Ρητορική της αλήθειας ή της απελπισίας;

Δεν απαιτούν από τον ΣΥΡΙΖΑ να πει συγγνώμη, από το λαό την απαιτούν



Όταν απορούμε για την άτεγκτη στάση των δανειστών στη διαπραγμάτευση, συχνά ακούμε ως εξήγηση ότι αυτό που θέλουν είναι να κατασταλεί κατά οποιοδήποτε τρόπο η ελληνική απόπειρα αναζήτησης άλλου τρόπου και δρόμου. Γι’ αυτό επιμένουν τόσο.
Από την πλευρά των δανειστών θα μπορούσε η στάση αυτή να θεωρηθεί αναμενόμενη. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι ότι υπάρχουν και οφειλέτες που θεωρούν τη στάση αυτή  των δανειστών ορθή και σωτήρια. Καθώς, μάλιστα, κορυφώνεται η διαπραγματευτική διαδικασία, υψώνουν ακόμη περισσότερο τη φωνή τους εναντίον όσων επιμένουν να αμφισβητούν τη λογική του μνημονιακού μονόδρομου της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης. 
Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Το πρώτο και το δεύτερο μνημόνιο επιβλήθηκαν και εφαρμόστηκαν από τις διαδοχικές κυβερνήσεις και συγκυβερνήσεις με το πρόσχημα ότι δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς και ότι κανείς από τους τότε κυβερνώντες δεν ήταν ανόητος να θέλει να επωμιστεί το καταστροφικό πολιτικό κόστος μιας τόσο «αντιδημοφιλούς» πολιτικής. 

«Πείτε την αλήθεια»

Αυτή η ρητορική τούς εξυπηρετούσε και τους φαινόταν επαρκής, όσο η πλειονότητα του εκλογικού σώματος πειθόταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να τους υπερψηφίζει, ώστε να μπορούν να συνεχίζουν ανενόχλητοι την πολιτική που υποτίθεται ότι δεν επιθυμούσαν. Μόλις, όμως, δόθηκε η δυνατότητα να δοκιμαστεί μια διαφορετική πολιτική, η ρητορική τους έγινε επιθετική αλλάζοντας επιχειρηματολογική βάση.
Στην πολιτική τής νέας κυβέρνησης που προέκυψε από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, δεν είδαν μια νομιμοποιημένη από τη λαϊκή ψήφο αναζήτηση εναλλακτικής λύσης στο υπαρκτό πρόβλημα. Είδαν μια απειλή: αν η νέα πολιτική αποκτούσε ελπίδες επιτυχίας, τότε το πολιτικό οικοδόμημά τους κινδύνευε σοβαρά να υποστεί μακροχρόνια βλάβη. Καθώς, μάλιστα, άρχισε η νέα κυβέρνηση να συναντάει όλο και μεγαλύτερες δυσκολίες στη διαπραγμάτευση, αναθάρρησαν. 
Από ένα σημείο και μετά, με αποκορύφωμα τη πρόσφατη συζήτηση προ ημερήσιας διάταξης στη Βουλή, άρχισαν συστηματικά να καλλιεργούν τη ρητορική της αλήθειας και του ψεύδους. Τώρα, δεν εμφανίζονται ως πολιτικές δυνάμεις που νιώθουν, έστω και προσχηματικά, την ανάγκη να απολογηθούν για τις επιλογές τους. Είναι οι ιεροκήρυκες που καλούν τη νέα κυβέρνηση «να πει την αλήθεια στο λαό» και ταυτόχρονα «να ζητήσει συγγνώμη για τα ψέματα που του είπε» προεκλογικά, για να τον εξαπατήσει. Αυτόν τον βασικό όρο έθεσε ο κ. Σαμαράς, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η «μεγάλη εθνική συνεννόηση». 
Ίσως πει κάποιος ότι αναμενόμενο είναι η αντιπολίτευση να πιέζει την κυβέρνηση, ώστε να μετακινηθεί προς το μέρος της. Δυστυχώς δεν πρόκειται περί αυτού. Η ρητορική τής αλήθειας και του ψεύδους πάει πολύ βαθύτερα και μακρύτερα. 

Ποιος θα ζητήσει συγγνώμη από ποιον;

 Όταν ο κ. Σαμαράς και ο κ. Βενιζέλος ζητούν από τον ΣΥΡΙΖΑ «να πει την αλήθεια» απαιτούν ρητά να δεχθεί τη μόνη αλήθεια: ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το δρόμο των μνημονίων, της λιτότητας, της εσωτερικής υποτίμησης. Και όταν του ζητούν να παραδεχθεί ότι «είπε ψέματα στο λαό», απαιτούν να ομολογήσει ότι συνειδητά τον παραπλάνησε και ότι τώρα, βλέποντας την αλήθεια, ζητάει συγγνώμη και τον καλεί να δεχθεί κι αυτός το φως το αληθινό: είναι αδύνατο ένας λαός, μια κυβέρνηση, μια κοινωνία να διεκδικήσει ένα διαφορετικό μέλλον από αυτό που τους επιφυλάσσει η παραδοχή της μόνης αλήθειας.
Η ρητορική της αλήθειας μεταμορφώνεται έτσι σε ρητορική της απελπισίας. Όποιος δέχεται την αλήθεια και ομολογεί τα ψεύδη, περνάει στο βασίλειο της απελπισίας. Κατά την είσοδό του εκεί διαβάζει την ίδια επιγραφή που δέσποζε στην πύλη της Κόλασης του Δάντη: «Αφήστε έξω κάθε ελπίδα…»
Τετάρτη βράδυ, στην εκπομπή Online του Μέγκα, ο κ. Βενιζέλος αποφαινόταν ότι «η πλειοψηφία στηρίζει ακόμα την κυβέρνηση, γιατί η κοινωνία δεν θέλει να παραδεχθεί ότι έκανε λάθος»! Με άλλα λόγια, αυτός που πρέπει να ζητήσει, τελικά, συγγνώμη, δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ο λαός. Αυτός πρέπει να ομολογήσει ότι έζησε μέσα στο ψέμα. Και, προφανώς, να υποσχεθεί ότι δεν θα το ξανακάνει. Γιατί η παραδοχή του αμαρτήματος συνεπάγεται και έμπρακτη μετάνοια. 
Και δεν είναι μόνο ο κ. Βενιζέλος και ο κ. Σαμαράς. Οι σύμμαχοί τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης τούς συντρέχουν με συνέπεια στην καλλιέργεια της εθνικής απελπισίας. Ο κ. Παπαχελάς της «Καθημερινής» (10/6), αφού διεκτραγωδεί όσα πάθαμε και μάθαμε επί πέντε μήνες από τις 25 Ιανουαρίου, εκτιμά ότι βρισκόμαστε πια ξανά στην αδιατάρακτη «γραμμική πορεία των πραγμάτων», χωρίς επικίνδυνες εξάρσεις. Έχουν διαψευστεί όλες οι προσδοκίες και «αν ο κ. Τσίπρας δεν εξηγήσει την πραγματικότητα [το άλλο όνομα της αλήθειας…] στο λαό, δεν έχει κανένα μέλλον». Τον παροτρύνει δε «να πάει κόντρα στο ρεύμα», «να εξηγήσει δύσκολες αλήθειες». Διότι «κάπου εδώ τελειώνει το τετράμηνο εθνικό μας φροντιστήριο» και αυτό που θα έπρεπε να έχουμε, κατά τη γνώμη του, διδαχθεί, είναι πως ό,τι δεν αποτελεί παραδεδεγμένη «πραγματικότητα» ή «δύσκολη αλήθεια», είναι επικίνδυνος «μύθος».

«Αλήθεια» εναντίον προσδοκιών

Έχουν εσωτερικεύσει τόσο το λόγο και τη λογική των δανειστών, που ο κ. Παπαδημητρίου, στο ίδιο φύλλο της «Κ» μιλάει για την ευρωπαϊκή « κρίση που έχει προκαλέσει ο ελληνικός εκβιασμός»! Ο κ. Σόιμπλε θα το διατύπωνε, ίσως, λίγο πιο ευγενικά…
Είναι ο ίδιος άνθρωπος που από το δελτίο ειδήσεων του Σκάι κάλεσε το ΔΝΤ να επιμείνει μέχρι τέλους στην κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και τη μείωση του κατώτατου μισθού, για να μη γυρίσει τριάντα χρόνια πίσω!
Ας μην αναζητούν άλλες ερμηνείες για την όλο και διευρυνόμενη απόσταση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στις δημοσκοπήσεις. Όσο πιο βαθιά χώνονται στην αφομοίωση της πολιτικής των δανειστών, τόσο πιο μακριά θα βρίσκονται από την πλειοψηφία. Ακόμη κι όταν αυτή η πλειοψηφία δεν θα νιώθει πλήρως ικανοποιημένη από την κυβέρνηση. Όσο θα της διδάσκουν τη «ρεαλιστική» απελπισία, τόσο θα την απωθούν. Χωρίς ελπίδα δεν έζησε ποτέ κανείς. Πεθαίνει τελευταία, γιατί σβήνει με τη γέννηση των απελπισμένων. Έτσι ακριβώς μας θέλουν όσοι επικαλούνται την αλήθεια σαν αντίδοτο στην ειλικρίνεια των μικρών και μεγάλων προσδοκιών. Αλλά ακόμη και οι προσδοκίες που διαψεύδονται σε κάποιες φάσεις της μάχης, μπορεί να αποδειχθούν ισχυρότερες και αποτελεσματικότερες από την πρόσκληση σε παραδοχή της απελπισίας. 

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet