...πανηγυρικά όπου εφαρμόστηκαν στην Ευρώπη, αφού η ποιότητα των υπηρεσιών μειώθηκε και το κόστος παρέμεινε στα ίδια επίπεδα. Αλλά δεν ��ίναι μόνο αυτό. Όπως τόνιζε αρμοδίως γιατρός με πείρα δεκαετιών στο ΕΣΥ, ουσιαστικά πρόκειται “για τρωκτικά που οσμίστηκαν φρέσκο κρατικό χρήμα το οποίο, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, θα επιχειρήσουν να ξεκοκαλίσουν. Κρατικό χρήμα που αναμένεται να δοθεί ακόμα και με την παράδοση των διοικητικών ή των λογιστικών λειτουργιών των νοσοκομείων”.
Στο στόχαστρο των πιράνχας του ιδιωτικού τομέα έχουν μπει επίσης υπηρεσίες, όπως οι αναλύσεις αίματος για τις οποίες υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον από εταιρίες για να προσφέρουν την “τεχνογνωσία” τους. Επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, πασίγνωστη εταιρία ήθελε να υποβάλλει συγκεκριμένη πρόταση στην τότε ηγεσία του υπουργείου Υγείας για να αναλάβει με μείωση του κόστους κατά 50% τον όγκο των αναλύσεων του συνόλου των δημοσίων νοσοκομείων, αλλά οι Ξανθός-Πολάκης ούτε καν άκουσαν.
Με τις ΣΔΙΤ, επίσης, θα επιχειρηθεί να επιστρέψει μετά βαΐων και κλάδων το καθεστώς των εργολαβιών για τομείς, όπως ο καθαρισμός των νοσοκομείων. Στα 4,5 χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έγιναν τολμηρά βήματα (και θα μπορούσαν να γίνουν και άλλα στο σύνολο των νοσοκομείων) σ’ αυτήν την κατεύθυνση και οι περισσότεροι εργολάβοι εκδιώχθηκαν, με αποτέλεσμα οι καθαρίστριες και οι καθαριστές να υπογράψουν συμβάσεις εργασίας κατευθείαν με το νοσοκομείο, γεγονός που έφερε και γενναίες αυξήσεις στις αποδοχές τους, αλλά και βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Τώρα όμως, εφόσον επιστρέψουν οι εργολάβοι, οι θέσεις εργασίας κινδυνεύουν να υποβαθμιστούν και πάλι σε… μνημονιακά επίπεδα.
Και όλα αυτά ενώ από το σκάνδαλο Novartis-και όχι μόνο- έχει γίνει απολύτως σαφές ότι το ελληνικό δημόσιο τα προηγούμενα 40, τουλάχιστον, χρόνια έχει χάσει τεράστια χρηματικά ποσά που κατέληξαν στις τσέπες ιδιωτών για να προσφέρουν υπηρεσίες εξαιρετικά αμφίβολης ποιότητας και σε πολύ ακριβές τιμές. Οι συνομιλητές της “Εποχής” τόνισαν ότι αυτό που χρειάζονται πραγματικά τα δημόσια νοσοκομεία είναι περισσότερες προσλήψεις σε ιατρικό και κυρίως σε νοσηλευτικό προσωπικό.

Ο εφιάλτη των ελλείψεων στις ΜΕΘ

Οι μνημονιακοί καταναγκασμοί που προέκυψαν και από το τρίτο μνημόνιο δεν έδωσαν τη δυνατότητα στην προηγούμενη κυβέρνηση να προχωρήσει στις προσλήψεις που θα ήθελε έτσι το σύστημα να εξοπλιστεί πλήρως, ιδιαίτερα στις μονάδες εντατικής θεραπείες. Σύμφωνα με αρμόδιες ιατρικές πηγές, οι ελλείψεις παραμένουν πολύ μεγάλες, η χώρα χρειάζεται περίπου 3000 κλίνες στις ΜΕΘ (αλλά και στις ΜΑΦ) αλλά διαθέτει μόλις 500.
Επίσης, η απουσία νοσηλευτών και νοσηλευτριών συνιστά εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα. Η σωστή αναλογία για τις ΜΕΘ, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, είναι 2 νοσηλευτές για 1 ασθενή, ή, έστω, 1 προς 1. Στην Ελλάδα η αναλογία, αν επιτυγχάνεται, επιτυγχάνεται μόνο για την πρωινή βάρδια. Τη νύχτα οι ελλείψεις χτυπάνε κόκκινο και βάζουν σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή των ασθενώναφού μέσα σε ΜΕΘ δυστυχώς είναι πολύ “εύκολο” για το νοσηλευτικό προσωπικό να μεταφέρει μικρόβια από τον έναν ασθενή στον άλλον. Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, η Ελλάδα διαθέτει μία θλιβερή ευρωπαϊκή πρωτιά στις ανθεκτικές νοσοκομειακές λοιμώξεις.
Τι προβλέπεται να γίνει στο αμέσως επόμενο διάστημα και ενώ δεν υπάρχει, πλέον, μνημονιακός καταναγκασμός; Ουσιαστικά...τίποτα. Η προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Υγείας είχε δρομολογήσει συγκεκριμένο αριθμό προσλήψεων, αλλά μετά την πολιτική αλλαγή του περασμένου Ιουλίου ο σχεδιασμός αυτός εγκαταλείφθηκε αφού η νέα κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα σε τομείς όπως η ασφάλεια. Είναι το λιγότερο αστείο να ισχυριστεί κανείς βέβαια ότι οι ΣΔΙΤ θα δώσουν απαντήσεις σ’ αυτού του εύρους και της σημασίας προβλήματα. Και θα πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ καθυστέρησε σημαντικά σε κρίσιμα κομμάτια όπως ήταν η on line καταγραφή όλων των εμβολιασμών που γίνονται στη χώρα. Έγινε πάντως, μία πολύ μεγάλη προσπάθεια να “ενοποιηθούν” τα πληροφοριακά συστήματα όλων των νοσοκομείων, αλλά έμεινε ημιτελής (προσπάθεια που υπονομεύτηκε πολλές φορές και εκ των έσω, υπηρεσιακώς).

Η απάντηση στη… διφθερίτιδα

Μιλώντας για εμβόλια, η εμφάνιση θανατηφόρου κρούσματος παιδικής διφθερίτιδας πριν από περίπου δύο εβδομάδες σε αθηναϊκό παιδιατρικό νοσοκομείο ανέδειξε με δραματικούς τόνους το πρόβλημα των ανεμβολίαστων παιδιών και του λεγόμενου αντιεμβολιαστικού κινήματος.
Οι γιατροί, που σέβονται τον εαυτό και τον όρκο τους, είναι κάθετοι. Η υπόθεση είναι καθαρά κοινωνική και ουχί προσωπική, η πολιτεία οφείλει να λάβει άμεσα νομοθετική πρωτοβουλία για να μην εγγράφονται παιδιά ανεμβολίαστα στα σχολεία και να σχεδιάσει παράλληλα το on line σύστημα καταγραφής όλων των εμβολίων στο σύνολο της επικράτειας. Εδώ δεν χωρούν ούτε συμβιβασμοί αλλά ούτε και καθυστερήσεις.
Επίσης, οι πολίτες που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου (άνθρωποι με αναπνευστικά προβλήματα, διαβητικοί, καρκινοπαθείς κτλ) οφείλουν να εμβολιάζονται, μετά από σύσταση του γιατρούς τους, και εποχικά για να αποφεύγουν τις κακοτοπιές της βαριάς γρίπης που μπορεί να απειλήσει τη ζωή.
Το γεγονός πάντως ότι ακόμα δεν υπάρχει εθνικό ψηφιακό μητρώο εμβολιασμών μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί και εξοργιστικό με δεδομένο ότι στα χρόνια των παχέων αγελάδων το ελληνικό κράτος  δαπάνησε τεράστια χρηματικά ποσά στα πληροφοριακά συστήματα των νοσοκομείων, χωρίς όμως να δει αποτελέσματα ουσίας που θα βοηθούσαν τις μονάδες του ΕΣΥ να λειτουργήσουν καλύτερα. Τα στοιχεία των νοσηλευόμενων, ας πούμε, δεν είναι ψηφιακά κατοχυρωμένα, ενώ από νοσοκομείο σε νοσοκομείο η τεχνολογία του πληροφοριακού συστήματος διαφέρει και έτσι δεν εξασφαλίζεται η απαραίτητη διασύνδεση.
Συμπέρασμα: Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, παρά τις πολύ μεγάλες προσπάθειες της απερχόμενης ηγεσίας του υπουργείου, πάσχει από σοβαρές ασθένειες οι οποίες θα επιδεινωθούν εφόσον τα κυβερνητικά σχέδια γίνουν πραγματικότητα και οι ιδιώτες εισβάλλουν μαζικά στα νοσοκομεία για να διεκδικήσουν πίτα υπηρεσιών (με το...αζημίωτο φυσικά). Τα νοσοκομεία χρειάζονται προσωπικό. Γιατρούς, νοσηλευτές, διοικητικούς. Δεν χρειάζονται μάνατζερ και τεχνογνωσία από την “αγορά”. Η υγεία των πολιτών, σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να γίνει ένα ακόμη πεδίο δόξης λαμπρόν για εύκολο κέρδος (και με κρατική χορηγία). Αλλά, όπως φαίνεται ο Υπουργός Βασίλης Κικίλιας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχουν διαφορετικά σχέδια.

Νίκος Γιαννόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet