Οι ρόλοι άλλαξαν, τα τελεσίγραφα συνεχίστηκαν

Ο Γιούνκερ μίλησε πάλι στον Τσίπρα, η Μέρκελ και ο Ολάντ ξενύχτησαν πάλι μαζί του, αλλά αυτή τη φορά το ρόλο του «θυμωμένου» τον ανέλαβε το ΔΝΤ, δίνοντας πάσα στους σκληροπυρηνικούς να απαιτήσουν το Grexit

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Αν κάποιοι είχαν πιστέψει ότι οι διαφωνίες μεταξύ των θεσμών θα μπορούσαν να αποβούν χρήσιμοι για την Αθήνα, σε αυτή τη δίχως προηγούμενο διαπραγμάτευση, το βράδυ της Πέμπτης αποδείχτηκε για μια ακόμα φορά ακριβώς το αντίθετο. Μετά τον κ. Γιούνκερ που το περασμένο Σαββατοκύριακο δήλωνε «εκνευρισμένος με την Ελλάδα», τώρα το ρόλο του κακού που έφυγε σε ένδειξη... διαμαρτυρίας από τις συνομιλίες των Βρυξελλών ανέλαβε να παίξει το ΔΝΤ. Οι εκπρόσωποί του ανακοίνωσαν ότι η απόσταση που τους χωρίζει από την ελληνική πλευρά είναι πολύ μεγάλη και αποχώρησαν με θόρυβο από το τραπέζι των συνομιλιών. Την ίδια στιγμή, οι οπαδοί του Grexit στο Βερολίνο πανηγύριζαν και δήλωναν σε όλους τους τόνους, ότι η στιγμή εκπλήρωσης των ονείρων τους έχει έρθει πιο κοντά. Ο γνωστός για τις σκληρές του θέσεις οικονομολόγος, Γιούργκεν Σταρκ, έγραφε στην «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε» ότι «δεν είναι η πιθανή έξοδος της Ελλάδας που απειλεί την ευρωζώνη, αλλά η παραμονή της σε αυτή πάση θυσία». Και εξηγούσε ότι η απόφαση του ΔΝΤ ουσιαστικά θέτει τους Ευρωπαίους προ των ευθυνών τους για να πάρουν τη σκληρή απόφαση. Αφού χαρακτήριζε την Ελλάδα «αποτυχημένο κράτος που δεν διαθέτει ούτε την πολιτική βούληση για μεταρρυθμίσεις, ούτε τα θεσμικά εργαλεία για να τις υλοποιήσει», έκλεινε το άρθρο του λέγοντας πως «πραγματική πολιτική ηγεσία για την Ευρώπη σημαίνει να έχει κανείς το θάρρος να δώσει τέλος σε όλο αυτό το παιχνίδι». Δϊχως αμφιβολία ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε θα πρέπει να χαμογελούσε διαβάζοντας μια τέτοια ανάλυση, την ώρα που ο φίλος του Γενς Βάιντμαν, κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας, απολάμβανε να υπενθυμίζει ότι ο «ο χρόνος τελειώνει».
Το μαρτύριο «κρύο-ζέστη» συνεχίστηκε, λοιπόν, μετά από μια τριμερή στις Βρυξέλλες, που έδειξε προς στιγμή να ξεμπλοκάρει τα αδιέξοδα για να φτάσουμε πάλι το πρωί της Παρασκευής να ακούμε από πολλές πλευρές να γίνεται λόγος για την απόλυτη εμπλοκή.
Από ένα σημείο και μετά, το ερώτημα είναι θεμιτό. Τελικά, ποιός κοροϊδεύει ποιόν; Εννοεί πραγματικά η κυρία Μέρκελ όσα λέει, όταν μιλά για ανάγκη να αποφευχθεί πάση θυσία μια έξωση της Ελλάδας από την ευρωζώνη; Και αν ναι, μέχρι πού μπορεί να φτάσει; Είναι έτοιμη να κάμψει ή να παρακάμψει τις περιβόητες αντιδράσεις μέσα στην κοινοβουλευτική της ομάδα, για τις οποίες τόσα πολλά έχουν γραφτεί; Θέλει να διακινδυνεύσει τη σχέση της με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε; Και, κυρίως, μπορεί να αναλάβει το βάρος για μια πολιτική λύση που θα ξεπερνούσε τις «αγκυλώσεις» του ΔΝΤ ως τεχνικού θεσμού; Ετσι κι αλλιώς υπάρχουν αρκετές φωνές που μιλούν για απεξάρτηση από τον οργανισμό με έδρα την Ουάσιγκτον και για ανάληψη της ευθύνης, αλλά και του κόστους της λύσης, αποκλειστικά από τους Ευρωπαίους. Ολα αυτά, βέβαια, απαιτούν χρόνο ή ταχύτατες αντδράσεις που, μέχρι τώρα, ποτέ δεν έχει δείξει η γερμανίδα καγκελάριος. Θα ήταν, μάλλον, υπερβολικά αισιόδοξος, λοιπόν, όποιος περίμενε να συμβεί έτσι ξαφνικά κάτι τέτοιο.

Η ώρα της αλήθειας

Αντίθετα, αυτό που φαίνεται να συμβαίνει, είναι ότι η σκλήρυνση της στάσης του ΔΝΤ βολεύει πολύ όσους ήθελαν, έτσι κι αλλιώς, να κρυφτούν πίσω του και να έχουν ένα άλλοθι σε περίπτωση ρήξης. Βεβαίως, αυτή η εξέλιξη διαψεύδει και την αισιόδοξη προφητεία της καγκελαρίου Μέρκελ ότι «όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και ο δρόμος», την οποία είχε κάνει από τις Βρυξέλλες. Ταυτόχρονα διαψεύδει και τις διαρροές περί τμηματικής καταβολής δόσεων προς την Ελλάδα, αν γίνει έστω και μια σημαντική μεταρρύθμιση. Από την άλλη, οι συνεργάτες της γερμανίδας καγκελαρίου φρόντιζαν να διαρρεύσουν σε διάφορους έμπιστους δημοσιογράφους τις αμφιβολίες της «σιδηράς κυρίας» για το αν μπορεί να εμπιστευτεί την κυβέρνηση Τσίπρα. Θεωρεί ότι οι αντιδράσεις που θα συναντήσει η κυβέρνηση στο εσωτερικό της χώρας για να περάσει μια συμφωνία που θα ικανοποιεί τους δανειστές, θα είναι τεράστιες και θα την εμποδίσουν, αν όχι να την περάσει από τη Βουλή, σίγουρα να την εφαρμόσει.
Η ώρα της αλήθειας, πάντως, δεν φτάνει μόνο για την κυρία Μέρκελ, αλλά και για την ελληνική κυβέρνηση, που βλέπει ότι κάθε φορά που αποφασίζει να κάνει ένα βήμα «καλής θέλησης» βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη και με νέα τελεσίγραφα και με νέες απαιτήσεις. Ηδη, η συμπεριφορά του κυρίου Γιούνκερ, που θυμίζει τη μια παρεξηγημένο έφηβο και την άλλη γεμάτο κατανόηση πατερούλη, είχε προβληματίσει πολλούς και έχει γκρεμίσει και κάποιες ψευδαισθήσεις. Οπως και οι συνεχείς παραινέσεις προς τον Ελληνα πρωθυπουργό να αλλάξει κυβέρνηση. Παραινέσεις που συνέχισε και αυτή την εβδομάδα ο πρώτος διδάξας του είδους Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος έχει μετατρέψει σε όνειρο ζωής να κάνει «συγκυβερνήτη» το κόμμα που θεωρεί πιο εύκολα χειραγωγίσιμο και απολύτως ελεγχόμενο από τις διαθέσεις του, δηλαδή, το Ποτάμι. Οσο και αν απεχθάνεται κανείς τις δραματοποιήσεις, η κατάσταση που διαμορφώνεται πλέον φέρνει στο νου το μύθο με τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Οι επιλογές που προτείνονται από τους «εταίρους μας», όταν μονότονα επαναλαμβάνουν πως «η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο της Ελλάδας», είναι δύο. Έξωση ή υποταγή. Αποχαιρετισμός στην ευρωζώνη ή σχηματισμός μιας νέας τεχνητής πλειοψηφίας γερμανικών προδιαγραφών. Μόνο που η κυβέρνηση, αλλά και ολόκληρη η κοινωνία, μοιάζουν ακόμα ανέτοιμες να απαντήσουν σε ένα τέτοιο δίλημμα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet