Η 18η ΚΑΙ Η 30η ΙΟΥΝΙΟΥ
Το φάντασμα δύο αλληλοσυνδεόμενων ημερομηνιών


Η τελευταία σημαντική γνωστή πρωτοβουλία, όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές την Παρασκευή το βράδυ, ήταν η επικοινωνία του έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον πρόεδρο της Κομισιόν κ. Γιούνγκερ και η συγκρότηση -διευρυμένης μάλιστα- αντιπροσωπείας που θα πήγαινε στις Βρυξέλλες για συνέχιση των διαπραγματεύσεων, χθες Σάββατο. Ύστερα από τη στασιμότητα στις συζητήσεις των Βρυξελλών και την αποχώρηση του ΔΝΤ, ασυνήθιστα θορυβωδώς, από τις διαπραγματεύσεις, η εξέλιξη αυτή, με πρωτοβουλία μάλλον της ελληνικής πλευράς, δημιουργούσε μια κάποια ελπίδα για προσέγγιση και επίτευξη συμφωνίας. Η οποία, όμως, όταν εξέταζε κανείς τις τελευταίες εξελίξεις γινόταν εξαιρετικά αμυδρή. 

Τα πάντα μπορεί να συμβούν

Ο λόγος είναι ότι κανένα από τα μείζονα προβλήματα, που ανέκυψαν κατά τις ως τώρα διαπραγματεύσεις, και καμία από τις μείζονες διαφωνίες είναι εύκολο να γεφυρωθούν, με βάση τα όσα έχουν γίνει γνωστά. Ούτε, όμως, από όσα πληροφορούμαστε για το περιεχόμενο των νέων ελληνικών προτάσεων που θα έφερνε στις Βρυξέλλες η αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Γιάννη Δραγασάκη, είναι πολύ πιθανό να αλλάξει αισθητά το κλίμα. 
Ωστόσο, η κατάσταση δεν μπορεί να μείνει στάσιμη εσαεί. Δύο ημερομηνίες, η 18η Ιουνίου που συνεδριάζει το Γιούρογκρουπ και η 30η Ιουνίου, που η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλλει 1,6 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ και, όπως είναι γνωστό σε όλους, δεν τα διαθέτει, λειτουργούν πιεστικά και για την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και για τους δανειστές, ιδίως για το ΔΝΤ. Το φάντασμα των δύο αυτών ημερομηνιών είναι πάνω από τα κεφάλια των διαπραγματευτών και κανείς δεν μπορεί να προφασιστεί ότι δεν νιώθει τη σκιά του. Επομένως, κάτω από αυτό το βάρος τα πάντα μπορεί να συμβούν ή να δρομολογήσουν παρεμβάσεις για να μη συμβούν. 
Και οι δύο πλευρές προσέρχονται με τις δικές τους ανελαστικότητες. Πλέον, έχουν και μια εξόφθαλμα κοινή βάση, ότι δηλαδή και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται πως τον πρώτο λόγο έχει η πολιτική, για να παρθούν αποφάσεις, που θα είναι συμβατές με την ιστορικότητα της εποχής και τις ανάγκες της Ευρώπης. Ως τώρα το έλεγε φανερά η ελληνική πλευρά, όμως και οι δανειστές, όπως φάνηκε και με τη στάση του ΔΝΤ, δεν μπορούν πια να κρύψουν ότι τα κίνητρά τους είναι πολιτικά. 

Χωρίς περιθώρια υποχωρήσεων

Εξετάζοντας τις θέσεις των δύο πλευρών, οι πλέον ανελαστικές είναι αυτές της ελληνικής πλευράς. Προσήλθε στις διαπραγματεύσεις με τις θέσεις της και στη συνέχεια πρότεινε τη δική της άποψη για μια συνθετική πρόταση, κάνοντας προς τούτο ουσιώδεις υποχωρήσεις. Όχι μόνο δεν έχει περιθώρια να κάνει άλλες υποχωρήσεις στο δημοσιονομικό, αλλά επιπλέον προσέρχεται με προτάσεις για το χρέος, την ανάπτυξη και τα εργασιακά, ενώ δεν δέχεται, σ' αυτή τη φάση, συζήτηση για το ασφαλιστικό, πέραν του περιορισμού των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων. 
Το κρίσιμο είναι, μ' άλλα λόγια, ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί μέτρα που μας παγιδεύουν στην ύφεση, μέτρα που δεν έχουν έστω και περιορισμένα το στοιχείο  της αναδιανομής και ταυτόχρονα να αφήσει απ' έξω το μέγα πρόβλημα του χρέους και το εργασιακό. Πρόκειται για μίνιμουμ εξασφαλίσεις, που το μόνο που φιλοδοξούν είναι να σηματοδοτούν την αρχή της αντιστροφής του καθοδικού σπιράλ και την έναρξη,  έστω περιορισμένα της ανόδου. 
Μπροστά σ' αυτές τις μίνιμουμ προτάσεις που, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις εξεχουσών προσωπικοτήτων σε Ευρώπη και ΗΠΑ, συγκεντρώνουν και την ηθική πέρα από την πολιτική στήριξη έρχονται οι δανειστές με προτάσεις, που ολόκληρη η ελληνική Βουλή συμφώνησε ότι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Είναι, πραγματικά, σπάνιο ιστορικά να μιλούν για συνέχιση του διαλόγου οι δανειστές, εμμένοντας σταθερά και προκλητικά, ως χθες Σάββατο, στην κοινή επεξεργασία τους όπως την παρουσίασε ο κ. Γιούνγκερ πριν δέκα μέρες! 

Μείζον σφάλμα

Αν κάποιος, εντούτοις, έχει περιθώριο να υποχωρήσει είναι οι δανειστές. Βρίσκεται στο τραπέζι μια πρόταση που τους εξασφαλίζει ως δανειστές μακροπρόθεσμα. Ιδιαίτερα, η πρόταση για παράταση εννέα μηνών της συμφωνίας, χωρίς καθόλου νέο δανεισμό αυτό το διάστημα (το αναλύει ο συνάδελφος Γ. Αγγέλης στη συνέντευξή του στη σελίδα 7) είναι μια πρόταση λογική και προετοιμαστική για την τελική συζήτηση για το χρέος. 
Από αυτή την άποψη δεν μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος ότι χθες ή σήμερα στις Βρυξέλλες θα γίνουν ανατροπές. Η μεν ελληνική πλευρά, όπως προκύπτει και από τις προτάσεις που κομίζει, θα επιμείνει στις απόψεις της. Οι δε δανειστές, ιδίως σε αυτή τη φάση που το ΔΝΤ ασκεί πιέσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην ευρωζώνη και αποστασιοποιείται για να «κληθεί» εκ νέου -Σόιμπλε, Ντάισελμπλουμ και σία το εξέφρασαν ήδη- κατακτώντας έτσι πιο προωθημένες θέσεις, δεν αναμένεται να αλλάξουν ριζικά στάση. 
Όμως, υπάρχει πολύς χρόνος μέχρι τις 30 Ιουνίου, την ημερομηνία δηλαδή που θα αποδειχθεί, αν δεν το προνοήσουν έγκαιρα, ότι οι δανειστές έκαναν ένα μείζον σφάλμα. Τόσος είναι ο χρόνος, που αρκεί και για τους δανειστές, επομένως, να αλλάξουν στάση και να δεχθούν τον πυρήνα των ελληνικών προτάσεων. 

Παύλος Κλαυδιανός
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet